Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
«Να ξεκαθαρίσω ότι άλλο εγώ, άλλο τα βιβλία μου, τα τραγούδια μου. Δεν είμαι το έργο μου. Είμαι η ζωντανή μου συνείδηση». Μανώλης Ρασούλης. Απλά και καθαρά ο στιχουργός, τραγουδοποιός, τραγουδιστής, συγγραφέας και δημοσιογράφος περιγράφει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τον εαυτό του. Εγώ θα πρόσθετα και το έργο του. Ενα έργο συνείδησης της Ελλάδας.

Τη συνολική του προσφορά τουλάχιστον στη μουσική θα έχουμε τη δυνατότητα να τη διαπιστώσουμε απόψε –Κυριακή –στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Φεστιβάλ Αθηνών. Τίτλος αφιερώματος, «Ολα σε θυμίζουν». Παράσταση που περιλαμβάνει τα ωραιότερα τραγούδια του μέσα από τις δισκογραφικές συνεργασίες του με σημαντικούς συνθέτες και ερμηνευτές, στίχους και κείμενά του, εικόνες και αισθήσεις ενός μεγάλου δημιουργού που σημάδεψε τη σκέψη του προηγούμενου αιώνα.

Ο Μανώλης Ρασούλης πέθανε τον Μάρτιο του 2011 σε ηλικία 66 ετών. Πολλά είχε κάνει, αν και θα μπορούσε για έναν και μόνο δίσκο να μείνει στην Ιστορία της Τέχνης. «Η εκδίκηση της γυφτιάς» με τον Νίκο Ξυδάκη (μουσική) και ερμηνευτές τους Νίκο Παπάζογλου, Δημήτρη Κοντογιάννη, Σοφία Διαμάντη, Διονύση Σαββόπουλο άλλαξε για πάντα την πορεία του λαϊκού τραγουδιού στην Ελλάδα. Σε παραγωγή του Διονύση Σαββόπουλου. Κυκλοφορία 1978. Studio Αγροτικόν. Εταιρεία: Lyra. «Η εκδίκηση της γυφτιάς», κάτι πρωτόγνωρο για τη δεκαετία που κυκλοφόρησε αν και κατακρίθηκε και του έγινε η ζωή δύσκολη από τα δύο τότε κρατικά κανάλια. Ο διευθυντής προγράμματος της ΥΕΝΕΔ επέστρεψε τον δίσκο στον Πατσιφά (ιδρυτής της δισκογραφικής εταιρείας Lyra) με το σημείωμα «είναι εθνικώς απαράδεκτος» είχε αναφέρει ο Νίκος Παπάζογλου.
Τίτλος σοκαριστικός για δεξιούς και αριστερούς, ασχέτως αν πολλοί από τότε το χρησιμοποιούν σε πολλές εκφάνσεις της ζωής τους, χωρίς ίσως να γνωρίζουν και την αφετηρία του. Σουρελαϊσμός λαϊκός, νέα γλώσσα, νεανική διάλεκτος. Παραξένεψε πολλούς. Αλλά αυτή η τρελοπαρέα είχε καταφέρει να πετάξει την πρώτη πέτρα στο τζάμι της ελληνικής μουσικής –και γλώσσας –ραγίζοντας το γυαλί. Η νεολαία κυρίως βρήκε έναν νέο οδηγό, έναν νέο τρόπο περιγραφής – καταγραφής της ζωής της, που δεν έφερνε την ταμπέλα του έντεχνου. Οπως το ορίζουμε στην αρχή της Μεταπολίτευσης. Το έντεχνο έπαιξε τον σημαντικό του ρόλο στην ιστορία –και όχι μόνο του τραγουδιού –αλλά το κοινό είχε ανάγκη νέων εκφράσεων.
Το σημαντικότερο φυσικά δεν είναι η συνολική αποδοχή του «αιρετικού» αυτού άλμπουμ από όλους στο πέρασμα των ετών αλλά το γεγονός ότι και η επόμενη δεκαετία για τον Μανώλη Ρασούλη ήταν σημαντική. Η πορεία συνεχίστηκε, σφραγίστηκε με τον Μάνο Λοΐζο («Ολα σε θυμίζουν», «Πες μου πώς γίνεται», «Τίποτα δεν πάει χαμένο»), τον Χρήστο Νικολόπουλο («Οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα η αγάπη μένει», «Με τα φώτα νυσταγμένα»), τον Πέτρο Βαγιόπουλο κ.ά. Τις επόμενες δεκαετίες δεν μπορούμε να πούμε ότι αποτραβήχτηκε αλλά ουσιαστικά προσπαθούσε να «προστατεύσει» τις ιδέες του, σε μια εποχή που έψαχνε να βρει την πολιτισμική της πυξίδα σε διαφορετικά μονοπάτια.
«Πάντα, τότε, ονειρευόμουν να γίνω σκηνοθέτης να γυρίσω μια ταινία πάνω σε βιβλίο του Καζαντζάκη, σε μουσική Θεοδωράκη. Πρόλαβε άλλος με τον “Ζορμπά”. Και πολύ καλά έκανε». Και συνεχίζει: «Ηθελα, όμως, κατά βάθος να γίνω φιλόσοφος. Να καταγίνομαι με τις μεγάλες ιδέες και τα μυστικά του κόσμου. Μου προέκυψαν όλα. Ως διά μαγείας. Βοήθησα κι εγώ την Αθηνά να πράξει τις σκέψεις της». Απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του με τίτλο «Βερβελίδες της Αμάλθειας – Αναφορά στον Χόμο Σάπιενς», που εκδόθηκε έναν χρόνο μετά τον θάνατό του.

Σε αυτό το απόσπασμα λοιπόν ο Μανώλης Ρασούλης αναφέρει ότι ήθελε να γίνει φιλόσοφος. Δεν ξέρω αν το ενστερνίστηκε ποτέ αλλά ήταν φιλόσοφος. Ενας φιλόσοφος σαρκαστικός και αυτοσαρκαζόμενος, ένας φιλόσοφος που επενέβαινε όταν έκρινε.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ