• Αναζήτηση
  • Reserve στην κόλαση

    Εσύ φταις.

    Reserve στην κόλαση | tovima.gr
    Εσύ φταις. Πήρες τελευταία στιγμή για να κάνεις κράτηση στο εστιατόριο και βρέθηκες στο τραπέζι δίπλα στην τουαλέτα. Κανονικά δεν θα έπρεπε να υπάρχει τραπέζι τόσο κοντά στην τουαλέτα, αλλά ας έκανες πιο νωρίς το αναθεματισμένο το τηλεφώνημα. Προσπαθείς να βολευτείς. Τρως μία στο κεφάλι από την τσάντα της κυρίας που κατευθύνεται προς τη «Γυναικών», σου δίνει μία με τον αγκώνα και ο κύριος που μπαίνει στην «Ανδρών». Μαζεύεσαι όσο περισσότερο μπορείς. Περιμένεις, περιμένεις, περιμένεις… Κάνεις νόημα, ξανακάνεις νόημα. Κάποια στιγμή σε θυμούνται. Παραγγέλνεις τρία ορεκτικά, δύο κυρίως και λίγο κρασί. «Ψωμί θέλετε;». «Θέλω». Ζητάς επίσης τα μπιφτέκια σου να είναι χωρίς πίτα και πατάτες, μόνο με σαλάτα. Ξαναπεριμένεις. Ναι, έχει κόσμο.
    Στο ημίωρο έρχονται τα ορεκτικά. Χωρίς το ψωμί. Χωρίς το κρασί. Κάνεις αγώνα για να σταματήσεις έναν σερβιτόρο. Σε προσπερνούν τρέχοντας. Τι φταίνε κι αυτοί! Πρέπει τρεις άνθρωποι να εξυπηρετήσουν μια τεράστια, ασφυκτικά γεμάτη σάλα. Είναι και η κυρία που κάθεται στο διπλανό τραπέζι, και η οποία τους έχει ξεπατώσει: «Πάρτε πίσω το εμφιαλωμένο νερό, θέλω κανάτα». «Πάρτε πίσω την κανάτα, βάλατε παγάκια και δεν μπορώ το παγωμένο, φέρτε μου μία με νερό σε θερμοκρασία δωματίου». «Θέλω και λίγα παγάκια σε ένα μπολάκι». «Μα είπατε πως δεν θέλετε παγάκια στο νερό». «Ναι, τα θέλω για το κρασί». «Και ψωμί να μας φέρετε». Λίγο αργότερα: «Νεαρέ, πάρτε πίσω το ψωμί να μας το ψήσετε».
    Στο μεταξύ, εμείς είχαμε φάει τα ορεκτικά μας (ανάμεσά τους χούμους και μελιτζανοσαλάτα) χωρίς ψωμί. Και είχε στεγνώσει και το στόμα μας. Κάποια στιγμή, ενώ σκεφτόμουν πως ο μοναδικός τρόπος για να κάνω τον σερβιτόρο μας να μας δώσει σημασία ήταν να του βάλω τρικλοποδιά, όπως έχω δει να κάνουν στις ταινίες, μας πλησίασε: «Προσπαθείτε να μου πείτε κάτι;». «Δεν μας φέρατε το ψωμί…». «Οk, θα το αφαιρέσω από τον λογαριασμό» είπε και έφυγε. Δεν πρόλαβα ούτε να του πω πως δεν ήθελα να το αφαιρέσει αλλά να μας το φέρει κάποια στιγμή. Ούτε να του θυμίσω το κρασί πρόλαβα. Περιμέναμε άλλα δέκα λεπτά. Η κυρία πίσω είχε επιστρέψει μια σαλάτα γιατί είχε ξίδι ενώ εκείνη ήθελε λεμόνι και είχε ζητήσει να της κάνουν «πιο ξεροτηγανισμένες τις πατάτες», ενώ εγώ είχα σηκωθεί περί τις τέσσερις φορές για να περάσουν κάτι αρκετά ευτραφείς πελάτες στην τουαλέτα.
    Κάποια στιγμή έφτασαν τα πιάτα μας. Το δικό μου με πίτα και τηγανητές πατάτες. Οπως δεν το ήθελα. Ο σερβιτόρος σχεδόν τα πέταξε στο τραπέζι σχηματίζοντας με τα δάχτυλά του το σημείο του σταυρού προς το μέρος της διπλανής μας κυρίας (αυτό μπορεί και να το φαντάστηκα) και έφυγε τρέχοντας και φωνάζοντας προς ένα άλλο τραπέζι: «Ερχομαι!». Χωρίς να προλάβω να πω, έτσι για να το βγάλω από μέσα μου, ότι για γαρνιτούρα εγώ είχα ζητήσει σαλάτα. Το κρασί δεν ήρθε ποτέ. Στο δικό μας τραπέζι. Γιατί στην κυρία δίπλα ήρθε κόκκινο αλλά το επέστρεψε για να ζητήσει ένα ποτηράκι λευκό «για να το δοκιμάσω και θα σας πω». Το δοκίμασε, ξίνισε τα μούτρα της και ζήτησε ένα «ξινό νερό». Δεν είχαν. Τότε ζήτησε «νερό βρύσης, με δυο-τρεις φέτες λεμόνι. Και άλλο ένα πιρούνι». Το γκαρσόνι ήθελε να της μπήξει το πιρούνι στο μάτι.
    Ζητήσαμε λογαριασμό. Μία, δύο, τρεις φορές. Ωσπου να έρθει θα πρέπει να πέρασε και τέταρτο της ώρας. Ξανασηκώθηκα για να περάσει μια γιαγιά με μπαστούνι στην τουαλέτα. Η κυρία δίπλα μας ζήτησε έναν καφέ «με ζάχαρη στην άκρη του κουταλιού. Μήπως έχετε brown sugar;». «Εμείς γιατί δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό;» ρώτησε χαμηλόφωνα η φίλη με την οποία συνέτρωγα. «Το ποιο;». «Αυτό που κάνει η κυρία, να ταλαιπωρούμε μέχρι θανάτου όσους δεν μας εξυπηρετούν». «Αυτά», της λέω, «είναι ταλέντα που δεν  διαθέτουμε». Με τα πολλά, πληρώσαμε. Τριάντα δύο ευρώ. Δεν ήταν ακριβά. Και το φαγητό δεν ήταν κακό. Ομως δεν θα ξαναπάμε ποτέ σε αυτό το εστιατόριο. Βρείτε το γιατί. Την ώρα που φεύγαμε, η κυρία δίπλα μας μελετούσε τον δικό της λογαριασμό. Είχα γυρίσει την πλάτη και πλησίαζα προς την έξοδο όταν άκουσα τη φωνή της καμπανιστή και επιτακτική: «Νεαρέ, για έλα εδώ, γιατί μου έχετε χρεώσει και ένα τζατζίκι που εγώ δεν παρήγγειλα ποτέ!». «Δώστε πόνο, μαντάμ» ψιθύρισα με βαθιά ικανοποίηση και βγήκα έξω.

    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 15 Απριλίου 2018.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες