Χίλαρι Μαντέλ: Η πολιτική της Θάτσερ είχε ως συνέπεια την αποθέωση της απληστίας

«Πρέπει να τη δει κάποιος ψυχίατρος» δήλωσε έξαλλος ο λόρδος Τίμοθι Μπελ πριν από λίγες ημέρες στους «Sunday Times». Ο ίδιος, φίλος και σύμβουλος της «Σιδηράς Κυρίας»

«Πρέπει να τη δει κάποιος ψυχίατρος» δήλωσε έξαλλος ο λόρδος Τίμοθι Μπελ πριν από λίγες ημέρες στους «Sunday Times». Ο ίδιος, φίλος και σύμβουλος της «Σιδηράς Κυρίας» της βρετανικής πολιτικής που πέθανε τον Απρίλιο του 2013, απαίτησε «να ερευνήσει η αστυνομία» την υπόθεση. Αναφερόταν, βέβαια, στη συλλογή διηγημάτων «Η δολοφονία της Μάργκαρετ Θάτσερ» της Χίλαρι Μαντέλ που κυκλοφόρησε στα τέλη Σεπτεμβρίου. Στον χορό των επιθέσεων μπήκαν και διάφοροι βουλευτές του Συντηρητικού Κόμματος χαρακτηρίζοντας την επίμαχη ιστορία γέννημα ενός «αρρωστημένου και ανισόρροπου» μυαλού. Κάπως έτσι η συγγραφέας αναγκάστηκε να εξηγήσει τα αυτονόητα στο ραδιόφωνο του BBC υπενθυμίζοντας στον λόρδο και στους υπόλοιπους αλαλάζοντες ότι γράφει μυθοπλασία.

«Είμαι πολυάσχολη αυτή την περίοδο, η ζωή μου είναι γεμάτη από στόχους»
είπε μιλώντας αποκλειστικά στο «Βήμα» η ίδια, «έχω τόσο πολλές ιδέες αλλά πρέπει να περιμένουν στη σειρά». Η ιρλανδικής καταγωγής Χίλαρι Μαντέλ είναι η πρώτη γυναίκα συγγραφέας που έχει αποσπάσει δύο φορές το βραβείο Booker, το 2009 και το 2012, για το «Γουλφ Χολ» και τα «Γεράκια» αντιστοίχως, τα δύο πρώτα μέρη δηλαδή της μυθιστορηματικής τριλογίας της για τον Τόμας Κρόμγουελ και την Αγγλία των Τιδόρ. Τον τελευταίο χρόνο η ίδια εργαζόταν για το ανέβασμα των θεατρικών διασκευών των δύο αυτών βιβλίων της από το Βασιλικό Σαιξπηρικό Θέατρο στο Στράτφορντ, στις όχθες του ποταμού Εϊβον. «Οι παραστάσεις ξεκίνησαν πέρυσι τον χειμώνα και συνεχίστηκαν ως το εφετινό καλοκαίρι.

Οπου να ‘ναι τελειώνουν, αλλά την ερχόμενη άνοιξη θα μεταφερθούν στη Νέα Υόρκη. Ηταν πρωτόγνωρο για μένα, έμαθα πάρα πολλά και πολύ γρήγορα από τη θεατρική γραφή, άλλαξα άποψη για τις ίδιες μου τις δυνατότητες· παρά το γεγονός ότι έχω κατά νου αρκετά μυθιστορήματα ακόμη, θα μου άρεσε να γράψω για το θέατρο στο μέλλον» συνέχισε η ίδια. Εντός του 2015 αναμένεται η έκδοση του μυθιστορήματος «The Mirror and The Light» με το οποίο ολοκληρώνεται η τριλογία της, «ένα λογοτεχνικό εγχείρημα δέκα ετών, το μεγαλύτερο στοίχημα που έχω αναλάβει, το σημαντικότερο της συγγραφικής μου πορείας». Την αγχώνει σε κάποιο βαθμό η εκκωφαντική επιτυχία που προηγήθηκε; «Ξέρω ότι οι αναγνώστες το περιμένουν και θέλω να ανταποκριθώ στον ενθουσιασμό τους. Αλλά, ξέρετε, ένα μυθιστόρημα είναι απρόβλεπτο, έχει τον δικό του βηματισμό. Η μόνη πίεση που νιώθω, ωστόσο, έρχεται από τα μέσα. Θέλω, πρωτίστως για τον εαυτό μου, να γίνουν όλα όσο το δυνατόν καλύτερα» τόνισε η συγγραφέας.

Τι να περιμένουμε, κυρία Μαντέλ, από το τρίτο σας μυθιστόρημα για τον Τόμας Κρόμγουελ; Ενα χρονικό της πτώσης του;

«Κάθε άλλο, το τρίτο βιβλίο παρακολουθεί τη συνεχή, στη διάρκεια τεσσάρων ετών, άνοδό του ως το σημείο που ο ίδιος γίνεται ευγενής, ένας κόμης. Αυτός ο άνθρωπος ταπεινής καταγωγής, ο γιος ενός απλού σιδερά, φθάνει σχεδόν στην ανώτατη βαθμίδα της κοινωνικής και πολιτικής ιεραρχίας – ο μόνος υψηλότερος τίτλος ήταν εκείνος του δούκα. Αλλά τον Κρόμγουελ δεν τον ενδιέφεραν τα αξιώματα, το ενδιέφερε η εξουσία. Από το 1534 ακόμη, προτού δηλαδή οι τίτλοι αρχίσουν να σηματοδοτούν αναλόγως τη δράση του, ήταν ο πλέον ισχυρός άνδρας στην Αγγλία, μετά τον βασιλιά. Επειτα, το καλοκαίρι του 1540, τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν· όλα έγιναν ξαφνικά· ήθελα να διερευνήσω τις αιτίες και να διερωτηθώ αν το τέλος του ήταν αναπόφευκτο, αν ήταν γραμμένο στο πεπρωμένο του εξ αρχής ή αν είναι λάθος, εν πάση περιπτώσει, να προσεγγίσω την ιστορία του από αυτή την οπτική γωνία. Ως το 1540 ο Κρόμγουελ είχε ανέβει στην κορυφή, στο ανώτατο σκαλοπάτι της εξουσίας. Ομως σε εκείνο το σημείο, εκεί πάνω, ο ίδιος δεν μπορεί να διατηρήσει την ισορροπία του. Γιατί; Τι θα μπορούσε να κάνει; Αναρωτιέμαι, λοιπόν, αν υπάρχει ένα εγγενές ελάττωμα εν προκειμένω, και αν υπάρχει ποιον αφορά, τη φύση αυτού που ανεβαίνει τη σκάλα της εξουσίας ή τη φύση της ίδιας της σκάλας; Στο τελευταίο μέρος της τριλογίας υπάρχει ένας καθρέφτης που αντανακλά τα όσα προηγήθηκαν· τα αντανακλά όμως διαφορετικά· είναι ένα αεικίνητο βιβλίο, το δουλεύω ακόμη, δεν θέλω να σας πω κάτι που θα περιόριζε τη δυναμική του».
Τι νόημα έχει για εσάς αυτό που αποκαλείται «ιστορικό μυθιστόρημα»; Με ποιον ακριβώς τρόπο διαφοροποιείται η δουλειά ενός μυθιστοριογράφου από τη δουλειά ενός ιστορικού;
«Νομίζω ότι οι ρόλοι του ιστορικού και του μυθιστοριογράφου είναι συμπληρωματικοί. Οι ιστορικοί μάς λένε τι συνέβη και προσπαθούν να καταλάβουν τους λόγους· οι μυθιστοριογράφοι επίσης μας λένε τι συνέβη αλλά προσπαθούν να φανταστούν πώς βίωναν οι πρωταγωνιστές τα γεγονότα, πώς ένιωθαν τη στιγμή που αυτά συνέβαιναν. Ο ιστορικός εργάζεται βασιζόμενος σε μια γνώση εκ των υστέρων και ασχολείται με περασμένες αξιολογικές κρίσεις· ο μυθιστοριογράφος αναστέλλει, θα έλεγα, τις αξιολογικές κρίσεις και μας τοποθετεί στην παρούσα στιγμή. Ο ιστορικός καθοδηγείται, αλλά ταυτοχρόνως περιορίζεται, από τις μαρτυρίες, τα αποδεικτικά στοιχεία και τα τεκμήρια. Ο μυθιστοριογράφος μπορεί να εκμεταλλευτεί τα όσα κομίζουν οι ιστορικοί και να προβεί σε επινοήσεις που ο ιστορικός οφείλει σε κάθε περίπτωση να αποφεύγει. Ο μυθιστοριογράφος νιώθει άνεση στην επικράτεια των ανθρώπινων κινήτρων – η γραφή, εν προκειμένω, είναι σχεδόν πάντα μια διαδικασία επινοητική. Αλλά για να το κάνει αυτό με έναν τρόπο τίμιο, ο μυθιστοριογράφος πρέπει να αποκτήσει μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εποπτεία της παραδεδεγμένης γνώσης. Αυτό το λαμβάνω πολύ σοβαρά υπόψη όταν εργάζομαι. Προσπαθώ να κατανοήσω γιατί οι ποικίλες πλευρές λένε ό,τι λένε για επίμαχα γεγονότα ή πρόσωπα, προσπαθώ να ιχνογραφήσω τις διαφορετικές ή συγκρουόμενες ερμηνείες τις ιστορίας».
Γιατί θεωρείτε οι βρετανοί αναγνώστες συγκεκριμένα ακολούθησαν τη δική σας, ιδιαίτερη καταβύθιση στο παρελθόν της χώρας τους και όχι τις αντίστοιχες των ιστορικών;
«Προσπαθώ τα κείμενά μου να έχουν απορροφήσει τα κείμενα που έχουν προηγηθεί. Νομίζω, πάντως, ότι στην περίπτωση του Τόμας Κρόμγουελ δεν έχει γραφτεί ακόμη το βιβλίο που θα μπορούσε να παρασύρει τους αναγνώστες σε ένα τέτοιο ταξίδι στο παρελθόν. Ο Κρόμγουελ έχει αποδειχθεί σκληρό καρύδι για τους επίδοξους βιογράφους του. Αν μου λέγατε να σας συστήσω οπωσδήποτε κάποια βιογραφία του, δύσκολα θα έβρισκα κάποια να σας προτείνω με όλη μου την καρδιά. Αυτό, όμως, θα αλλάξει. Μετά την επιτυχία των δυο μυθιστορημάτων μου – γεγονός αρκετά ενδιαφέρον από μόνο του – οι ιστορικοί έχουν αρχίσει να επιδίδονται και σε καλύτερες προσπάθειες. Περιμένω μια καλή βιογραφία του, αλλά θα πάρει χρόνια. Μπορείτε, βέβαια, να διαβάσετε για τον Κρόμγουελ σε οποιαδήποτε γενική ιστορία της περιόδου στην οποία έζησε, αλλά δεν θα βρείτε σε καμία από αυτές τις συγκεκριμένες πληροφορίες – δοσμένες με αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο – που υπάρχουν στα βιβλία μου και αφορούν τον ίδιο».
Ας έλθουμε τώρα στο πρόσφατο βιβλίο σας που περιλαμβάνει τη νέα σας πολύκροτη ιστορία στην οποία δολοφονείται η Μάργκαρετ Θάτσερ. Πότε τη γράψατε;
«Είναι μια ιστορία που κλιμακώνεται σε ένα παράλληλο σύμπαν, στο οποίο η Θάτσερ πέφτει νεκρή στις 6 Αυγούστου του 1983. Από τότε είχα την ιδέα για μια τέτοια ιστορία, όταν από το παράθυρο του διαμερίσματός μου στο Γουίντσορ είδα πράγματι τη Θάτσερ να βγαίνει από το γειτονικό νοσοκομείο και να διασχίζει τους κήπους του. Την ίδια εκείνη στιγμή (όπως κάθε συγγραφέας) φαντάστηκα ότι ήμουν κάποια άλλη· ή ότι κάποιος άλλος στεκόταν δίπλα μου. Αυτός ο άλλος κρατούσε ένα όπλο. Τότε συνειδητοποίησα ότι υπήρχε εκεί μια ιστορία που έπρεπε να γράψω αλλά, καθώς τα χρόνια περνούσαν, όποτε το σκεφτόμουν, μου φαινόταν αδύνατον να συνταιριάξω τα δύο, την πιθανότητα δηλαδή ότι θα μπορούσε να έχει πεθάνει σε μια τέτοια περίπτωση με το γεγονός ότι τελικώς δεν πέθανε. Δεν ήταν επαρκώς λειτουργικό για μένα, αναρωτιόμουν για να το πω τεχνικά: πώς να διατηρήσω την αγωνία του αναγνώστη καθώς τον σπρώχνω προς ένα γεγονός που ο ίδιος γνωρίζει ότι δεν συνέβη; Το 2010 είχα ένα κρίσιμο χειρουργείο και ελάμβανα μορφίνη για να αντέξω τον πόνο και πέρασα το πρώτο βράδυ μετά την επέμβαση σε μια κατάσταση ανησυχίας, να σκαρώνω ιστορίες. Δεν μου αποκάλυψαν τον δολοφόνο της ιστορίας οι παραισθήσεις. Αναδύθηκε πολύ καθαρά μέσα στο μυαλό μου. Εκανα ό,τι κάνει κάθε συγγραφέας στην καθημερινότητά του με άλλα λόγια, απλώς η επίδραση του οπιούχου αναλγητικού επέτεινε την ένταση της στιγμής. Θα έλεγα ότι εκείνο το συμβάν με έκανε να πλησιάσω περισσότερο στη λύση γι’ αυτή την ιστορία. Καταστάλαξα, βέβαια, πριν από μερικούς μήνες, όταν μου αποκαλύφθηκε πώς έπρεπε να τη γράψω. Πρέπει με αυτά τα πράγματα να είναι κανείς υπομονετικός».
Η Μάργκαρετ Θάτσερ στην πραγματικότητα υπήρξε τυχερή, γλίτωσε από τη βομβιστική επίθεση του ΙΡΑ το 1984 στο Μπράιτον, πέθανε πλήρης ημερών. Γιατί θελήσατε να τη «σκοτώσετε» έστω με τη φαντασία σας, εν πάση περιπτώσει;
«Δεν ένιωσα ποτέ ότι ήθελα να τη σκοτώσω, απλώς καταδεικνύω με την ιστορία μου πόσο εύκολα θα μπορούσε να έχει σκοτωθεί· πόσο κοντά φθάσαμε τότε (και φθάνουμε κάθε στιγμή) σε ένα σύμπαν αρκετά διαφορετικό από αυτό που μας είναι ορατό. Δείτε το σαν μια ιστορία για ένα φάντασμα. Το φάντασμα εδώ, όμως, είναι ένα γεγονός, όχι ένα πρόσωπο. Δείτε το επίσης ως σάτιρα. Το συγκεκριμένο διήγημα δεν κοροϊδεύει τη Θάτσερ, δίνοντας έτσι καλές αφορμές στους εχθρούς της, αντιθέτως παίρνει πολύ στα σοβαρά την ίδια και σαρκάζει τα επιχειρήματα των εχθρών της, χωρίς ωστόσο να αρνείται ότι είναι βάσιμα. Ως συγγραφέας παθιάζομαι από τη διασταύρωση ατομικού και συλλογικού, δημόσιου και ιδιωτικού, προσωπικότητας και ιδεολογίας. Υπό αυτή την έννοια η Θάτσερ συνιστά για εμένα την ιδανική περίπτωση. Εχει εμφανιστεί στη μυθοπλασία μου στο παρελθόν και, ποιος ξέρει, μπορεί να επανεμφανιστεί στο μέλλον. Οι άγγλοι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες γενικότερα ήταν εξοργισμένοι μαζί της επειδή ένιωθαν ότι ήταν εχθρός της κουλτούρας και της πνευματικής ζωής. Ο πνευματικός κόσμος, όμως, έβλεπε περισσότερο τις συνέπειες της πολιτικής της στο πεδίο του πολιτισμού αλλά δυσκολευόταν να εκτιμήσει τις ευρύτερες συνέπειες: τον οικονομικό αποκλεισμό και την ηθική εξαχρείωση μεγάλου κομματιού της κοινωνίας, την αποθέωση της απληστίας και την αποσάθρωση κάθε ιδέας που πρόκρινε το κοινό καλό. Εγιναν τότε πολλές διαμαρτυρίες και πορείες κατά της πολιτικής της, αλλά οι διανοούμενοι δεν κατόρθωσαν ποτέ να αρθρώσουν έναντι της Θάτσερ ένα αποτελεσματικό αντεπιχείρημα πνευματικού χαρακτήρα. Εκαναν πλάκα με το προσωπικό της στυλ, αλλά δεν κατάφεραν να το αποκωδικοποιήσουν. Δεν νομίζω ότι τη «διάβασαν» ικανοποιητικά. Το να δημιουργείς στο πεδίο της πολιτικής, να επιτυγχάνεις αυτό που ακριβώς θέλεις, είναι σπάνιο. Αυτό το είχε η Θάτσερ, όπως το είχε και ο Κρόμγουελ».

Στο διήγημά σας δεν δίνετε καθόλου «φωνή» στη Θάτσερ. Θα την κάνατε ποτέ ηρωίδα σε κάποιο βιβλίο σας;
«Στο διήγημα η Θάτσερ είναι ο στόχος. Οι στόχοι δεν μιλούν. Σε άλλες ιστορίες, θα μπορούσε η ίδια να παίξει ίσως έναν άλλο ρόλο. Οχι όμως στη συγκεκριμένη. Στην ιστορία μου αναδεικνύεται η διαφωνία μεταξύ της γυναίκας και του παράξενου επισκέπτη της, του δολοφόνου. Και οι δύο συμφωνούν ότι θα ήταν πολύ καλή ιδέα να σκοτωθεί η Θάτσερ, διαφωνούν όμως ως προς τον λόγο για τον οποίο θα έπρεπε να σκοτωθεί, και προκαλεί ο ένας τον άλλο. Αξιοθαύμαστα ισορροπημένη διαφωνία αν σκεφτείτε ότι ο ένας κρατάει όπλο! Δεν θα μπορούσα ποτέ να κάνω ηρωίδα μου τη Θάτσερ. Αλλά πρωταγωνίστρια, ναι: θα ήταν αρκετά καλή ακριβώς επειδή τόσο η προσωπικότητα όσο και η ζωή της είχαν αντιφάσεις και εντάσεις. Δεν νομίζω, όμως, ότι η Θάτσερ θα μπορούσε να με εκπλήσσει συνεχώς, όπως συμβαίνει με τον Κρόμγουελ, ώστε να αφιερώσω ένα βιβλίο, μερικά χρόνια δηλαδή, σε αυτήν. Θεωρώ ότι αρκετά κομμάτια του χαρακτήρα της ήταν σφιγμένα, δεν τα άφησε να αναπτυχθούν. Θα ήταν ίσως περίπλοκο, όχι όμως ακατόρθωτο, να κατοικήσω στο μυαλό της. Τα δωμάτια εκεί μέσα όμως θα πρέπει να ήταν άβολα και σε ορισμένα να μη λειτουργούσε καν το φως».
Υπήρξατε κινηματογραφική κριτικός του περιοδικού «Spectator». Πώς σας φάνηκε η ταινία «Σιδηρά Κυρία» της Φιλίντα Λόιντ με πρωταγωνίστρια τη Μέριλ Στριπ;
«Τη βρήκα απαίσια, μπορώ να πω ότι αγανάκτησα. Μετέτρεψε τη Θάτσερ σε αστείο. Δεν ήταν αστείο. Ηταν μια ταινία που αφορούσε μια πολιτικό, την οποία κατάφερε να αποπολιτικοποιήσει πλήρως. Ρηχή προσπάθεια, ανάξια λόγου».
* Τα βιβλία της Χίλαρι Μαντέλ «Γουλφ Χολ» και «Γεράκια» κυκλοφορούν στην ελληνική γλώσσα από τις εκδόσεις Πάπυρος. Το βιβλίο «Η δολοφονία της Μάργκαρετ Θάτσερ» κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτική