Τον τελευταίο καιρό δεν υπάρχει εβδομάδα που να μη διαβάσω ρεπορτάζ για κάποιον που «άφησε την πόλη, τη δουλειά, το στρες» και εγκαταστάθηκε στο χωριό του· που τώρα ξυπνάει με τα κοκόρια, ψήνει ψωμί σε ξυλόφουρνο και δηλώνει «επιτέλους ευτυχισμένος». Οι φωτογραφίες συνοδεύονται πάντα από ένα χαμόγελο με φόντο ένα λιβάδι, ένα μικρό μελισσοκομείο, ένα μποστάνι.

Οι λεζάντες μιλούν για τη «νέα ζωή» που βρίσκεται «μακριά από το αστικό χάος». Για το «πραγματικό success story». Eχω προσπαθήσει και εγώ να στήσω μποστάνι στον κήπο του εξοχικού μας, για να ηττηθώ κατά κράτος από το χώμα, τις κάμπιες και τον κασμά.

Ξεθεωμένος (κανένας δεν μου είχε πει πόσο δύσκολο είναι να σκαλίζεις το χώμα) και πανβρώμικος, όταν είδα πως η προσπάθεια δεν είχε αποτέλεσμα, τα παράτησα – εκτός αν θεωρήσω επιτυχία τρία ψωραλέα μαρουλάκια με φύλλα διάτρητα από τα έντομα.

Είμαι παιδί της πόλης. Oμως, επειδή και η πόλη έχει γίνει αφόρητη, πάντα ονειρεύομαι πως ζω σε ένα μικρό σπίτι στο λιβάδι. Oταν επαναφέρω στη μνήμη μου το φιδάκι που είχε πεταχτεί μέσα από τα μαρούλια κόβοντάς μου το αίμα, συνέρχομαι.

Και σκέφτομαι πως σε καθέναν που δείχνει να τα έχει καταφέρει ανάμεσα σε κατσίκες, κυψέλες και ελιές αντιστοιχούν δεκάδες που γύρισαν πίσω ή που δεν έφυγαν ποτέ – απλώς δεν το ανακοίνωσαν. Πράγματι, λίγα πράγματα είναι πιο δελεαστικά από τη σκέψη της «επιστροφής στα πάτρια». Γιατί προσφέρει αυτό που ψάχνουμε όλοι: μια ιστορία λύτρωσης.

Ωστόσο, η ζωή στο χωριό – η πραγματική, όχι η ινσταγκραμική – δεν είναι ρομαντική. Το κοτέτσι δεν μυρίζει σαν φρεσκοψημένο κέικ, τα χωράφια δεν είναι ανθισμένες πίστες όπου κυνηγιούνται ανέμελα οι ερωτευμένοι όπως στις ταινίες του Χόλιγουντ, το χιόνι δεν πέφτει με τρόπο ποιητικό πάνω στα γίδια. Είναι σκληρή δουλειά η δουλειά του αγρότη, με κρύα πρωινά, βουλωμένες αντλίες και απρόβλεπτο καιρό.

Και αν μέσα στην κόπωση της μεγαλούπολης ονειρευόμαστε μια καθημερινότητα πιο «αυθεντική», στην πραγματικότητα δεν ζηλεύουμε τη γεωργία ή την κτηνοτροφία – ζηλεύουμε την αίσθηση ότι κάποιος πήρε τον έλεγχο της ζωής του.

Oτι τόλμησε να φύγει, ενώ εμείς παραμένουμε κολλημένοι στην κίνηση. Για κάποιους, πράγματι, το χωριό είναι λύτρωση. Για άλλους είναι η ξενιτιά… αλλιώς. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθώ να χαζεύω τους «τολμηρούς» που έφυγαν για τα βουνά και βρήκαν την ευτυχία ανάμεσα στις καρυδιές και στις κότες με μισό φθόνο και μισό θαυμασμό και να σκέφτομαι «κάποτε κι εγώ θα το κάνω».

Πότε; Πλησιάζω στα εξήντα. Θα προφτάσω να πάω όρθιος πίσω στο χωριό ή θα με πάνε; Επιστροφή είναι και αυτή. Εδώ που τα λέμε, αν επιστρέφαμε όλοι, δεν θα απέμενε κανείς να γράφει αυτά τα ατμοσφαιρικά ρεπορτάζ για το πόσο όμορφα είναι τα χωριά χωρίς εμάς.

Οπότε, λέω τελικά να μείνω λίγο ακόμα στην πόλη. Θεωρώντας ότι όπου κι αν πας κουβαλάς τον εαυτό σου. Με τα άγχη του, τις ανασφάλειές του, με την ανάγκη του να πιστεύει ότι κάπου υπάρχει μια ζωή χωρίς όλα αυτά. Εκείνο, βεβαίως, που κυρίως υπάρχει είναι η ζωή που κάνεις και η ειλικρίνεια με την οποία την αντέχεις.