• Αναζήτηση
  • Μια Ελληνίδα στο ατελιέ του Balmain

    Ενα ζευγάρι δεκάποντα mules με κόκκινο ύφασμα και κορδόνια να αγκαλιάζουν το κουντεπιέ και πάνω μια φαρδιά ασημένια επιφάνεια όπου διακρίνονται στα ελληνικά οι λέξεις «Μολών Λαβέ».

    Ενα ζευγάρι δεκάποντα mules με κόκκινο ύφασμα και κορδόνια να αγκαλιάζουν το κουντεπιέ και πάνω μια φαρδιά ασημένια επιφάνεια όπου διακρίνονται στα ελληνικά οι λέξεις «Μολών Λαβέ». Χαμηλές εσμπαντρίγιες με ένα ασπρόμαυρο γεωμετρικό μοτίβο στη σχοινένια σόλα και φύλλα δάφνης, σύμβολο του νικητή, που θυμίζουν τον Ερμή να δένουν γύρω από τον αστράγαλο… Διάσπαρτες, αλλά τόσο σαφείς αναφορές στην Αρχαία Ελλάδα πάνω σε πολυτελή παπούτσια που φέρουν την υπογραφή της Ελβίρας Παναγιωτοπούλου. Η Ελληνίδα από την Κεφαλλονιά σχεδιάζει υποδήματα στον ιστορικό οίκο Βalmain στο Παρίσι μαζί με τον μέντορά της, Ντιέγκο Ντολτσίνι, διοικεί τη δική της εταιρεία Di Gaia από το Μιλάνο και αναδείχθηκε τον Μάρτιο καλύτερη σχεδιάστρια παπουτσιών στον διαγωνισμό «Knowledge and Innovation: The Future Footwear Generation» της ιταλικής «Vogue».


    Καλλιτεχνικό και εμπορικό περιβάλλον

    H Eλβίρα Παναγιωτοπούλου βρισκόταν στο Μιλάνο όταν μιλήσαμε τηλεφωνικά, έτοιμη να φύγει για το ατελιέ του Balmain στο Παρίσι. Σχεδιάζει ταυτόχρονα για την επόμενη συλλογή του γαλλικού οίκου, που πλέον ανήκει στον ίδιο όμιλο με τον Valentino, για τη δική της εταιρεία Di Gaia, αλλά και για τη νέα εταιρεία με πιο προσιτά, οικονομικά παπούτσια με φρέσκο σχεδιασμό, την Phi-Male, που ίδρυσε το καλοκαίρι. «Το σπίτι μου είναι στο Μιλάνο, αλλά είμαι συνέχεια σε ένα αεροπλάνο για το Παρίσι, τη Φλωρεντία και την Ισπανία όπου βρίσκονται τα εργοστάσια που κατασκευάζουν τα υποδήματά μου» εξηγεί.
    Η ίδια γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Παρίσι μέχρι την προσχολική ηλικία, καθώς η μητέρα της εργαζόταν εκεί στην UNESCO ως απεσταλμένη του υπουργείου Εξωτερικών και ο γιατρός πατέρας της ακολούθησε. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα συνέχισε να φοιτά σε γαλλικό σχολείο. «Πάντα υπήρχαν γαλλικές επιρροές στην οικογένεια αφού η γιαγιά μου ζούσε στην Αίγυπτο και είχε ανάλογες αναφορές» λέει. Μεγαλώνει σε ένα καλλιτεχνικό περιβάλλον, ζωγραφίζει από παιδί, όμως πλάι στον παππού της, που ήταν διευθυντής πωλήσεων σε πολυεθνικές εταιρείες, αποκτά γνώσεις και εμπειρίες από τον χώρο του εμπορίου που αποδείχθηκαν εξαιρετικά χρήσιμες.

    Το χωριουδάκι των παγκόσμιων οίκων

    Μαθαίνει να μιλά τέλεια πέντε γλώσσες και αποφασίζει να εργαστεί ως μεταφράστρια. «Δεν το άντεξα, όμως. Στράφηκα σε σπουδές επικοινωνίας κα μάρκετινγκ και ως φοιτήτρια άρχισα να σχεδιάζω κοσμήματα. Ημουν 20 ετών όταν άρχισα να συνεργάζομαι με το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, να δέχομαι τις πρώτες παραγγελίες. Κάποια στιγμή σχεδίασα ένα κόσμημα για ένα customised δερμάτινο σανδάλι και έτσι έγινε η αρχή για όσα ακολούθησαν. Με σταματούσαν στον δρόμο στην Αθήνα και μου έδιναν παραγγελίες». Ηταν 22 ετών και είχε ήδη φτιάξει μια μικρή οικοτεχνία στο σπίτι της όπου έφτιαχνε τα πάντα μόνη, χειροποίητα. Οταν ολοκλήρωσε τις σπουδές της στην Ελλάδα έφυγε αμέσως για το Λονδίνο, προκειμένου να παρακολουθήσει μαθήματα εισαγωγής στον σχεδιασμό παπουτσιών στο London School of Fashion, για να συνεχίσει με σπουδές επιπέδου master στο Μιλάνο, στο Istituto Marangoni di Milano. «Ετσι ξεκίνησαν όλα. Στη συνέχεια βρέθηκα στο Παρίσι να εργάζομαι στον οίκο του Bruno Frisoni που ήταν Creative Director του Roger Vivier. Oμως το πραγματικό σχολείο ήταν στην Μπολόνια, στο χωριουδάκι Σαν Μάορο Πάσκολι, όπου έχουν τη βάση τους όλοι οι μεγάλοι οίκοι υποδημάτων» αφηγείται. Εκεί γνωρίζει τον περίφημο σχεδιαστή Ντιέγκο Ντολτσίνι, ο οποίος γίνεται ο μέντοράς της. Αρχίζουν να εργάζονται μαζί σε σημαντικούς οίκους, όπως ο Pucci και ο Narciso Roduiguez. Φεύγει για Μιλάνο μόνη της και αρχίζει να εργάζεται για τη Vionnet και μετά για τους Dolce & Gabbana. «Στον τελευταίο οίκο δεν άντεξα. Ηταν εξαιρετικά ανταγωνιστικό το περιβάλλον και δύσκολα δέχονταν έναν νέο στην ομάδα. Ετσι έφυγα, γύρισα στην Ελλάδα για να στήσω τη δική μου εταιρεία, ενώ πηγαινοερχόμουν στη Φλωρεντία για την κατασκευή των παπουτσιών».

    Σχεδιάζοντας οκτώ κολεξιόν τον χρόνο

    Ωσπου ο Ντιέγκο Ντολτσίνι εμφανίζεται και πάλι στη ζωή της τον Νοέμβριο του 2016. «Με κάλεσε να αναλάβουμε μαζί το τμήμα υποδημάτων του Balmain, αφού μόλις είχε αναλάβει καλλιτεχνικός διευθυντής στο τμήμα των υποδημάτων. Εργαζόμαστε πάντα βέβαια υπό τις οδηγίες και το όραμα του Ολιβιέ Ρουστέινγκ (είναι ο καλλιτεχνικός διευθυντής του οίκου Balmain)». Με τον Ντιέγκο σχεδιάζουν οκτώ κολεξιόν τον χρόνο, για άνδρες και γυναίκες, σε ένα τμήμα που έχει συνολικά τρεις συνεργάτες. Και ταυτόχρονα σχεδιάζει για τις δύο δικές της εταιρείες. «Εμαθα να κάνω υπομονή. Είμαι τελειομανής και συγκεντρωτική, θέλω να τα κάνω όλα μόνη μου, όμως έμαθα ότι πρέπει να αναθέτω και σε άλλους κάποια πράγματα και να τους καθοδηγώ» λέει. Μετά τη βράβευσή της από την ιταλική «Vogue» έγινε ακόμη πιο αναγνωρίσιμη στον χώρο και συνεχώς δέχεται νέες προτάσεις. «Το δύσκολο είναι ότι κάνω εντελώς διαφορετικά πράγματα. Εχω διαφορετικό όραμα για κάθε brand και είναι σημαντικό να είναι διακριτές οι ταυτότητες του καθενός» λέει. Αν τη συναντήσετε να είστε σίγουροι: θα φοράει ψηλοτάκουνα μποτάκια ή σανδάλια, σχεδόν ποτέ φλατ. 

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk