• Αναζήτηση
  • Ο Μίκης, ο Τσε, ο Χαρίλαος, η Μελίνα και ο Καρυωτάκης

    «Ο Μίμης, δεμένος πολύτροπα μαζί μου από την εφηβεία του, με βλέπει πάντα σαν ανοιχτό βιβλίο - Ο Εσταυρωμένος Διόνυσος - και συμπληρώνει τις δικές του σελίδες με τη δύναμη της γνώσης και της κρητικής του φαντασίας».

    «Ο Μίμης, δεμένος πολύτροπα μαζί μου από την εφηβεία του, με βλέπει πάντα σαν ανοιχτό βιβλίο – Ο Εσταυρωμένος Διόνυσος – και συμπληρώνει τις δικές του σελίδες με τη δύναμη της γνώσης και της κρητικής του φαντασίας». Με τα μεστά αυτά λόγια ο μεγάλος έλληνας μουσικοσυνθέτης «αποτιμά» το τολμηρό συγγραφικό εγχείρημα του φίλου και συνοδοιπόρου του σε πολλές κρίσιμες φάσεις της διαχρονικής «περιπέτειας» της καθ’ ημάς Αριστεράς. Πρόκειται για τη μυθιστορηματική βιογραφία του 93χρονου Μίκη Θεοδωράκη, η οποία κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Πατάκη, υπό τον εμβληματικό τίτλο: «Σαλός θεού. Ο μυστικός Μίκης» και αναμένεται να προκαλέσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς παραθέτει πλήθος στοιχείων από την πολυκύμαντη ζωή του καλλιτέχνη, πολιτικού και ερωτικού Θεοδωράκη.
    Μέσα από έναν μοναδικό τρόπο εμπνευσμένης γραφής, όπου το φανταστικό περιπλέκεται με το πραγματικό, ο Μίμης Ανδρουλάκης μυεί τον αναγνώστη στα άδυτα της πολυσχιδούς προσωπικότητας του συνθέτη, φωτίζοντας με μοναδική ευαισθησία και ειλικρίνεια γεγονότα και πρόσωπα. Ο ίδιος παρομοιάζει το έργο του περισσότερο με τις ιστορίες της Σεχραζάτ που δεν τελειώνουν ποτέ «για να παραμένουμε κι οι δυο στη ζωή» όπως λέει. «Ο ιλιγγιώδης στροβιλισμός του Μίκη Θεοδωράκη – μουσικός, πολιτικός, ερωτικός, παιγνιώδης – οδηγεί τον αναγνώστη σε εκατό ζωές, στο πανόραμα διακοσίων χρόνων» μέσα από τα εννιά κεφάλαια του βιβλίου, προϊδεάζεται ο αναγνώστης. Οπως σημειώνεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, «στη δίνη του κυκλώνα ο «μυστικός Μίκης» – με την πένα τού επί δεκαετίες στενού του φίλου -, ο χρόνος μεταβάλλεται και δεν έχει νόημα να διακρίνουμε ζωντανούς και πεθαμένους».
    Ομως ακόμη και μέσα από τις υπερβατικές «συναντήσεις» του Μίκη με προσωπικότητες της Ιστορίας (από τον Μπετόβεν και τον Βάγκνερ ως τον Σοστακόβιτς, τον Λένιν και τον Στάλιν), αναβλύζει η πραγματική διάσταση των νοερών δεσμών του με όσους έπαιξαν καθοριστικό ρόλο και επιρροή στη διαμόρφωσή του. Είναι ένα διαρκές ταξίδι, από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα, σε έναν κόσμο συγκλονιστικό, ανατρεπτικό, παθιασμένο, αντιφατικό, αφοσιωμένο, ατίθασο, ουτοπικό, όπως είναι ο κόσμος που συγκροτεί «η μοναδικότητα του φαινομένου «Θεοδωράκης»».
    Ο Μίμης Ανδρουλάκης αποκαλύπτει τα «μυστικά» της μη γραμμικής προσωπικότητάς του, ενώ μέσα από τις κοινές εμπειρίες, ανησυχίες και αλληλεπιδράσεις τους αναβλύζουν οι εικόνες του ταραγμένου πολιτικού βίου της προδικτατορικής και μεταπολιτευτικής Ελλάδας και οι σχέσεις του Μίκη με τις προσωπικότητες που σφράγισαν εκείνη την εποχή, όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Χαρίλαος Φλωράκης, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και πολλοί άλλοι.

    «Μαθήματα αντάρτικου» στον Τσε

    Το «Honeymoon song» του Μίκη Θεοδωράκη (τραγουδήθηκε από τους Beatles – είναι το γνωστό «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου» σε στίχους Νίκου Γκάτσου) προέκυψε από το μουσικό μοτίβο που συνέθεσε ο Θεοδωράκης για το μπαλέτο «Οι εραστές του Τερουέλ» στην ταινία «Honeymoon» του Μάικλ Πάουελ το 1959. Το «Honeymoon song» έγινε δημοφιλές ανά τον κόσμο. «Το τραγούδησε στα ισπανικά ένας μεξικανός σταρ και το έκανε μόδα στη Λατινική Αμερική. Ετσι προσκάλεσαν τον Μίκη στην Κούβα το ’62 στην παρθενική εκπομπή του ραδιοφωνικού σταθμού της «Ελεύθερης Κούβας» κι ένα βράδυ στην ταράτσα του «Havana Libre» [πρώην «Χίλτον»] τον σύστησαν στον Φιντέλ και στον Τσε ως «Ελληνα σύντροφο». «Ελληνας; Ομηρος, Σοφοκλής, Αριστοτέλης…» κάνει ο Τσε και ο Φιντέλ γίνεται εγκάρδιος. Εκείνη τη στιγμή η ορχήστρα έπαιξε εντελώς τυχαία το σουξέ της εποχής «Honeymoon song». «Αυτό το τραγούδι είναι δικό μου. Είμαι ο Μίκης Θεοδωράκης». «Α, το ξέρω, μ’ αρέσει», λέει ο Φιντέλ. «Πόσο θα μείνεις;» ρωτά ο Τσε. «Φεύγω αύριο, βγήκα πρόσφατα από το σανατόριο και το υγρό κλίμα της Αβάνας μού πέφτει βαρύ». «Ελα αύριο μαζί μου στο βουνό. Θα σου κάνει καλό», του προτείνει επιτακτικά ο Αργεντίνος. «Ξέρεις, κι εγώ έχω άσθμα». Ετσι ο Μίκης με τον Τσε στο τιμόνι του τζιπ θα επιθεωρήσει τα αντιαεροπορικά φυλάκια της Σιέρα Μαέστρα. Δεκαπέντε χρόνια μετά, ο Κάστρο θα πει στον Χαρίλαο Φλωράκη: «Ξέρεις, σύντροφε, ότι ο Μίκης έκανε ολοήμερο μάθημα στον Τσε από τα παθήματα του ελληνικού αντάρτικου; Ο Αργεντίνος είχε εντυπωσιαστεί, αλλά αν του βγήκε σε καλό στο Κονγκό και στη Βολιβία ή όχι το μάθημα, είναι μια άλλη ιστορία»».

    Με τον Χαρίλαο στον υπερσιβηρικό

    Οι σχέσεις του Μίκη με τον Χαρίλαο Φλωράκη ήταν σχέσεις αλληλοεκτίμησης και αλληλοθαυμασμού, παρά το αιρετικό πολιτικό προφίλ του συνθέτη και τις δοκιμασίες που πέρασαν οι σχέσεις του με το ΚΚΕ. Οι δυο τους, μετά των συζύγων, ταξιδεύουν ως επίσημοι προσκεκλημένοι του ΚΚ Σοβιετικής Ενωσης, με το μεγάλο κόκκινο τρένο, τον υπερσιβηρικό. Η διαδρομή: Μόσχα – Βλαδιβοστόκ στον Ειρηνικό Ωκεανό. Η απόσταση: 9.280 χιλιόμετρα. Ο Θεοδωράκης ήταν ήδη βουλευτής Επικρατείας με το ΚΚΕ (στις εκλογές του 1985), ενώ το 1983 είχε τιμηθεί με το βραβείο Λένιν. Τα πειράγματα δεν έλειπαν μεταξύ τους.
    «Με επιμονή του Χαρίλαου το ζεύγος Θεοδωράκη είχε πάρει την προεδρική σουίτα-κουπέ στο Γαλάζιο Βαγόνι. «Ε, για τη Μυρτώ το κάνω, όχι για σένα», απευθύνθηκε στον Μίκη. «Εγώ είμαι ένας απλός βουλευτής του Κόμματος και μάλιστα Επικρατείας, ενώ εσύ πρόεδρος», διαμαρτυρήθηκε εκείνος. «Πάψε, βρε, εσύ είσαι υπερπρόεδρος. Ομως μην ξεχνάς», χαμογέλασε πονηρά, «ότι υπήρξες ένας απλός διμοιρίτης του εφεδρικού ΕΛΑΣ στη Νέα Σμύρνη, ενώ εγώ υποστράτηγος του Δημοκρατικού Στρατού στ’ Αγραφα, στην Πίνδο, στον Γράμμο και στο Βίτσι». «Ναι, αλλά εμένα μ’ έχρισε ο Αντώνης [Μπριλλάκης] στρατιωτικό ηγέτη όλου του Κινήματος όταν το ’70 μου είχαν υποσχεθεί την ηγεσία του ΚΚ εσωτερικού. Προσπαθούσε να με μαλαγανέψει: «Ο Μπάμπης [Δρακόπουλος] θα είναι εικονικός ηγέτης. Εμείς οι δύο θα μοιραστούμε την ηγεσία. Εσύ τη στρατιωτική, εγώ την πολιτική». «Ναι, βρε Αντώνη, αλλά τι γίνεται με το ναυτικό;». Τέτοιο δούλεμα ο συντοπίτης εκ Χανίων Μπριλλάκης».

    «Τι τον θες τον Καρυωτάκη;»

    Την περίοδο 1984-86 ο Μίκης εργάζεται πάνω στην όπερα «Καρυωτάκης». Στο αυτοκίνητο του συνθέτη είναι ο Φλωράκης. Ταξιδεύουν για Θεσσαλονίκη. «Εκείνος είχε μεγάλα κέφια κι όρεξη να σοκάρει με τρυφερά πειράγματα τον «συντηρητικό» εβδομηντάρη καπετάνιο. Πρώτα με την ταχύτητα. Μετά με τις πονηρές ιστορίες από τις περιοδείες στο εξωτερικό. Και τέλος με τον… Καρυωτάκη, τον ποιητή. «Βρε, τι δουλειά έχεις τώρα εσύ με τον Καρυωτάκη; Κάνε κάτι με τον Γιάννη [Ρίτσο] να ησυχάσω απ’ αυτήν…». «Aυτή» είναι η Ρούλα (Κουκούλου) – σύζυγος Ζαχαριάδη – που παριστάνει τη «συνδικαλίστρια» του μεγάλου ποιητή. Το παράδοξο είναι ότι ο Χαρίλαος έβαζε πρώτα τον Καβάφη και μετά τον Ρίτσο, και μάλιστα μια μέρα το είπε καταπρόσωπο στον εμβρόντητο σύντροφο ποιητή. «Εχω βιωματική ταύτιση με τον Καρυωτάκη. Τον λάτρευα από παιδί», εξήγησε ο Μίκης. «Ελα, ρε, με τις υπερβολές σου. Τι ταύτιση μπορεί να έχεις εσύ, ένας επαναστάτης, μ’ έναν ποιητή που αυτοκτόνησε. Aν έχεις σκοπό να κάνεις το ίδιο, πρέπει να βάλεις το σχετικό ζήτημα στα κομματικά όργανα…» τον πειράζει ο Χαρίλαος».

    Με τη Μελίνα

    «Δεν υπήρξε ποτέ κάτι με τη Μελίνα;» ρώτησε κάποτε ο συγγραφέας τον Θεοδωράκη πειρακτικά: «Θυμάμαι τη Μελίνα στη «Φαίδρα» (1961) να τραγουδά Μίκη, ο οποίος έγραψε τη μουσική του φιλμ. «Αγάπη μου, αγάπη μου, η νύχτα θα μας πάρει… Θα σ’ αγαπώ, θα γίνουμε τραγούδι, / θα μ’ αγαπάς, θα γίνουμε πουλιά» (Γιάννης Θεοδωράκης)». Ο συνθέτης τού απάντησε: «Ποτέ! Μόνο μια αυθόρμητη στιγμή οικειότητας πίσω από την κολόνα του «Ρεξ» σε μια αμερικάνικη ταινία, αλλά τίποτα, καμιά συνέχεια. Δεν είναι του γούστου μου». Ενώ η Μελίνα είχε πει στον συγγραφέα για τότε: «Aγόρι μου, εγώ είμαι μεγάλη… τι να μου κάνει αυτός ο νάρκισσος έφηβος. Εγώ θέλω αρσενικό. Ούτε ο Aνδρέας μού άρεσε ποτέ σαν άνδρας».

    Στο νεκροτομείο με τον Μάνο

    Η σχέση του Θεοδωράκη με τον Χατζιδάκι περιγράφεται από τον συγγραφέα με δυο συγκινητικά περιστατικά. Πώς έσπευσε στο σπίτι του στην οδό Ρηγίλλης, όταν πληροφορήθηκε μέσα στη νύχτα από τη γυναίκα του τον θάνατο της μητέρας του Χατζιδάκι. «Ο Μάνος ανίσχυρος, εκμηδενισμένος, κρεμάστηκε πάνω στο Μίκη» περιγράφει ο συγγραφέας. «Ημουν σίγουρος πως θα ερχόσουν αμέσως» του είπε. Η πιο συγκλονιστική στιγμή όμως είναι αυτή που περιγράφεται όταν πέθανε, στις 15 Ιουνίου 1994, ο Χατζιδάκις και ο Μίκης πήγε στον «Ευαγγελισμό». «Οταν έφτασε ο Μίκης, η προϊσταμένη – ψηλή, ξανθιά, αυστηρή με βαυαρικό ύφος – λέει: «Περάστε, κύριε Θεοδωράκη». Τον οδήγησε στο τραπέζι του νεκροτομείου με γυμνό τον Μάνο κι ανοιχτό το στόμα. Ο Μίκης το έκλεισε, του χάιδεψε το κεφάλι και του μιλούσε τρυφερά περίπου μισή ώρα. Ολα όσα ίσως δεν είπαν τόσες δεκαετίες. Είναι αμάρτημα να γραφούν».

    Τα «Τραγούδια του Ανδρέα»

    Χούντα. Στοκχόλμη. Στο σπίτι του δικηγόρου Μανώλη Πονηρίδη. Ο Ανδρέας Παπανδρέου λέει στον Μίκη: «Αν τα βρούμε εμείς οι δυο, όλα τ’ άλλα θα ‘ρθουν από μόνα τους. Μη νομίζεις ότι ξέχασα τις συζητήσεις μας στο σπίτι της Σύλβας» (σ.σ.: για τη συγκρότηση ενός νέου πολιτικού φορέα κεντροαριστερού). Και τον παρακινεί να παίξει στο πιάνο τα «Τραγούδια του Ανδρέα». «Ο Μίκης ξεκινά με το «Είσαι Ελληνας». Ακολουθεί το «Είμαστε δυο», που συμπαρασύρει με πάθος τους παρόντες. Μετά το «Καιρός να δεις», δηλαδή το «Σου είπαν ψέματα πολλά», και τελείωσε με το «Σφαγείο»: «Το μεσημέρι χτυπάνε στο γραφείο, μετρώ τους χτύπους, το αίμα μετρώ… Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Aνδρέα…». Ο Aνδρέας έχει βουρκώσει και ψιθυρίζει στον Μίκη: «Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ, δεν θα το ξεχάσω ποτέ, κανείς δεν μ’ έχει τιμήσει περισσότερο». Ο Μίκης κεραυνοβολείται. Μακάρι να μπορούσε να του πει: «Ναι, Aνδρέα, για σένα τα ‘γραψα», αλλά φοβάται τη γελοιοποίηση. Πάει να σκάσει. Περιμένει να περάσει η μεγάλη συγκίνηση του Aνδρέα και χαμηλόφωνα, με έκδηλη αμηχανία και ντροπή, του λέει: «Τα έγραψα για τον Aνδρέα Λεντάκη που βασανιζόταν στην Μπουμπουλίνας». «Ποιος είναι αυτός;» ψέλλισε ένας κατακίτρινος, πληγωμένος Aνδρέας, σωστό ράκος. «Ηταν στο προεδρείο των Λαμπράκηδων»».

    O Μιτεράν και το γεύμα στο σπίτι του Χρ. Λαμπράκη

    Μάιος 1976. Επίκειται η άφιξη του ηγέτη των γάλλων σοσιαλιστών, Φρανσουά Μιτεράν, στην Ελλάδα και η φιλοξενία του στο Βραχάτι, στο εξοχικό του Θεοδωράκη. Ο Ανδρέας Παπανδρέου τηλεφωνεί στον συνθέτη: «»Μίκη, τι είναι αυτά;» ακούει ενοχλημένη τη φωνή του Aνδρέα. «Γιατί το φιλικό γεύμα με τον Μιτεράν προτού φύγει για το Βραχάτι να γίνει στο σπίτι του Χρήστου Λαμπράκη;». «Τώρα, Aνδρέα, θα μηρυκάζουμε τις προδικτατορικές εμμονές; Τα Ιουλιανά;». «Ποιες εμμονές; Μην ξεχνάς ότι εγώ βγήκα στο μπαλκόνι της Χρήστου Λαδά και κάλεσα το μαινόμενο πλήθος να αποχωρήσει και να διαλυθεί όταν πήγαν να κάψουν το Συγκρότημα. Σε πληροφορώ, λοιπόν, ότι με διέταξε ο «Γέρος» να πάω για να δώσουμε στον Χρήστο μια ευκαιρία να γυρίσει το παιχνίδι από την αποστασία. Αλλο, όμως, αυτό και άλλο να του δοθεί η δυνατότητα να θέσει υπό την αιγίδα του μια τόσο κρίσιμη επίσκεψη και τις σχετικές διεργασίες στην αντιπολίτευση. Τα ίδια μου κάνει και με τον Βίλι Μπραντ»». Ο ηγέτης του ΠαΣοΚ αξίωσε να γίνει στο Καστρί. Το γεύμα δόθηκε και τις επόμενες ημέρες ο Μιτεράν «θα συναντηθεί στο Βραχάτι με τους ηγέτες της αντιπολίτευσης σε… δύο κύκλους, καθώς λόγω του «Κ» (Κομμουνιστικό Κόμμα) δεν μπορούσαν να κάτσουν στο ίδιο τραπέζι ο Χαρίλαος Φλωράκης με τον Μπάμπη Δρακόπουλο! Ο καλλιεργημένος Χρήστος Λαμπράκης, ο λάτρης της όπερας, θα αντιδράσει στην αρχή με μνησικακία στη σχετική ενημέρωση του Μίκη. Aισθάνθηκε ότι τον άδειασαν, τον προσέβαλαν».

    Ο Λαλιώτης στο Βραχάτι

    Μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’80 οι υπόγειες διεργασίες για τη συσπείρωση της Αριστεράς ήταν σε πλήρη εξέλιξη. Ο Μίμης Ανδρουλάκης καταφθάνει στο Βραχάτι για να ενημερώσει σχετικά τον Μίκη. «Οι διακριτικές επαφές μου του ’86-’87 με τον Λεωνίδα Κύρκο είχαν φτάσει κοντά σε τελικό αποτέλεσμα προτού γίνει γνωστό οτιδήποτε. Είχαν, επίσης, ωριμάσει για συμμετοχή τους στον σχεδιαζόμενο Συνασπισμό οι «πασοκογενείς» Aπόστολος Λάζαρης, Σοσιαλιστική Πορεία (Κωνσταντόπουλος, Νέστορας, Βάσης, Νοταράς κ.ά.), Γεράσιμος Αρσένης (Σοσιαλιστικό Κόμμα), Γιώτας κ.ά., πέρα από τους Δρεττάκη, Ιντζέ, Παναγούλη, Σοσιαλιστική Πρωτοβουλία (Μπ. Πρωτόπαπας) και βέβαια η ΕΔΑ του Α. Λεντάκη. Ο Στέλιος, ο κηπουρός, όπως πάντα είχε ετοιμάσει ένα ταψί κατσίκι με πατάτες στον ξυλόφουρνο, έξω στον κήπο. Καθόμαστε τρεις το μεσημέρι για να το ξεκοκαλίσουμε. Ομως στο ταψί πρόσεξα μερικά ύποπτα σημάδια. Οι πάνω ξεροψημένες πατάτες είχαν αφαιρεθεί, ενώ η ιατροδικαστική μου εξέταση στο κατσίκι διαπίστωνε ότι είχαν αφαιρεθεί μερικά κομμάτια του και μάλιστα κάποιο επιδέξιο χέρι το επανατοποθέτησε με τρόπο που να κρύβει τις τομές. Ο Στέλιος τα έχασε με τις ερωτήσεις μου, ενώ η κάνουλα στο βαρέλι του κρασιού «Μαρξ» είχε στάξει υπερβολικά στις πλάκες. Aντίθετα, ο καλεσμένος δεν δοκίμασε από το βαρέλι «Λένιν». Η θεατρική κρυψίνοια του Μίκη με έκανε να του πω: «Ψηλέ», να δεις που θα ξιδιάσει το βαρέλι «Μαρξ»». Ο Θεοδωράκης έσκασε στα γέλια και του αποκάλυψε ότι «τσίμπησε λίγο ένας φίλος σου». «Κατάλαβα, ήταν ο Κώστας Λαλιώτης. «Θα οργανωθεί μυστικός δείπνος στο Καστρί με τον Aνδρέα»».

    Σχετικά με τον Κώστα Λαλιώτη, ο συγγραφέας αναφέρει σε άλλο σημείο: «Είχαμε υποτιμήσει όμως ότι ακόμα και οι κινήσεις του Λαλιώτη, όπως και του επίσης μη δελφίνου Γιάννη Αλευρά, προκαλούσαν ανασφάλεια στον καχύποπτο Ανδρέα, ιδιαίτερα μετά το ’86-’87, όταν τα αντανακλαστικά του είχαν εμφανώς αποδυναμωθεί. Ετσι στην τελευταία, πριν «Κοσκωτά», συνάντηση του Ανδρέα με τον Φλωράκη εκείνος με ύφος αμφίσημο, υποθέτω μεταξύ σοβαρού και αστείου, του υποδηλώνει: «Χαρίλαε, πρόσεξε, σε παρακαλώ, αυτά τα πάρε δώσε του Aνδρουλάκη με τον Λαλιώτη. Aυτοί πάνε να μας εκπαραθυρώσουν ως δεινόσαυρους»».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτική