Στη μέχρι τώρα διερεύνηση καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η παγκοσμιοποίηση δεν έχει ολοκληρωθεί, ούτε βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο της. Πολλοί αναλυτές της τεχνολογίας και φυσικοί επιστήμονες ισχυρίζονται ότι μια σειρά μεγάλων ανακαλύψεων που θα αλλάξουν τη μορφή του κόσμου και τον τρόπο ζωής μας βρίσκονται μπροστά μας και όχι πίσω μας, αλλά μπορούν προεξοφληθούν ως πιθανές ή βέβαιες για την επόμενη τριακονταετία. Ηδη προαναγγέλλονται εφαρμογές στον τομέα της ρομποτικής, της νανοϊατρικής, του αυτοματισμού και της ταχύτητας και μετάδοσης συμπερασμάτων των υπολογιστών, που μαζί έχουν μεγαλύτερες συνέπειες στην απασχόληση από ό,τι το σύνολο της Βιομηχανικής Επανάστασης από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα.
Η παγκοσμιοποίηση όμως προϋποθέτει μια ενιαία αγορά σε όλη την υφήλιο καθώς και ανταλλαγές πληροφοριών ανάμεσα σε επιστημονικές ομάδες έρευνας και εξειδικευμένα ινστιτούτα. Η διαδικασία αυτή προχωράει αμείλικτα και κανείς δεν μπορεί να τη σταματήσει. Το πολύ – πολύ που μπορεί να συμβεί είναι ότι χώροι στους οποίους επικρατεί μια παρωχημένη ιδεοληψία μπαίνουν στο περιθώριο για σύντομο ή πιο μακρό χρονικό διάστημα. Στην περίπτωση αυτή, όπως οι παρεμβάσεις του εθνικού κράτους τείνουν να βοηθήσουν όσους συγκροτούν το νέο περιθώριο της κοινωνίας (μακροχρόνιους ανέργους, συνταξιούχους, εξειδικευμένους εργάτες που αντικαθίστανται από μηχανές), η υπερκρατική εξουσία του υποσυνόλου (το Συμβούλιο Υπουργών, η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) πρέπει να ασκούν με συνέπεια και συνέχεια μια πολιτική συνοχής σε όλη την έκταση της Ευρώπης για τις πιο αδύνατες περιοχές.
Είναι σαφές ότι μόνο χώρες που για λόγους φυσικούς (πετρέλαια της Βόρειας Θάλασσας για τη Νορβηγία) ή ιστορικούς (μη συμμετοχή σε πολέμους, εξειδικευμένη κατάκτηση θέσεων αιχμής στο διεθνές εμπόριο για την Ελβετία) συμμετέχουν στη διεθνή κατανομή εργασίας με έναν τρόπο προνομιακό έχουν συμφέρον να μείνουν απομονωμένες έξω από το υποσύνολο της ενιαίας Ευρώπης, που αν ολοκληρωθεί θα μπορεί να προβάλει αρκετά ισχυρές δυνάμεις για να αντισταθεί στα παγκόσμια ρεύματα και στους κινδύνους που παρουσιάζουν αυτά.
Η Ελλάδα υπήρξε από την ένταξή της, και ιδιαίτερα από το 1982, πρωτεργάτης και ενθουσιώδης υποστηρικτής της πολιτικής ενοποίησης της ευρωπαϊκής οικογένειας εθνικών κρατών. Παράλληλα προωθούσε και πολλές φορές επέβαλλε, με τις κατάλληλές συμμαχίες, πολιτικές συνοχής. Ιστορική υπήρξε η δημιουργία των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων που συνδέονταν με τη διεύρυνση προς την Ισπανία και την Πορτογαλία και την αύξηση του ανταγωνισμού για πολλά αγροτικά προϊόντα του Νότου της Ευρώπης. Το αν αυτά τα προγράμματα χρησιμοποιήθηκαν δημιουργικά ή σε μεγάλο βαθμό σπαταλήθηκαν από ένα σύστημα ψηφοθηρίας και πολιτικής πελατείας είναι άλλο ζήτημα και αφορά άλλου είδους συζήτηση. Και εν πάση περιπτώσει: «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ