• Αναζήτηση
  • Δημοσθένης Κούρτοβικ – Το κακό παιδί της λογοτεχνίας

    Δεν θα ήξερα τι να πρωτοαπομονώσω από τις λέξεις, ή τις εκφράσεις στα κείμενα του Δημοσθένη Κούρτοβικ.

    Δεν θα ήξερα τι να πρωτοαπομονώσω από τις λέξεις, ή τις εκφράσεις στα κείμενα του Δημοσθένη Κούρτοβικ. Τα διαβάζω με θρησκευτική ευλάβεια στο Βιβλιοδρόμιο των Νέων και μολονότι συχνά διαφωνώ με τις απόψεις του πάντα νιώθω τσιμπήματα ζήλειας για τη γραφή του που νιώθω ότι πάντα θα με υπερβαίνει. Ο τρόπος που χρησιμοποιεί μια γλαφυρή αλλά όχι φλύαρη και επουδενί εντυπωσιοθηρική γλώσσα, τα στέρεα επιχειρήματα και η ασυνήθιστη ενάργεια της σκέψης του συνθέτουν το σκηνικό για ένα αναζωογονητικό, κάθε φορά, «λουτρό πολιτισμού».

    Ωστόσο θα επιλέξω μια φράση από το οπισθόφυλλο του βιβλίου του «Η νοσταλγία της πραγματικότητας, Δοκίμια και κριτικές 2002-2013» (εκδόσεις Εστία) που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στάθηκε η αφορμή για τη συνάντησή μας. «Από τότε που πλημμυρίσαμε από καλά βιβλία, χάθηκαν τα ξεχωριστά βιβλία..[…]..Τα καλά βιβλία είναι σαν τα καλά παιδιά: φρόνιμα, υπάκουα, επιμελή και, εννοείται, αφόρητα βαρετά». Δεν ξέρω αν το γεγονός ότι οι αναμφίβολα ξεχωριστές λογοτεχνικές κριτικές και τα δοκίμια που συμπεριλήφθησαν στο βιβλίο θα μπορούσαν να υποδηλώσουν εμμέσως ότι ο κ. Κούρτοβικ είναι «κακό παιδί». Εμένα μου φάνηκε συμπαθέστατος.

    Αισθάνεστε ακόμη «εξόριστος», όπως γράφατε στο προηγούμενο βιβλίο σας, το «Η θέα από τον ακάλυπτο»;

    Μίλησα για εσωτερική εξορία, για μοναξιά, εννοώντας ότι ένιωθα πνευματικά ξένος στον τόπο μου, ότι δεν έβρισκα συνομιλητές για θέματα που με άγγιζαν βαθύτερα. Αυτό το αίσθημα παραμένει.

    Γιατί πιστεύετε ότι δεν έχετε συνομιλητές;

    Παλιότερα οι σημαντικοί κριτικοί ήταν και σημαντικοί λογοτέχνες. Ο Ροΐδης, ο Ξενόπουλος, ο Παλαμάς, ο Σεφέρης, ο Ελύτης και άλλοι. Αυτό έδινε μια ξεχωριστή ποιότητα στις κριτικές τους. Στη συνέχεια, προπαντός τα τελευταία 30 – 40 χρόνια, η κριτική πέρασε στα χέρια ανθρώπων που ναι μεν είχαν ικανότητες και λογοτεχνικές γνώσεις, δεν είχαν όμως αυτή την άλλη ματιά, τη ματιά του συγγραφέα, και συχνά δεν είχαν ούτε ευρύτερη κουλτούρα. Παρότι πολλές φορές στέκονταν στο ύψος των βιβλίων που έκριναν, συνολικά δεν έτειναν στην υπέρβαση του άμεσου αντικειμένου τους, δεν πήγαιναν πιο πέρα. Αυτό επιχείρησα να κάνω εγώ και γι’ αυτό λέω ότι αισθάνομαι μόνος. Δεν βλέπω έδαφος για διάλογο.

    Δεν έχει υπάρξει αλλαγή τα τελευταία χρόνια, ιδίως χάρη στη διάχυση ιδεών και κειμένων που παρατηρείται στο διαδίκτυο;

    Υπήρχε μια εποχή που έβρισκα στο διαδίκτυο σπουδαία κείμενα με νεανικό, φρέσκο πνεύμα και ύφος. Έβρισκα και κείμενα που ήταν σκουπίδια ή και συκοφαντικά και διαπίστωσα με τον καιρό ότι τα δεύτερα γίνονταν ολοένα περισσότερα από τα πρώτα. Αυτό το συνεχές άνοιγμα της ψαλίδας εις βάρος των ποιοτικών κειμένων με έκανε να πάψω να παρακολουθώ τέτοιες ιστοσελίδες. Επειτα, εγώ είμαι πιο παραδοσιακός. Θέλω να πιάνω τα βιβλία, να τα μυρίζω. Και δεν μου αρέσουν οι ανώνυμες κριτικές, ακόμη και όταν έχουν ενδιαφέρουσες ιδέες. Θέλω να παίρνει ο συντάκτης το ρίσκο της υπογραφής του. Πιστεύω επίσης ότι αυτά που μένουν είναι τα έντυπα κείμενα. Ακόμη και τα διαδικτυακά κείμενα ψάχνουν να βρουν διέξοδο σε έντυπη μορφή.

    Πάντα αναρωτιόμουν με κάποιο δέος τι καλείται να αντιμετωπίσει ένας κριτικός όταν γράφει αρνητικές ή αυστηρές, αυστηρότατες κριτικές πάνω στο αντικείμενό του.

    Η αρνητική κριτική για καθιερωμένους συγγραφείς είναι ταμπού στην Ελλάδα. Περιορίζεται σε συγγραφείς χωρίς μεγάλο όνομα, χωρίς γενική αναγνώριση και χωρίς «λόμπι» που να τους στηρίζει. Οταν υπάρχουν ιερές αγελάδες τις οποίες κανένας δεν τολμάει να αγγίξει και ξαφνικά έρχεται κάποιος που αμφισβητεί αυτές τις αξίες στο λογοτεχνικό χρηματιστήριο, η πρώτη εντύπωση είναι κατάπληξη, η δεύτερη αγανάκτηση. Η τρίτη είναι αντεπίθεση και κυρώσεις.

    Τι είδους κυρώσεις έχετε υποστεί;

    Ας το αφήσουμε. Είναι άλλωστε μια παλιά ιστορία. Το χειρότερο είναι η υποκρισία και η δουλοπρέπεια. Έχω το παράδειγμα πασίγνωστου συγγραφέα, έχει πεθάνει τώρα, ο οποίος έλεγε τα μύρια όσα εναντίον μου δεξιά κι αριστερά ένα διάστημα που είχα βρεθεί εκτός εφημερίδων, αλλά μόλις επέστρεψα στα «Νέα» έσπευσε να μου υποβάλει τα σέβη του και να με διαβεβαιώσει, χωρίς εγώ να του κάνω κάποια νύξη, ότι δεν είχε πει ποτέ τίποτα εναντίον μου και ότι με εκτιμούσε πολύ. Ήταν γελοίο και αηδιαστικό. Αλλά έτσι είναι αυτός ο χώρος.

    Δεν έχετε υπάρξει ποτέ εμπαθής;

    Έχω γράψει πολύ συχνά με πάθος, ποτέ όμως με εμπάθεια, με προσωπικό μίσος. Εχω αφιερώσει υμνητικές κριτικές σε συγγραφείς με τους οποίους δεν είχα καλές προσωπικές σχέσεις, όπως και έχω «θάψει» βιβλία φίλων μου ή συγγραφέων που συμπαθούσα και εκτιμούσα. Οποτε επέκρινα, επέκρινα το βιβλίο, όχι τον συγγραφέα.

    Δεν σας έχει τύχει να γράψετε κάτι ευνοϊκότερο απ’ όσο το αξίζει κάποιος επειδή απλώς τον συμπαθείτε;

    Συμβαίνει το εξής: επειδή τα ενδιαφέροντα βιβλία – δεν λέω τα καλά, το να είναι καλό ένα βιβλίο δεν σημαίνει τίποτα για μένα – επειδή λοιπόν τα βιβλία που ξεφεύγουν από τον μέσο όρο ή από τις προδιαγραφές των διαφόρων λογοτεχνικών «σχολών» είναι όλο και λιγότερα, μπορεί, όταν ανακαλύψω ένα τέτοιο βιβλίο, συγκινημένος, ενθουσιασμένος ίσως, να υπερβάλω λίγο στην κριτική μου. Βλέπω τις αδυναμίες του, δεν τις αποσιωπώ, τις υποβαθμίζω όμως για να αναδείξω το ξεχωριστό που έχει. Με αυτή την έννοια ναι, έχω υπάρξει μερικές φορές υπέρ το δέον ευμενής, αλλά όχι λόγω προσωπικής συμπάθειας.

    Καταλαβαίνετε από τις δέκα πρώτες σελίδες αν ένα βιβλίο είναι καλό ή όχι;

    Τα βιβλία τα διαβάζω κανονικά, από την αρχή μέχρι το τέλος, έχω αυτό το χούι. Δεν μπορώ να γράψω για ένα βιβλίο αν δεν το έχω διαβάσει διεξοδικά. Τελευταία όμως, όταν κρατάω ένα βιβλίο 500 σελίδων και έχω διαβάσει 20-30 σελίδες του και δεν με έχει συγκινήσει, δεν λειτουργώ όπως παλιά, που έλεγα ‘μα μπορεί τελικά να με εκπλήξει, πρέπει να κάνω υπομονή, κάθε άνθρωπος δικαιούται να ελπίζεις γι’ αυτόν μέχρι το τέλος’. Αυτή ήταν μια παλιά ιδεαλιστική στάση μου, που την κράτησα στο μεγαλύτερο διάστημα της καριέρας μου ως κριτικού, αλλά στο τέλος είδα τα αδιέξοδά της. Η πείρα σε οδηγεί να καταλαβαίνεις νωρίς. Εσείς είπατε δέκα σελίδες, άλλοι λένε δύο σελίδες, εγώ δίνω ένα τράτο τριάντα σελίδων. Υπάρχει ένας άγραφος νόμος στη λογοτεχνία. Οτι ο συγγραφέας κάνει τα περισσότερα λάθη στην αρχή του βιβλίου του, γιατί είναι ακόμη αμήχανος, δεν έχει ζεσταθεί το χέρι του, οπότε λέει πράγματα που δεν θα έπρεπε να πει αμέσως ή που μπερδεύουν άσκοπα τον αναγνώστη.

    Πιστεύετε κι εσείς ότι παράγουμε καλύτερα διηγήματα απ’ ό, τι μυθιστορήματα στην Ελλάδα;

    Πάντα το διήγημα είχε σ’ εμάς υψηλότερο επίπεδο από τη μυθιστοριογραφία. Θα κάνω δύο υποθέσεις για τη σημερινή κατάσταση, η μία είναι πιο εύλογη, η άλλη πιο τολμηρή. Η εύλογη είναι ότι η κρίση έχει δημιουργήσει σύγχυση. Δεν μας είναι εύκολο να βγάλουμε τώρα ένα μεγάλο μυθιστόρημα για την κρίση. Είναι ευκολότερο και ανταποκρίνεται σε άμεσες ανάγκες να γράφουμε διηγήματα με αυτό το θέμα. Η άλλη, η πιο τολμηρή και δηκτική υπόθεση είναι ότι οι συγγραφείς κατάλαβαν αυτό που πολλοί κριτικοί επισημαίνουν εδώ και δεκαετίες. Ότι οι συνθήκες στην Ελλάδα δεν ευνοούν τη δημιουργία μεγάλου μυθιστορήματος. Οι λόγοι είναι πολλοί και διαφορετικοί. Το μυθιστόρημα είναι κυρίως δομή και, καθώς η ελληνική κοινωνία και σκέψη είναι αδόμητη, αυτό αντανακλάται στις τέχνες της. Όπως λέμε τις τελευταίες εβδομάδες για την κρίση και το ευρώ ‘δεν μπορούμε πια, ας βγούμε επιτέλους, αφού δεν έχουμε τα φόντα να είμαστε στο ευρώ’, κάπως έτσι θα έλεγα ότι και οι μυθιστοριογράφοι κατάλαβαν κάποια στιγμή πως ‘δεν μπορούμε, δεν έχουμε τα φόντα να γράψουμε το μεγάλο μυθιστόρημα, ας περιοριστούμε στα μικρά’.

    Τι τους λείπει; Πειθαρχία και όραμα;

    Πειθαρχία. Το όραμα είναι περισσότερο για την ποίηση, αν και χρειάζεται και στο μυθιστόρημα. Στο μυθιστόρημα όμως χρειάζεται προπαντός αναστοχασμός. Για να αναστοχαστείς τα πράγματα που έχεις ζήσει πρέπει να έχεις κάποια απόσταση. Η ελληνική πραγματικότητα είναι τέτοια που δεν μας επιτρέπει την απόσταση, είναι κινούμενη άμμος, ιδιαίτερα τα τελευταία πέντε χρόνια. Αυτό όμως συνέβαινε πάντα, το εφήμερο επιβάλλεται στις εντυπώσεις και δεν αφήνει εύκολα τον Ελληνα να εμβαθύνει.

    Ποιοι συγγραφείς πιστεύετε κατάφεραν να εμβαθύνουν, να αναδείξουν τις αθέατες μέχρι πρότινος πτυχές του δράματος της Ελλάδας;

    Μου έρχεται στο μυαλό ο Χρήστος Οικονόμου με το «Κάτι θα γίνει θα δεις» και «Το καλό θα έρθει από τη θάλασσα», το πρώτο μού φάνηκε πιο εντελές. Είναι ένας πολύ καλός συγγραφέας. Επίσης η Βασιλική Ηλιοπούλου και η Ελένη Γιαννακάκη, μεγαλύτερης ηλικίας αυτές. Ο Βασίλης Γκουρογιάννης και ο Μιχάλης Μοδινός είναι δυο συγγραφείς που καταπιάνονται με μεγάλα θέματα και το κάνουν με αίσθηση του βάθους τους. Υπάρχει μια πλειάδα συγγραφέων οι οποίοι εμφανίστηκαν από το 1990 μέχρι σήμερα και εκφράζουν αυτό που ονομάζω ‘καινούργια ευαισθησία’. Όπως λέει και ο τίτλος του βιβλίου μου, ‘Η νοσταλγία της πραγματικότητας’, αναζητούν τρόπους επιστροφής στην πραγματικότητα, έπειτα από ένα μεγάλο διάστημα που η κυρίαρχη λογοτεχνία, ιδίως των νέων, λειτουργούσε περισσότερο ως παραισθησιογόνο.

    Συχνά αναφέρεστε στο έλλειμμα παιδείας που διέκρινε αλλά και διακρίνει τους συγγραφείς μας.

    Ναι, έχουμε πρόβλημα παιδείας. Οι μυθιστοριογράφοι μας ειδικά των τελευταίων 30, 40 χρόνων δεν έχουν την κουλτούρα που είχαν οι παλιότεροι. Η μεγάλη εμπορική επιτυχία πολλών μυθιστορημάτων στα χρόνια της Μεταπολίτευσης ήταν ένας ακαταμάχητος πειρασμός για πολλούς συγγραφείς που άρχιζαν να γράφουν. Είχαν προφανώς κάποιο ταλέντο, αλλά έγραφαν για να κάνουν το εμπορικό ‘μπαμ’ πριν προλάβουν να αποκτήσουν την απαραίτητη παιδεία ώστε να εμβαθύνουν και να διευρύνουν τη ματιά τους. Εμενα πάντα κατάπληκτος μιλώντας με άλλους συγγραφείς, όταν διαπίστωνα το τρομακτικό έλλειμμα γνώσεων που είχαν. Μπορεί να ήταν λογοτεχνικά διαβασμένοι, αλλά δεν είχαν ιδέα από άλλα πράγματα. Δεν είχαν ανοίξει ποτέ ένα βιβλίο φιλοσοφικό, ιστορικό, πολιτικό ή έστω εγκυκλοπαιδικό, μάλιστα τα περιφρονούσαν.

    Το έλλειμμα παιδείας αντικατοπτρίζεται και στην ξένη λογοτεχνία ή αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο;

    Δεν παρακολουθώ πια το ξένο μυθιστόρημα όσο θα ήθελα. Νομίζω πάντως ότι υπάρχει και εκεί μια πτώση του επιπέδου, μια παρακμή, όχι όμως λόγω παιδείας. Εχω ξεχωρίσει κάποιους νέους συγγραφείς που έχουν κάτι το πολύ ιδιαίτερο, όπως ο Γερμανός Ντάνιελ Κέλμαν. Θεωρώ ότι είναι χαρισματικός ο Ουελμπέκ, βέβαια άνισος λογοτεχνικά, αλλά πρωτότυπος και αιρετικός. Μου αρέσει να ενοχλεί η λογοτεχνία. Δεν με ξετρελαίνει η αγγλοσαξονική λογοτεχνία. Εχει βέβαια το προνόμιο της lingua franca, που της επιτρέπει να διαδίδεται παντού. Οι χάντρες της αμερικάνικης λογοτεχνίας γίνονται διαμάντια στις αγορές του υπόλοιπου κόσμου. Ο Κούντερα μού αρέσει, αλλά παραείναι κυνικός και νομίζω ότι φτάνει κάποια στιγμή σε αδιέξοδο. Η λογοτεχνία πρέπει, όχι απαραίτητα να είναι αισιόδοξη, αλλά βρε παιδί μου, να κλείνεις το βιβλίο με ένα αίσθημα ευφορίας. Να σου αφήνει την αίσθηση ότι ανοίγει κάποιο παράθυρο στην ψυχή σου.

    Δεν είναι πιο δύσκολο για εσάς να βιώσετε έντονα συναισθήματα μέσα από ένα βιβλίο, να νιώσετε απόλαυση από την ανάγνωσή του;

    Είναι το τίμημα που πληρώνεις όταν ασχολείσαι εντατικά με την ελληνική λογοτεχνία. Στα δέκα βιβλία που διάβαζα τα οκτώ ήταν αδιάφορα. Τα δύο κάτι έλεγαν, όταν όμως έχεις φάει τόσο junk food και ξαφνικά σου προσφέρουν ένα υπέροχο έδεσμα δεν μπορείς να το απολαύσεις. Εχει χαλάσει η γεύση σου.

    Πρόσεξα πάντως ότι οι αρνητικές κριτικές είναι λιγότερες σε αυτό το βιβλίο σε σχέση με το προηγούμενο, «Η θέα από τον ακάλυπτο» (Εστία 2002). Μαλακώσατε με τον καιρό ή βελτιώθηκε το επίπεδο της λογοτεχνίας μας;

    Δεν αποκλείεται να μαλάκωσα με τον καιρό, αλλά μπορεί και να απελπίστηκα. Δεδομένου του σχετικά χαμηλού επιπέδου της ελληνικής λογοτεχνίας, ό, τι ξεφεύγει από τον μέσο όρο καλό είναι να το πριμοδοτούμε. Βεβαίως έχει γίνει μεγάλη διαλογή στη ‘Νοσταλγία της πραγματικότητας’ και δεν ήθελα να συμπεριλάβω βιβλία για τα οποία ήμουν εντελώς απορριπτικός, εκτός αν συνέτρεχαν ειδικοί λόγοι, π.χ. ο ντόρος που έκαναν, όπως με την Παυλίνα Νάσιουτζικ και τις ‘Μαμάδες βορείων προαστίων’. Αν σκεφτώ πώς έγραφα πριν από τριάντα χρόνια, ναι, έχω μαλακώσει, όχι με την έννοια ότι έχω γίνει λιγότερο εκλεκτικός αλλά ότι έχω γίνει περισσότερο κατανοητικός. Προσπαθώ τουλάχιστον να δω τον δρόμο που διάλεξε ο συγγραφέας και να καταλάβω γιατί τον διάλεξε. Αλλά δεν τον ακολουθώ δουλικά. Συνδιαλέγομαι με τον συγγραφέα, αλλά από μια δική μου, προσωπική σκοπιά. Διαφορετικά ο κριτικός γίνεται υπηρέτης του συγγραφέα ή, ακόμα χειρότερα, βαθμολογητής του.

    Η ανάγνωση των βιβλίων σάς έχει αποσπάσει από την πραγματική ζωή;

    Το να διαβάζεις βιβλία ή να γράφεις ο ίδιος σε αποξενώνει από την πραγματικότητα πολύ λιγότερο από το να κάνεις μια βαρετή δουλειά σε ένα γραφείο. Μη νομίζουμε ότι γνωρίζει καλύτερα τον κόσμο όποιος αλλάζει συνέχεια περιβάλλοντα και δουλειές, γιατί έχουν σημασία οι λόγοι και οι συνθήκες που τον σπρώχνουν σε αυτό. Μου είναι πάντως αδύνατο να περάσω όλη την ημέρα διαβάζοντας και γράφοντας. Είμαι γυρίστρα, κατά τη λαϊκή έκφραση. Τριγυρίζω στην πόλη, παίρνω εικόνες, βλέπω ανθρώπους, Δεν λέω ότι είμαι κοινωνικός, αλλά θέλω να βγαίνω και να παρατηρώ τον κόσμο. Να συμμετέχω βεβαίως, αλλά όσο αυτό δεν είναι δυνατό, να παρατηρώ. Πάντα αναζητούσα την επανασύνδεση της λογοτεχνίας με την πραγματικότητα.

    Πώς αποφασίσατε και γίνατε κριτικός λογοτεχνίας;

    Δεν ξεκίνησα για να γίνω κριτικός ή συγγραφέας. Δεν ήταν αυτό το όνειρό μου. Οταν ήμουν έφηβος, προόριζα τον εαυτό μου για βιολόγο και έπαιζα επίσης με την ιδέα να γίνω σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Το πρώτο το έκανα και ειδικεύτηκα στην ανθρωπολογία. Ο κινηματογράφος όμως είναι ακριβή τέχνη. Ενώ για τη λογοτεχνία αρκούν μολύβι και χαρτί. Μου άρεσε πάντα η λογοτεχνία, μικρός έγραφα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας και στο σχολείο τις καλύτερες εκθέσεις, αλλά δεν είχα διαβάσει τόσο πολύ, μάλλον σκόρπια ήταν τα διαβάσματά μου. Όταν άρχισα πριν από τριάντα χρόνια να γράφω κριτικές στον ‘Σχολιαστή’, δεν είχα τόσο πολλές γνώσεις για την ελληνική λογοτεχνία. Ηθελα όμως να δω πώς αποτυπώνεται σε αυτήν η εξέλιξη της συνείδησης της ελληνικής κοινωνίας. Θεωρούσα ότι η λογοτεχνία είναι ένας δείκτης για την ψυχή μιας κοινωνίας. Σήμερα τη βλέπω κάπως πιο διαφοροποιημένα.

    Υπάρχει κάποιος κριτικός ο οποίος σας επηρέασε με τα κείμενά του;

    Με επηρέασε στα πρώτα μου βήματα ο Δημήτρης Ραυτόπουλος ο οποίος έγραφε κριτικές στην Επιθεώρηση Τέχνης. Μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση μια κατεδαφιστική κριτική του για το ‘Λάθος’ του Σαμαράκη, το οποίο είχα διαβάσει και μου είχε φανεί κι εμένα κακό βιβλίο, αν και όλοι το εκθείαζαν. Ο Σαμαράκης ήταν τότε ένα από τα ιερά τέρατα της ελληνικής λογοτεχνίας και κανείς δεν τολμούσε να τον αγγίξει, ήταν βέβαια και ένας πολύ συμπαθής άνθρωπος. Εν πάση περιπτώσει, ο ρόλος του ελεύθερου σκοπευτή, του μοναχικού καβαλάρη που τους έχει όλους απέναντί του μού άρεσε. Οταν ήμουν μικρός, είχα μια στολή Μεγαλέξανδρου που μου είχε πάρει ο πατέρας μου για τις Απόκριες. Εγώ όμως τη φορούσα επίσης πριν και μετά τις Απόκριες. Εβγαινα στη γειτονιά ντυμένος έτσι, προκαλούσα τα άλλα παιδιά και μου άρεσε να τα αντιμετωπίζω μόνος. Εκείνα με πετροβολούσαν ομαδικά και με μανία, γιατί με είχαν άχτι. Ημουν δηλαδή ψώνιο.

    Να υποθέσω ότι ήσασταν ο καλύτερος μαθητής στην τάξη;

    Ναι, αλλά δεν ήμουν σπασίκλας. Διάβαζα μάλλον λίγο, γιατί τα περισσότερα μού φαινόταν πως τα καταλάβαινα διαβάζοντάς τα μια φορά και συχνά στα πεταχτά. Είχα βγάλει κάποια τάξη με 19 και εννέα δέκατα και αναγγέλθηκε από τον λυκειάρχη μπροστά σε όλο το σχολείο ότι ήταν η υψηλότερη γενική βαθμολογία σε όλη την Ελλάδα. Το μόνο μάθημα στο οποίο είχα πάρει 19 ήταν τα Νέα Ελληνικά. Ο φιλόλογός μου αναλύθηκε σε δάκρυα λέγοντας ‘εγώ φταίω, το άξιζε το είκοσι, αλλά είπα να βάλουμε και ένα δεκαεννιάρι στον Κούρτοβικ που παίρνει όλο 20’. Αλλά αυτά δεν έχουν σημασία. Το ότι ήμουν μαθητής του 20 δεν σημαίνει ιδιαίτερη ευφυία. Υποθέτω ότι έπαιζε ρόλο στους βαθμούς και η καλή διαγωγή μου, το ότι ήμουν ένα φρόνιμο παιδί.

    Αλήθεια, το Κούρτοβικ τι όνομα είναι;

    Οι πρόγονοί μου λεγόντουσαν Κούρτης και ήταν από τη Χίο. Επί τουρκοκρατίας μετανάστευσαν στην Τεργέστη και έγιναν ένα από τα ελληνικά αρχοντόσογα της πόλης. Με την πάροδο του χρόνου προστέθηκε στο όνομά τους, ή την πρόσθεσαν οι ίδιοι, η κατάληξη –οβιτς, γιατί το περιβάλλον ήταν σλάβικο. Στις σλαβικές γλώσσες η κατάληξη αυτή αντιστοιχεί στο δικό μας –οπουλος, σημαίνει «ο γιος τού». Άρα Κούρτοβιτς σήμαινε «ο γιος, ο απόγονος του Κούρτη». Όταν επέστρεψαν στην Ελλάδα μετά την Επανάσταση το κράτησαν, μόνο που επειδή δεν υπάρχει στα ελληνικά το δασύ σλαβικό «τσ», το έκαναν κ. Την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, καθηγητές στο γυμνάσιο μού ζητούσαν να το αλλάξω, να το κάνω ας πούμε Κούρτοβης. Αλλά δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση.

    * Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑmen Ιουνίου 2015

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Αφιερώματα
    One Channel
    Ο νέος ενημερωτικός τηλεοπτικός σταθμός της Ελλάδας
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk