• Αναζήτηση
  • Ποιος φοβάται την ολική επαναφορά του Ιράν;

    Η συμφωνία στην οποία κατέληξαν στη Βιέννη το Ιράν, οι ΗΠΑ και οι «πέντε ενδιαφερόμενες χώρες» ύστερα από συνομιλίες δύο και περισσότερο ετών που τερματίστηκαν στις 14 Ιουλίου

    Η συμφωνία στην οποία κατέληξαν στη Βιέννη το Ιράν, οι ΗΠΑ και οι «πέντε ενδιαφερόμενες χώρες» ύστερα από συνομιλίες δύο και περισσότερο ετών που τερματίστηκαν στις 14 Ιουλίου, έπειτα από μαραθώνιες διαπραγματεύσεις 17 ημερών, είναι ίσως μία από εκείνες τις διεθνείς πράξεις που θα χαρακτηριστούν ιστορικές. Ανοίγει τον δρόμο για μια αλλαγή ισορροπιών στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και δημιουργεί ένα εντελώς νέο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον με σοβαρές διεθνείς επιπτώσεις. Η συμφωνία, αν εφαρμοστεί, επαναφέρει στην παγκόσμια οικονομία έναν από τους πιο σημαντικούς ενεργειακούς παράγοντες και αποδεσμεύει αρκετές δεκάδες από τα δισεκατομμύριά του που «αδρανούσαν» σε ξένες τράπεζες επί σχεδόν 12 χρονια, ύστερα από σειρά αποφάσεων για κυρώσεις στο Ιράν οι οποίες επιβλήθηκαν με προτροπή και πίεση της Ουάσιγκτον.
    Η συμφωνία είναι κατά βάση μια πολιτική διευθέτηση, ένα κείμενο περίπου 100 σελίδων χωρίς την υπογραφή κανενός και δεν αποτελεί συνθήκη. Πρόκειται ουσιαστικά για συμφωνία «ανταλλαγής» – άρση των δυτικών κυρώσεων στο Ιράν έναντι ριζικού αναπροσανατολισμού του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Καρπός του όχι πάντοτε ευδιάκριτου στόχου του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα για σταδιακή απομάκρυνση της Αμερικής από τη Μέση Ανατολή, η συμφωνία της Βιέννης θα αποτελέσει ασφαλώς το σημείο της ιστορικής αναφοράς στο όνομά του, όπως ακριβώς δόθηκε το «νιου ντιλ» στον Φραγκλίνο Ρούζβελτ. Στα εξίμισι και πλέον χρόνια της προεδρίας του ο Ομπάμα δεν έδειξε τόση επιμονή σε κανένα άλλο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής όσο στην επανασύνδεση των σχέσεων με την Τεχεράνη. Η συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν είναι για τον αμερικανό πρόεδρο το εφαλτήριο για «σχέσεις πολλών κατευθύνσεων», όπως δήλωσε την περασμένη Τετάρτη.
    Πριν από τέσσερα χρόνια ο Χένρι Κίσινγκερ του είχε διαμηνύσει ότι «ο σάχης μπορεί να φεύγει αλλά το Ιράν παραμένει». Τον Μάρτιο του 2012 ο Λευκός Οίκος έκανε κάποια βολιδοσκόπηση, είδε μηνύματα από την Τεχεράνη τα οποία έκρινε θετικά και βρήκε ενθουσιώδη υποστήριξη από τον κόσμο των αμερικανών επιχειρηματιών και βιομηχάνων. Αντίθετα, αντιμετώπισε ψυχρότητα από τη Χίλαρι Κλίντον, υπουργό Εξωτερικών τότε. Δύο παράγοντες άλλαξαν τα πράγματα. Ο πρώτος ήταν ο διάδοχός της στο υπουργείο, ο Τζον Κέρι – «ο μόνος άνθρωπος στην Ουάσιγκτον που αγαπά τη δουλειά του» λένε στον Λευκό Οίκο – και ο δεύτερος παράγων είναι οι τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους. Το Πεντάγωνο, όπως κατέθεσαν στο Κογκρέσο στελέχη του, αναγνωρίζει ότι το μόνο μέσον για να συντριβούν είναι η στρατιωτική επέμβαση είτε των ΗΠΑ – η οποία αποκλείεται – είτε «κάποιας αξιόμαχης περιφερειακής δύναμης». Φυσικά, όχι του Ισραήλ ούτε της Σαουδικής Αραβίας ούτε της Τουρκίας. Η μόνη που υπάρχει είναι το Ιράν. Το έδειξε άλλωστε πριν από μερικούς μήνες, όταν η (μυστική) επέμβαση στο Ιράκ ενός συντάγματος υπό ιρανική διοίκηση διέσωσε τη Βαγδάτη από τις ορδές τζιχαντιστών που είχαν πλησιάσει ως 55 χλμ.

    «Η αίσια έκβαση των διαπραγματεύσεων δίνει την ευκαιρία στις δύο χώρες να δημιουργήσουν δεσμούς ιστορικών διαστάσεων οι οποίοι θα αποδώσουν θαυμάσιους καρπούς για τις ΗΠΑ και για την ευρύτερη περιοχή»
    προβλέπει αρθρογράφος της «Washington Post». Ενα 24ωρο αργότερα ο πρόεδρος Ομπάμα δήλωνε ότι η συμμετοχή του Ιράν είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της περιοχής, ειδικά της Συρίας και των τζιχαντιστών. Οπως έγραψε το «American Conservative», το «όραμα» του Ομπάμα είναι «να ανοίξει δρόμο ώστε το Ιράν των αγιατολάχ να παίξει τον ρόλο που έπαιζε το Ιράν του σάχη για τα συμφέροντα της Αμερικής, της Δύσης γενικότερα».
    Είναι ακριβώς αυτή η «νέα κατεύθυνση» και το «διπλωματικό άνοιγμα» που ανησυχούν το Ισραήλ και κινητοποιούν το ισραηλινό λόμπι. Ο πρωθυπουργός Βενιαμίν Νετανιάχου, υποστηρίζουν πολλοί που γνωρίζουν, ποτέ δεν πίστεψε ότι το Ιράν κατασκεύαζε πυρηνικά όπλα και θα τα χρησιμοποιούσε εναντίον του Ισραήλ. Εκείνο που δικαιολογημένα τον ενοχλεί είναι η προσέγγιση Ουάσιγκτον – Τεχεράνης, η οποία θα στερήσει το Ισραήλ από το μονοπώλιο να είναι η «μοναδική» μεγάλη δύναμη στη Μέση Ανατολή. Αυτό προσπαθούσε επί μήνες να αποτρέψει και επιστράτευσε το Κογκρέσο. Σήμερα όλοι οι Ρεπουμπλικανοί προεδρικοί υποψήφιοι πλειοδοτούν ότι «θα ακυρώσουν αυθωρεί» τη συμφωνία.
    Δεν είναι τόσο εύκολο. Η ακύρωσή της από τις ΗΠΑ και η «επιβολή εκ νέου κυρώσεων στο Ιράν θα δημιουργήσουν σχίσμα με τους ευρωπαίους συμμάχους και θα βρεθούμε σε πολύ δύσκολη θέση διεθνώς» λέει ο Ρόμπερτ Ινχορν, πρώην διαπραγματευτής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Αν μάλιστα το Συμβούλιο Ασφαλείας στο οποίο θα κατατεθεί η συμφωνία τη συνδέσει με το διεθνές δίκαιο, τότε οι ΗΠΑ θα κατηγορηθούν ότι παραβαίνουν τα διεθνή νόμιμα.

    Πρόσχημα
    Πρόβλημα με την αντιπυραυλική ασπίδα
    Η συμφωνία δημιουργεί πρόβλημα στην Ουάσιγκτον επειδή καταρρίπτει την (ψευδο)δικαιολογία της για την εγκατάσταση «αντιπυραυλικής ασπίδας» στην Ευρώπη. Επανειλημμένα πρόβαλε το επιχείρημα ότι η «ασπίδα» ήταν απαραίτητη επειδή η Ευρώπη βρίσκεται μέσα στην εμβέλεια των πυρηνικών όπλων που, υποτίθεται, κατασκεύαζε το Ιράν. Ο ίδιος ο πρόεδρος Ομπάμα είχε δηλώσει στην Πράγα τον Απρίλιο του 2009 ότι αν λυθεί το πυρηνικό πρόβλημα του Ιράν δεν θα υπήρχε λόγος δημιουργίας αντιαεροπορικού αμυντικού συστήματος στην Ευρώπη. Τι θα κάνει τώρα;

    Αζαντέχ Μοαβενί, ιρανο-αμερικανίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας
    «Ελπίζουν ότι θα ξαναγίνουν πολίτες του κόσμου»
    «Αν έπρεπε να διαλέξω μία λέξη για να περιγράψω αυτά που σκέφτονται οι φυσιολογικοί άνθρωποι στο Ιράν, θα επέλεγα δίχως αμφιβολία την “ελπίδα”. Αυτές τις ώρες υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι στη χώρα καταγωγής μου που ελπίζουν: ελπίζουν να μπορούν να αγοράζουν καλύτερης ποιότητας τρόφιμα για τις οικογένειές τους, καθώς μετά την άρση των κυρώσεων θα πέσουν οι τιμές, ελπίζουν να μπορούν να εργάζονται έχοντας πρόσβαση σε όλες τις διαθέσιμες τεχνολογίες, ελπίζουν να μπορούν να ταξιδεύουν ώστε να ξαναγίνουν πολίτες του κόσμου». Αυτά γράφει σε κείμενό της που δημοσιεύτηκε στην ιταλική «La Repubblica» η ιρανο-αμερικανίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας Αζαντέχ Μοαβενί (στα ελληνικά κυκλοφορεί Το ξύπνημα του Ιράν από τις εκδόσεις Εμπειρία, βιβλίο που έγραψε από κοινού με τη Σιρίν Εμπαντί, τη βραβευμένη με Νομπέλ Ειρήνης και διάσημη ανά τον κόσμο ιρανή δικαστικό και ακτιβίστρια υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων).

    Σχολιάζοντας την υπογραφή συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, η συγγραφέας του αυτοβιογραφικού βιβλίου Lipstick Jihad κάνει λόγο για «γεγονός ιστορικής σημασίας, ανάλογο με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου».

    «Το Ιράν είναι μια χώρα πλούσια σε φυσικούς πόρους και με πολλές δυνατότητες. Είμαι έτοιμη να στοιχηματίσω ότι, αν αξιοποιηθούν, σε δέκα χρόνια το Ιράν θα καταστεί μία από τις 10 πιο πλούσιες οικονομίες του κόσμου ξεπερνώντας την Τουρκία» σημειώνει η Αζαντέχ Μοαβενί. Και σκέφτεται κυρίως τη νέα γενιά του Ιράν, «όλους εκείνους που ονειρεύονται να σπουδάσουν στο εξωτερικό αλλά δεν μπόρεσαν ποτέ να το κάνουν, που επιθυμούσαν να πάρουν ένα πτυχίο μέσω του Διαδικτύου αλλά δεν μπόρεσαν να εγγραφούν στα μαθήματα, όλους όσοι αξίζουν να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες με τους συνομηλίκους τους που σπουδάζουν στον υπόλοιπο κόσμο».

    Σκέφτεται επίσης όλους όσοι επιθυμούν να ταξιδέψουν στο εξωτερικό, «όποιον ονειρεύεται να πάει διακοπές στην Τουρκία ή στο Ντουμπάι» αναφέρει χαρακτηριστικά, καθώς σήμερα στο Ιράν «υπάρχει η πιο μορφωμένη μεσαία τάξη της περιοχής, μια μετριοπαθής μεσαία τάξη η οποία επιθυμεί να συναγωνιστεί με τον υπόλοιπο κόσμο αλλά έχασε τη δυνατότητα να είναι κοσμοπολίτικη και κατέληξε να κλειστεί στον εαυτό της».

    Οσον αφορά την ίδια, ελπίζει να καταφέρει να επιστρέψει στην Τεχεράνη την οποία εγκατέλειψε το 2009 ώστε να μπορέσει να διαπιστώσει ιδίοις όμμασιν αν όντως «έπεσε το Τείχος» και για το Ιράν.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Κόσμος