Οι Ελληνες αλλιώς

Σε αντίθεση με τις γενιές των φοιτητών και φιλιστόρων που γαλουχήθηκαν ιστορικά μέσα από τη Σύντομη ιστορία της νεότερης Ελλάδας του Ρίτσαρντ Κλογκ

Thomas W. Gallant
The
Edinburgh History of the Greeks,
1768 to 1913: The Long Nineteenth Century
Εκδόσεις Edinburgh University Press, 2015,
σελ. 320, τιμή 44,77 ευρώ

Σε αντίθεση με τις γενιές των φοιτητών και φιλιστόρων που γαλουχήθηκαν ιστορικά μέσα από τη Σύντομη ιστορία της νεότερης Ελλάδας του Ρίτσαρντ Κλογκ, το ελληνικό και ξένο κοινό που θα ήθελε σήμερα να καταφύγει σε ένα ανάλογο εγχειρίδιο βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση.

Γιατί τα τελευταία χρόνια η νεότερη και η σύγχρονη ελληνική ιστορία έχουν γνωρίσει αξιόλογες ιστοριογραφικές συνθέσεις γραμμένες από καλούς ιστορικούς τόσο στα ελληνικά όσο και στα αγγλικά. Η Ιστορία των Ελλήνων κατά τον μακρύ 19ο αιώνα (1768-1913), το νέο βιβλίο του Τομ Γκάλαντ, καθηγητή στην έδρα της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας (San Diego), δεν είναι ακριβώς ένα ακόμη εγχειρίδιο νεότερης ελληνικής ιστορίας. Το στοιχείο που καθιστά το βιβλίο διαφορετικό είναι συγκεκριμένες μεθοδολογικές επιλογές οι οποίες, αν και δεν ελλείπουν από παρόμοιες ιστοριογραφικές συμβολές, εδώ λειτουργούν αθροιστικά σαν πλέγμα.
Οθωμανικός εμφύλιος


Ο συγγραφέας, όπως δηλώνεται προγραμματικά στην εισαγωγή, έχει επιλέξει να γράψει μια ιστορία των Ελλήνων, όχι της Ελλάδας. Η επιλογή αυτή αποδεσμεύει το ιστοριογραφικό του εγχείρημα από τα στενά όρια της Ελλάδας του 19ου αιώνα για να το υπερακοντίσει όπου υπήρχαν Ελληνες την εποχή εκείνη: στη Ρωσία και στον Δούναβη, από τις πηγές ως τη λεκάνη της Μαύρης Θάλασσας, στη Βιέννη, στην Κωνσταντινούπολη, στην Αλεξάνδρεια ή στη Σμύρνη. Η προσέγγιση που επιχειρείται είναι διεπιστημονική: ο Γκάλαντ συνυφαίνει τη στρατιωτική και την πολιτική ιστορία με τα οικονομικά, τη γεωγραφία, την κοινωνική ανθρωπολογία και τις σπουδές του φύλου. Τέλος, ο συγγραφέας θεωρεί την ελληνική ιστορική εμπειρία αναπόσπαστο μέρος ευρύτερων γεωπολιτικών, κοινωνικοοικονομικών και πολιτισμικών πραγματικοτήτων, ένα οργανικό, θα λέγαμε, ανάπτυγμά τους. Ετσι, για παράδειγμα, το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου αφιερώνεται στους Ρωσοτουρκικούς πολέμους του ύστερου 18ου αιώνα όπου, αφού αναλυθούν με λεπτομέρεια οι όψεις της σύγκρουσης της Μ. Αικατερίνης με την Πύλη, ο ελληνικός παράγοντας εισάγεται στην αφήγηση ως ανάπτυγμα μιας πολύ ευρύτερης πραγματικότητας που δεν είναι άλλη από τη Ρωσική Αυτοκρατορία και τη βαθμιαία εξάπλωσή της. Η ανάλυση, από την άλλη πλευρά, της ελληνικής εμπειρίας του 1821 διαθλάται μέσα από το πρίσμα της οσμανικής κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής πραγματικότητας. Υπό αυτή την έννοια, ο συγγραφέας αντιμετωπίζει την Επανάσταση ως ένα είδος οθωμανικού εμφυλίου πολέμου συνολικά, καθώς ένα συγκεκριμένο τμήμα της οθωμανικής νομιμότητας, για παράδειγμα οι προεστοί ή οι κλεφταρματολοί, επιδίωξαν απόσχιση διεξάγοντας πόλεμο ο οποίος στη συνέχεια εξελίχθηκε σε εμφυλίους μικρότερης κλίμακας. Το πνεύμα του ιστορικού αναθεωρητισμού που πνέει ισχυρό στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες της Αμερικής είναι αισθητό σε πολλά σημεία του βιβλίου.
Είτε συμφωνήσει είτε διαφωνήσει κανείς μαζί της, η πραγμάτευση των περίπου 14 δεκαετιών του νεοελληνικού βίου που επιχειρεί ο Τομ Γκάλαντ θα προκαλέσει συζητήσεις. Οπως κάθε εγχείρημα, έτσι και το δικό του έχει τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία του. Ορισμένες από τις αδυναμίες θα μπορούσαν εύκολα να είχαν αποφευχθεί, είτε πρόκειται για σφάλματα τυπογραφικά (τα οποία αφθονούν σε εξοργιστικό σχεδόν βαθμό, ιδιαίτερα στα ελληνικά) είτε για λάθη πραγματολογικά (για παράδειγμα, αρχική κινητήρια δύναμη της Φιλικής Εταιρείας δεν ήταν ο Ξάνθος αλλά ο Σκουφάς· τα κόμματα στην οθωνική Ελλάδα δεν ήταν τέσσερα αλλά τρία κ.ά.). Οι αδυναμίες του βιβλίου όμως δεν θα πρέπει να επισκιάσουν τις αρετές του.
Ο κριτής ενός επιστημονικού συγγράμματος ξεκινά συνήθως να διαβάζει από πίσω προς τα εμπρός, από τη βιβλιογραφία. Εντύπωση προκαλεί το ότι, χωρίς να αγνοούνται παλαιότερα έργα, οι περισσότερες μελέτες στις οποίες στηρίζεται το έργο έχουν γραφτεί μετά το 2000. Ο συγγραφέας έχει κοπιωδώς αναζητήσει ό,τι πιο καινούργιο έχει να προσφέρει η βιβλιογραφική παραγωγή της επιστήμης του. Αλλη αρετή είναι η σφαιρικότητα της ανάλυσης και η πρωτοτυπία της: ο αναγνώστης μεταφέρεται από τα πεδία των μαχών σε χωράφια, βιοτεχνίες και εργοστάσια, μπαίνει σε κοινοβούλια, δημόσια κτίρια και ιδιωτικές οικίες, σε επαύλεις και χαμόσπιτα, παρακολουθεί σπουδαίους αλλά και άσημους ανθρώπους να αγωνίζονται, να ζουν μαζί, να σκοτώνονται και να σκοτώνουν.
Δόσεις μικροϊστορίας


Ο συγγραφέας, αξιοποιώντας κατάλληλα τις πηγές του, εμβολιάζει σε καίρια σημεία τη «μεγάλη αφήγηση» του βιβλίου με δόσεις μικροϊστορίας οι οποίες εξειδικεύουν και προσωποποιούν με τρόπο γοητευτικό το ιστοριογραφικό του σχήμα αποτελώντας με τη σειρά τους ιστορίες μέσα στην Ιστορία. Ετσι γνωρίζουμε τον μάλλον ξεχασμένο σήμερα Σωτήρη Σωτηρόπουλο, έναν μεσσήνιο μεγαλοκτηματία και πολιτικό της δεκαετίας του 1860, την Κατερίνα Ραψομανίκη, από τη Ζάκυνθο, που μια κρύα μέρα του 1864 πλήρωσε με τη ζωή της μια εξωσυζυγική σχέση, τον Κερκυραίο Γιώργο Μάνδηρα που έφυγε μικρός στη Σμύρνη για να μαθητεύσει σε τσαγκάρικο και μετά από δύο χρόνια «πουλήθηκε» στη Θεσσαλονίκη σε άλλο αφεντικό ή τη Θεώνη Γαλάτη που είχε γυρίσει όλη σχεδόν την Ανατολική Μεσόγειο ασκώντας το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου.
Η Ελλάδα του 19ου αιώνα, έτσι όπως αναδύεται από το βιβλίο, φαίνεται ότι ήταν μια κοινωνία πιο βίαιη και περισσότερο άνιση κοινωνικά από τη σημερινή. Ελάχιστοι μπορούσαν να απολαύσουν τις υλικές ανέσεις του μεγαλοκτηματία Σωτηρόπουλου. Πολλοί άντρες μοιράστηκαν την τύχη του μικρού Μάνδηρα, ενώ αρκετές γυναίκες είχαν την τύχη της Ραψομανίκη με βάση έναν άγραφο κώδικα που θεωρούσε τη γυναίκα κτήμα και απαιτούσε αίμα προκειμένου να ξεπλυθεί η τρωθείσα τιμή της οικογένειας. Οι Ελληνες του 19ου αιώνα, όμως, ήταν ένας κόσμος ευρύς και πολύχρωμος που υπερέβαινε τα εκάστοτε όρια του ελληνικού κράτους εξακτινούμενος στη γεωγραφία που διέγραψε η Γαλάτη με την επαγγελματική της πορεία: Ερμούπολη, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Βηρυτός, Θεσσαλονίκη. Με τη δική του ιστοριογραφική συμβολή ο Τομ Γκάλαντ κατάφερε να φέρει με επιτυχία στο προσκήνιο δίπλα στους μεγάλους πρωταγωνιστές του ελληνικού 19ου αιώνα, τον Καποδίστρια, τον Οθωνα, τον Γεώργιο, τον Τρικούπη, τον Δηλιγιάννη και τον Βενιζέλο, τους μικρούς δευτεραγωνιστές και τριταγωνιστές της καθημερινότητας. Τους προγόνους όλων μας που κανείς δεν θυμάται.
Ο κ. Μάριος Χατζόπουλος είναι ερευνητής στο Κέντρο Ερευνας Νεότερης Ιστορίας (ΚΕΝΙ) στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk