• Αναζήτηση
  • Χάνονται 50 εκατ. ευρώ ετησίως για συγγράμματα

    Η αλήθεια είναι μία και είναι απλή: αποτελεί τεράστια σπατάλη για ένα κράτος που διανύει έτη μνημονίων και αντιμετώπισε κατά μέτωπο τη χρεοκοπία να ξοδεύει 50 εκατ. ευρώ τον χρόνο σε πανεπιστημιακά συγγράμματα, όταν το λειτουργικό κόστος όλων των ΑΕΙ της χώρας είναι περίπου 90 εκατ. ευρώ...

    Η αλήθεια είναι μία και είναι απλή: αποτελεί τεράστια σπατάλη για ένα κράτος που διανύει έτη μνημονίων και αντιμετώπισε κατά μέτωπο τη χρεοκοπία να ξοδεύει 50 εκατ. ευρώ τον χρόνο σε πανεπιστημιακά συγγράμματα, όταν το λειτουργικό κόστος όλων των ΑΕΙ της χώρας είναι περίπου 90 εκατ. ευρώ…
    Και παράλληλα η πραγματικότητα αυτή αποτελεί μία ακόμα ελληνική παραδοξότητα, καθώς σε όλα τα πολιτισμένα κράτη του κόσμου στόχος είναι η οργάνωση και ενίσχυση των δανειστικών ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών και το online δωρεάν πανεπιστημιακό σύγγραμμα.
    Το ιδιότυπο πολιτικό «τανγκό» που χόρεψαν την περασμένη εβδομάδα το υπουργείο Παιδείας και οι εκδότες επιστημονικών βιβλίων στη χώρα, με τους φοιτητές «ομήρους» στη μέση, έληξε, με τις εντυπώσεις ξεκάθαρα υπέρ του πρώτου. 
    Οπως αποκαλύπτουν τα στοιχεία που υπάρχουν, από το 2010 που ξεκίνησαν οι πολιτικές λιτότητας στην εκπαίδευση οι μόνοι «κωδικοί» που δεν μειώθηκαν ήταν εκείνοι των εκδοτών επιστημονικών βιβλίων, οι οποίοι συνεχίζουν να χρεώνουν το κράτος με περίπου 50 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Το ποσό αυτό δε προστίθεται σε ένα συνολικό χρέος που απλώς διαιωνίζεται.
    Ο «Κάλλιπος» περιμένει
    Στα παραπάνω ωστόσο, πανεπιστήμια και υπουργείο Παιδείας έχουν να επιδείξουν ένα έργο που, αν και πρωτοποριακό, ποτέ δεν ενισχύθηκε: τον «Κάλλιπο», την πρώτη διαδικτυακή βάση ανοιχτών πανεπιστημιακών συγγραμμάτων που συγκροτήθηκε πριν απο έξι χρόνια και στήθηκε από τους καθηγητές του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου. Σε αυτή βρίσκονται σήμερα 700 βιβλία, ενώ έχουν συμμετάσχει 3.000 καθηγητές σε σύνολο περίπου 15.000.
    «Η δαπάνη για την παροχή συγγραμμάτων εκ μέρους της Πολιτείας δεν πρέπει να μειωθεί, αλλά μπορεί να εξορθολογιστεί ριζικά και να αρχίσει να εφαρμόζεται η αρχή η οποία ισχύει σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ότι δηλαδή περιεχόμενο που αποκτάται με δημόσια δαπάνη, στο μέτρο πάντοτε του δυνατού, θα πρέπει να είναι διαθέσιμο με ανοιχτή πρόσβαση» λέει ένας εκ των ιδρυτών  του «Καλλίπου», ο επίκουρος καθηγητής Βιβλιοθηκονομίας και Συστημάτων του ΤΕΙ Αθήνας κ. Δημήτρης Κουής. 
    «Τα βασικά σημεία αλλαγών πρέπει να είναι η ενίσχυση των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών, η καθολική εφαρμογή της διάθεσης με ελεύθερη πρόσβαση ηλεκτρονικών βιβλίων και σημειώσεων από τους καθηγητές, και η στενή συνεργασία με τους ελληνικούς επιστημονικούς εκδοτικούς οίκους για την υιοθέτηση ενός πιο ορθολογικού τρόπου διάθεσης του εμπορικού περιεχομένου με την ταυτόχρονη χρήση του έντυπου και ηλεκτρονικού βιβλίου» λέει ο ίδιος μιλώντας στο «Βήμα».
    Τι δείχνουν οι αριθμοί
    Οπως αποκαλύπτουν τα στοιχεία του Συνδέσμου Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών ανά έτος πρέπει κάποιος να υπολογίζει τα εξής: 
    n Σύμφωνα με τα στοιχεία της διανομής του 2014-2015, μοιράστηκαν, κατά προσέγγιση, 2.120.000 έντυπα βιβλία σε περίπου 230.000 φοιτητές (σχεδόν πέντε συγγράμματα ανά φοιτητή ανά ακαδημαϊκό εξάμηνο), με ετήσιο κόστος που ανέρχεται σε περίπου 54 εκατ. ευρώ και αντιστοιχεί στο 84% των συνολικών δαπανών για την απόκτηση επιστημονικού υλικού από τα ΑΕΙ. 
    n Σε έρευνα που έγινε και σε  ποσοστό περίπου 60% (για όλα τα επιστημονικά πεδία) οι φοιτητές θεωρούν τις σημειώσεις του καθηγητή τους ή τις δικές τους σημειώσεις τον πιο σημαντικό παράγοντα επιτυχίας στις εξετάσεις, σε αντίθεση με το διανεμόμενο διδακτικό σύγγραμμα, που το θεωρούν σημαντικό σε ποσοστό μόλις 26%. Επιπλέον, ένας στους δύο φοιτητές (46%) θα επαναχρησιμοποιήσει μόνο ένα από τα δέκα συγγράμματα που προμηθεύτηκε και χρησιμοποίησε κατά τη διάρκεια των σπουδών του, για να ολοκληρώσει με επιτυχία την εξεταστική δοκιμασία.
    n Οπως έδειξε η ηλεκτρονική βάση δεδομένων του υπουργείου Παιδείας «Εύδοξος», οι εκδοτικοί οίκοι είναι σήμερα περίπου 650. Πέρυσι υπήρχαν και περίπου 800 «αυτοεκδότες» συγγραμμάτων, θεσμός όμως που καταργήθηκε και εντάχθηκε στις εκδοτικές εταιρείες. Μέχρι πέρυσι, οι δύο ως άνω κατηγορίες είχαν καταχωρίσει στον «Εύδοξο», κατά προσέγγιση, 42.000 συγγράμματα, με «ενεργούς»  περίπου 16.000 τίτλους εξ αυτών.
    «Παρά το υψηλό κόστος του – κυρίως λόγω υπερκοστολογήσεων (αλλά όχι μόνο), οι οποίες έγινε συστηματική προσπάθεια να μειωθούν τα τελευταία χρόνια -, το ισχύον σύστημα συγγραμμάτων πρέπει επίσης να πιστωθεί με ένα μεγάλο επίτευγμα που συνέβαλε σημαντικά στον εκσυγχρονισμό και στη διεθνοποίηση της πανεπιστημιακής μας εκπαίδευσης» λέει σχετικά ο κ. Στέφανος Τραχανάς, διευθυντής των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης και του online διαδικτυακού κέντρου «Mathesis».«Το ότι τις τελευταίες τρεις-τέσσερις δεκαετίες μεταφράστηκαν και κυκλοφόρησαν στα ελληνικά αρκετές εκατοντάδες από τα πιο καταξιωμένα συγγράμματα της διεθνούς βιβλιογραφίας αλλά και πολλά πρωτότυπα βιβλία των οποίων οι συγγραφείς αποδέχονται το διεθνές κριτήριο ποιότητας και ανταποκρίνονται στην πρόκληση του ανταγωνισμού και της άμιλλας. Τα βιβλία αυτά δεν θα είχαν εκδοθεί ποτέ χωρίς τη λειτουργία ενός συστήματος κρατικής παρέμβασης, όπως το ισχύον σύστημα συγγραμμάτων. Είμαστε μια μικρή χώρα, με μικρή εθνική αγορά, η οποία αδυνατεί να στηρίξει από μόνη της την παραγωγή ποιοτικών πανεπιστημιακών συγγραμμάτων, των οποίων το κόστος είναι συχνά μέχρι και δεκάδες φορές υψηλότερο από το κόστος ενός κοινού βιβλίου. Με όρους καθαρά ελεύθερης αγοράς, το πανεπιστημιακό βιβλίο δεν μπορεί να σταθεί. Θα επιστρέψουμε ταχύτατα στο… ένδοξο παρελθόν» συνεχίζει.
    Να πληρώνονται για… να μη γράφουν
    Τι κάνουμε όμως σήμερα; «Παρά τη μεγάλη πρόοδο που έχει γίνει τα τελευταία χρόνια με την πλούσια παραγωγή συγγραμμάτων πραγματικά εθνικής κυκλοφορίας – που χρησιμοποιούνται δηλαδή από πολλά ομοειδή τμήματα σε όλη την Ελλάδα -, εν τούτοις διατηρούνται επίσης στη ζωή – χάρις στο ισχύον σύστημα βεβαίως – πολλά «βιβλία» των οποίων οι συγγραφείς μάλλον θα έπρεπε να πληρώνονται για να… μη γράφουν. Δηλαδή βιβλία που γράφονται αποκλειστικά για… αιχμάλωτους αναγνώστες: τους φοιτητές του μαθήματος το οποίο διδάσκει ο ίδιος ο συγγραφέας.
    Ενας σοβαρός εξορθολογισμός του σημερινού συστήματος, που θα μείωνε σημαντικά (ως και στο 60%) το κόστος του και θα αύξανε ταυτόχρονα την εκπαιδευτική του αποτελεσματικότητα, θα έπρεπε να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Να ενθαρρύνει τη δημιουργία συγγραμμάτων εθνικής κυκλοφορίας – αυτά που τα επιλέγουν πολλοί πανεπιστημιακοί δάσκαλοι σε όλη τη χώρα – και να αποθαρρύνει «βιβλία» της δεύτερης κατηγορίας. Επαναφέροντάς τα στο είδος στο οποίο πραγματικά ανήκουν: πανεπιστημιακές σημειώσεις – προσβάσιμες ηλεκτρονικά» καταλήγει.
    «Απαιτούνται ρηξικέλευθες λύσεις»
    Από την πλευρά τους, τα πανεπιστήμια έπαθαν πρόσφατα ένα σοκ. Με την άρνηση του Συλλόγου Εκδοτών Επιστημονικών Βιβλίων να μοιράσουν εφέτος τα βιβλία στα πανεπιστήμια της χώρας την περασμένη εβδομάδα, κατ’ αρχήν, αντιμετώπισαν την πιθανότητα… καταλήψεων από τους φοιτητές!
    Πιεσμένο από το «χρέος» των 50 εκατ. ευρώ προς τους εκδότες το υπουργείο Παιδείας αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να δώσει νέες υποσχέσεις στους εκδότες επιστημονικών βιβλίων ότι θα πληρώσει γρήγορα τις οφειλές του, εν όψει όμως διαβουλεύσεων για αλλαγή του σχετικού νόμου. 
    «Είναι αυτονόητο ότι απαιτούνται έλλογες ρηξικέλευθες λύσεις» λέει ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Αιγαίου κ. Στέφανος Γκρίτζαλης. «Υστερα από δέκα και πλέον χρόνια διεξοδικών συζητήσεων για το θέμα, το υπουργείο Παιδείας πρέπει να αναζητήσει τη δυνατότητα ενίσχυσης των δανειστικών βιβλιοθηκών και ταυτόχρονα ανοιχτής αξιοποίησης, από την ακαδημαϊκή κοινότητα και κυρίως από φοιτητές και φοιτήτριες, όλων των άρτια επιλεγμένων συγγραμμάτων αποκλειστικά σε ηλεκτρονική μορφή, αφού πρώτα καλυφθούν ικανοποιητικά τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας των συγγραφέων τους».


    Επισατολή του προέδρου των εκδοτών επιστημονικών βιβλίων

    Την άποψη του για το θέμα των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων δίνει ο πρόεδρος του Συλλόγου εκδοτών επιστημονικών βιβλίων Αλέξανδρος Παπαζήσης, απαντώντας σε σχετικό δημοσίευμα του «Βήματος».

    Ο κ. Παπαζησης κάνει λόγο για ανακρίβειες και τονίζει: «Η δαπάνη του ακαδημαϊκού έτους 2011-2012, ανήρχετο σε 100 εκατομμύρια ευρώ περίπου. Σήμερα ανέρχεται σε 51 εκατομμύρια ευρώ ήτοι 49% συνολικές περικοπές. Κατά την περσινή ακαδημαϊκή χρονιά  ανήρχετο σε 66 εκατομμύρια ευρώ. Σε ποιους απείρακτους κωδικούς αναφέρεστε;», λέει στην επιστολή του ο κ. Παπαζήσης.

    Εκφράζει την άποψη ότι «η συγκεκριμένη δαπάνη είναι η χαμηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ενωση με μέσο ετήσιο κόστος περίπου 240€ ανά φοιτητή όταν στην Φιλανδία η αντίστοιχη δαπάνη ανέρχεται σε 1.750€ ανά φοιτητή και στη Βουλγαρίαπερίπου 300. Πιθανόν η εμβάθυνση στην επιστήμη και στη γνώση να μην είναι ιδιαίτερα σημαντική για εσάς ή για το ελληνικό κράτος».

    Και καταλήγει: «Πλέον υπάρχουν πολλά και καλά συγγράμματα και ο φοιτητής μπορεί να επιλέγει έχοντας πολλαπλές επιλογές από τα καλύτερα συγγράμματα παγκοσμίως. Αιχμάλωτους φοιτητές είχαν μόνο οι αυτοεκδότεςκαι αυτό επειδή μπορούσαν να υποχρεώσουν τους φοιτητές να προμηθευτούν το δικό τους σύγγραμμα. Τον θεσμό αυτό κατήργησε η Σία Αναγνωστοπούλου επί υπουργίας  της, εξοικονομώντας για το ελληνικό δημόσιο πάνω από 3 εκατομμύρια ευρώ ετησίως

    Κανένα bras de fer και κανένας πόλεμος με το Υπουργείο δεν υπήρξε και δεν υπάρχει. Υπήρχε και υπάρχει μια απελπισμένη κραυγή αγωνίας επαγγελματιών , στην πλειοψηφία τους μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, που είναι απλήρωτοι, σε κάποιες περιπτώσεις, έως και 18 μήνες – όταν η νομοθεσία προέβλεπε εξόφληση εντός διμήνου-  και αδυνατούν να ανταποκριθούν σε στοιχειώδεις υποχρεώσεις τους. Στο εξωτερικό που αναφέρεστε, υπάρχουν οργανωμένες βιβλιοθήκες με εκατομμύρια τίτλους βιβλίων που τα αγοράζουν  (σε τιμές πολλαπλάσιες των ελληνικών), ενισχύοντας έτσι την έρευνα και την επιστημονική ανάγνωση».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Κοινωνία