• Αναζήτηση
  • Το μυστικό ντεφιλέ στην Αθήνα και η χαρτορίχτρα του

    Μπορεί να μας γοητεύει η ιδέα του τρόπου με τον οποίο η Ελλάδα επηρεάζει έναν σημαντικό δημιουργό, όμως στην περίπτωση του Κριστιάν Ντιόρ η έμπνευση φαίνεται ότι δεν εκκίνησε ποτέ από τη βιωματική σχέση με τη χώρα μας. Αυτό προκύπτει από τη συζήτηση με τον Φιλίπ Λε Μουλτ, τον γενικό γραμματέα του Μουσείου Κριστιάν Ντιόρ που βρίσκεται στην Γκρανβίλ της Νορμανδίας και στεγάζεται στο κτίριο που υπήρξε το πατρικό του σχεδιαστή

    Μπορεί να μας γοητεύει η ιδέα του τρόπου με τον οποίο η Ελλάδα επηρεάζει έναν σημαντικό δημιουργό, όμως στην περίπτωση του Κριστιάν Ντιόρ η έμπνευση φαίνεται ότι δεν εκκίνησε ποτέ από τη βιωματική σχέση με τη χώρα μας. Αυτό προκύπτει από τη συζήτηση  με τον Φιλίπ Λε Μουλτ, τον γενικό γραμματέα του Μουσείου Κριστιάν Ντιόρ που βρίσκεται στην Γκρανβίλ της Νορμανδίας και στεγάζεται στο κτίριο που υπήρξε το πατρικό του σχεδιαστή. «Δεν επισκέφθηκε ποτέ την Ελλάδα. Βρέθηκε για λίγο στην Αθήνα στη δεκαετία του 1930, όταν ταξίδευε με ομάδα γάλλων αρχιτεκτόνων, επιστρέφοντας από τη Σοβιετική Ενωση. Ενας απλός σταθμός. Ο ίδιος στα απομνημονεύματά του αναφέρει απλώς ότι βρέθηκε στην Αθήνα επιστρέφοντας στο Παρίσι. Τίποτα άλλο».
    Ο Φιλίπ Λε Μουλτ σπεύδει να διευκρινίσει ότι οι ευρύτερες επιρροές  ήταν πολλές, «αρκεί να δείτε τις ιδιαίτερες πτυχώσεις ή το περίγραμμα κάποιων εκ των 300 δημιουργιών του που υπάρχουν στο μουσείο» λέει. Δεν είναι όμως μόνο αυτή η επιρροή. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, το περίφημο ρεπορτάζ μόδας που έγινε για το περιοδικό «Paris Match» τον Δεκέμβριο του 1951, με οκτώ μοντέλα ντυμένα με υψηλής ραπτικής δημιουργίες στη σκιά της Ακρόπολης.
    «Η αλήθεια είναι ότι ο οίκος Ντιόρ έκανε τρία ντεφιλέ στην Ελλάδα. Το πρώτο έγινε σε εξαιρετικό κλειστό κύκλο, με παρούσα τη βασιλική οικογένεια στη γαλλική πρεσβεία όπου παρατέθηκε και δείπνο. Το δεύτερο σε μεγάλο ξενοδοχείο της Αθήνας με εισιτήριο, αφού τα έσοδα διατέθηκαν για φιλανθρωπικό σκοπό, και ένα ακόμη σε κεντρικό θέατρο. Αργότερα, το 1966, ο διάδοχός του στον οίκο, ο Μαρκ Μποάν, παρουσίασε δύο κολεξιόν στην Αθήνα, η μία στη γαλλική πρεσβεία και η άλλη στο ξενοδοχείο «Χίλτον», με εννέα μανεκέν που ήρθαν μαζί του από το Παρίσι».

    Η τελευταία σελίδα στο ημερολόγιο του Κριστιάν

    Ο Φιλίπ Λε Μουλτ, που βρέθηκε στην Αθήνα προσκεκλημένος του Γαλλικού Ινστιτούτου στο πλαίσιο του 19ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, θέλει να μοιραστεί ακόμη περισσότερα στοιχεία για τη σχέση του Ντιόρ με την Ελλάδα. Οπως τα σχέδια του σπουδαίου σχεδιαστή αλλά και του διαδόχου του Μαρκ Μποάν που βρίσκονται στο αρχείο του οίκου στο Παρίσι και τα οποία φέρουν πάνω από τα φορέματα τις ονομασίες «Αθήνα», «Ελλάδα», «Σουαρέ στην Αθήνα» τα οποία δημοσιεύουμε εδώ.
    Στη Νορμανδία σήμερα, Σάββατο 7 Απριλίου εγκαινιάζεται η έκθεση «Θησαυροί και Αποκτήματα του Μουσείου Ντιόρ» με δημιουργίες και προσωπικά αντικείμενα του δημιουργού που βγαίνουν για πρώτη φορά στη δημοσιότητα. Δεν δίστασε να μοιραστεί μαζί μας το μυστικό του ημερολογίου τού coutier που θα εκτεθεί για πρώτη φορά. «Στην τελευταία καταχώριση που έκανε γράφει «αναχώρηση για το Μόντε Κατίνι»». Ηταν 23 Οκτωβρίου του 1957. Την επόμενη ημέρα πέθανε. «Σημειώνει όμως και κάτι ακόμη. Το ραντεβού του με τον γενικό διευθυντή του οίκου αλλά και με το μέντιουμ του. Τη χαρτορίχτρα που του διάβαζε τα ταρό. Ξέρετε, ο Ντιόρ δεν έπαιρνε καμία σημαντική απόφαση χωρίς να δει τη χαρτορίχτρα του. Αυτή τον προέτρεψε να μην κάνει το ταξίδι την επόμενη μέρα. Δεν την άκουσε. Ετσι μετά από μια παρτίδα χαρτιά με τους φίλους του στο ξενοδοχείο, πήγε στο δωμάτιό του και πέθανε τα μεσάνυχτα από καρδιακή προσβολή».
    Προληπτικός ο Ντιόρ; «Φυσικά. Επίσης είχε πάντα μαζί του ένα αστέρι που ήταν το γούρι του. Θα το εκθέσουμε και αυτό μαζί με το ημερολόγιο, όπως και το ρολόι που φορούσε και το ψαλίδι του». Μαζί θα παρουσιαστούν εξήντα φορέματα υψηλής ραπτικής που εντόπισε το μουσείο στις ντουλάπες πιστών πελατισσών του και ανήκουν πλέον στη συλλογή του, τριάντα ακριβείς μινιατούρες με δημιουργίες του και τρία φορέματα που έχει ετοιμάσει για το επόμενο ντεφιλέ η καλλιτεχνική διευθύντρια του οίκου Μαρία Κράτσιε Κιουρί.

    Μια αποκλειστική είδησηγια την Γκρέις Κέλι

    Ο Φιλίπ Λε Μουλτ εργάζεται 38 χρόνια στον οίκο Ντιόρ. Πρωτύτερα  απασχολούνταν στον τομέα αγροτικής παραγωγής και τροφίμων στην Ισπανία, επιθυμούσε όμως να μπει στον κλάδο πολυτελών ειδών. Ανέλαβε εκπρόσωπος του γαλλικού οίκου στη Λατινική Αμερική, εκλήθη να οργανώσει τα αρχεία στο Παρίσι και στη συνέχεια να δημιουργήσει το μουσείο και να συγκροτήσει τη συλλογή του. «Με το που θα αναλάβει ένας νέος καλλιτεχνικός διευθυντής, πρέπει να επισκεφθεί τα αρχεία του οίκου στο Παρίσι και να έρθει για «προσκύνημα» στην Γκρανβίλ» λέει μειδιώντας. Τον ρωτάω αν αισθάνεται ότι είναι ο αφηγητής της ιστορίας του Κριστιάν Ντιόρ και λέει ότι υπάρχει μια άλλη φράση που του αποδίδεται και που είναι περισσότερο ακριβής: «Ο φρουρός του ναού».
    Μας έδωσε μάλιστα και «ένα scoop», όπως λέει. Οταν τον ρωτήσαμε για την επόμενη μεγάλη έκθεση του μουσείου… «Θα είναι ένα αφιέρωμα στην γκαρνταρόμπα της Γκρέις Κέλι, στα ρούχα που δημιούργησε ο Ντιόρ αποκλειστικά για αυτήν. Ηδη συνεργάτες μας βρίσκονται στο Μόντε Κάρλο για την επιλογή των ρούχων».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός