Ανθρωποι και ζώα

Κόρακας, άλογο, φίδι, σκύλος. Τέσσερα ζωντανά της υπαίθρου για ισάριθμα διηγήματα και ένα ακόμη στον τίτλο της συλλογής

Βασιλική Πέτσα
Μόνο το αρνί
Εκδόσεις Πόλις, 2015,
σελ. 144, τιμή 12 ευρώ

Κόρακας, άλογο, φίδι, σκύλος. Τέσσερα ζωντανά της υπαίθρου για ισάριθμα διηγήματα και ένα ακόμη στον τίτλο της συλλογής προκαταλαμβάνουν διττά την ανάγνωση του νέου βιβλίου της Βασιλικής Πέτσα (Μόνο το αρνί, Πόλις, 2015). Στο επίπεδο της κυριολεξίας, δηλώνουν ένα σκηνικό αφήγησης, παραπέμπουν σε έναν κόσμο αγροτικό. Στο επίπεδο της μεταφοράς, υποψιάζουν για τη συμβολική και την αλληγορική χρήση των ζώων, κατά την παράδοση της λογοτεχνικής ζωολογίας από τον Αίσωπο και δώθε. Ο αναγνώστης που κάνει αυτές τις σκέψεις δεν θα διαψευσθεί. Στην ελληνική επαρχία διαδραματίζονται οι ιστορίες που εκτυλίσσονται στο βιβλίο, σε τόπους απομακρυσμένους χωρικά από το μητροπολιτικό κέντρο της αστικής ζωής και απομακρυσμένους χρονικά από την επικαιρότητα.

Ο Τάσος, τσοπανόπουλο από χωριό της Καρδίτσας – γενέτειρα της συγγραφέως -, κατατάσσεται στον πόλεμο του ’40 και έπειτα παίρνει, αντάρτης, τα βουνά και γίνεται τοπικός ήρωας («Ο κόραξ εξελθών»). Μια μικρή χωριατοπούλα με λατρεία στη ζάχαρη εκτίθεται στην πρόωρη ρήξη του ιστού της αθωότητας («Ο καθένας άλογο»). Ενας αριστερός καθηγητής πνίγεται ενώ η μικροαστική οικογενειακή ζωή στη δικτατορία τον αναγκάζει να καταπιέσει τα φρονήματά του («Φίδι στον κόρφο»). Τρεις καθηγητές διορισμένοι στη μεταπολεμική ελληνική επαρχία, ξένοι με το περιβάλλον τους σαν ήρωες αγγελοπουλικού δράματος, συναντιούνται με ένα βοσκόπουλο που ακολουθεί αντίστροφη πορεία («Ανθρωποι και σκύλοι»).
Στη φρενίτιδα της κρίσης και της θεματικής που επιβάλλει σε ορισμένους συγγραφείς, φρέσκους και καταξιωμένους, η Πέτσα συμπορεύεται με μια ομήγυρη νέων συγγραφέων γεννημένων στην επαρχία – Παπαμόσχος, Παλαβός, Παπαμάρκος – που ακολουθούν φυγόκεντρη πορεία αναζητώντας τις ρίζες μιας χαμένης ελληνικότητας στον κόσμο της υπαίθρου και ψάχνοντας ερμηνείες για τις δυστοκίες του παρόντος ανασκαλεύοντας τραύματα παλιά, της Μικρασιατικής Καταστροφής, του πολέμου και του Εμφυλίου.
Στο πρώτο διήγημα της συλλογής – γραμμένο σε ντοπιολαλιά, όπως το Γκιακ του Παπαμάρκου, η οποία ενισχύει την αληθοφάνεια της αφήγησης του ηλικιωμένου μπαρμπα-Λάμπρου, που εξιστορεί σε έναν ξωμερίτη τη ζωή και τα παθήματα του ντόπιου Βασίλη Αρβανίτη – η συγγραφέας ανακαλύπτει και χειρίζεται με δεξιοσύνη τους θησαυρούς του εκφραστικού οπλοστασίου της προφορικής γλώσσας της υπαίθρου, της δημοτικής λογοτεχνίας και της λαϊκής φαντασίας. Ο ρεαλισμός της πρώτης αφήγησης δίνει τη θέση του σε μια αφήγηση συμβολική και ακολούθως σε μια μεταμοντέρνα αφήγηση με απότομα κοψίματα και απροειδοποίητες εναλλαγές φωνών. Μετά τη νουβέλα Θυμάμαι (Πόλις, 2011) και τη συλλογή διηγημάτων Ολα τα χαμένα (Πόλις, 2012) η νεαρή συγγραφέας συνεχίζει να πειραματίζεται. Δεν διακρίνουμε κάποια αγχώδη αναζήτηση ύφους, περισσότερο μια περιέργεια για τη γραφή και τους τρόπους της. Σταθερά παραμένουν, μετά από τρία βιβλία, η άσκηση στην πολυφωνική αφήγηση, στη λεκτική απόδοση μιας κινηματογραφικής θέασης των πραγμάτων, στην ελλειπτική διατύπωση που δημιουργεί σιωπές όλο νόημα και η μακρόθυμη στάση απέναντι στους χαρακτήρες – η συγγραφέας δεν κατακρίνει, δεν επιδοκιμάζει, κατανοεί. Κυρίως όμως σταθερή μένει η ποιότητα της γλώσσας της, που την έχουμε δει να τανύεται με ευλυγισία από τον στακάτο στον παραληρηματικό λόγο χωρίς ξέφτια και φλυαρίες. Μια αξιόλογη συγγραφική φωνή που μοχθεί για τη γραφή με τη σοβαρότητα του εργάτη χωρίς επιδεικτική σοβαροφάνεια.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk