Τα 170 χρόνια του ελληνικού κράτους

Ο άγγλος ιστορικός Ντάγκλας Ντάκιν στο κλασικό σύγγραμμά του για τον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας δεν δυσκολεύεται να σημειώσει ότι οι κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής

Γιώργος Ρωμαίος
Η περιπέτεια του κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα
Τέσσερις τόμοι
Εκδόσεις Πατάκη, 2014,
τιμή 30 ευρώ ο τόμος

Ο άγγλος ιστορικός Ντάγκλας Ντάκιν στο κλασικό σύγγραμμά του για τον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας δεν δυσκολεύεται να σημειώσει ότι οι κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής δεν ενδιαφέρονταν για τίποτε άλλο από το να δημιουργήσουν «στα πλευρά» της Τουρκίας ένα υπάκουο προτεκτοράτο. Ελάχιστη προσοχή έδιναν αν θα σχηματιζόταν ένας βιώσιμος ντόπιος μηχανισμός λειτουργίας του, αν θα δημιουργούνταν κράτος. Γι’ αυτό και δεν έγινε τίποτε περισσότερο από την (παραπειστική) ονομασία του.

Πελατειακές σχέσεις εναλλασσομένων στην εξουσία ηγετών σε ένα αδόκιμο και αμφισβητούμενο κοινοβουλευτικό μόρφωμα καθόριζαν επί δεκαετίες την κοινωνική, εθνική και πολιτιστική κατεύθυνση της ελεύθερης Ελλάδας. Ενάμιση και πλέον αιώνα αργότερα ένας άλλος Αγγλος, αυτός και με επιτόπια εμπειρία, ο Κρις Γούντχαους, διαπιστώνει ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις παραμέλησαν να οργανώσουν κράτος. Διόλου περίεργο όταν, σχηματικά ας αναφέρουμε, σε 19 χρόνια, από το 1844 ως το 1863, ορκίστηκαν 16 «συνταγματικές» κυβερνήσεις. Αποτέλεσμα: αστάθεια του πολιτικού σκηνικού, ασύδοτες παρεμβάσεις εξωπολιτικών στοιχείων αλλά και ξένων για στενά ίδια συμφέροντα, εθνική μειοδοσία, συχνές – σε βαθμό ευρωπαϊκής μοναδικότητας – συνταγματικές εκτροπές, ακόμη και εμφύλιος πόλεμος. Γνήσιο, σχετικά δηλαδή, εκλογικό αποτέλεσμα προέκυψε μόλις το 1865 και η «δεδηλωμένη» αναγνωρίστηκε – για να παραβιαστεί επανειλημμένως – δέκα χρόνια αργότερα.
«Το μελόδραμα που λέγεται Βουλή» έχει τίτλο χρονογράφημα του Παύλου Νιρβάνα του 1934. Καθημερινή ιλαροτραγωδία στην προπολεμική Βουλή, με τα κόμματα να αλληλοσυγκρούονται ακόμη και για το πόσοι υπαίθριοι καστανάδες θα έχουν στέκι στην πλατεία Συντάγματος. Η περιπέτεια του κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα είναι ο τίτλος του τετράτομου έργου του Γιώργου Ρωμαίου. (Ο τέταρτος τόμος κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες.) Στην πραγματικότητα είναι η ιστορία των 170 χρόνων του ελληνικού κράτους – ως το 2009.

Ο Γιώργος Ρωμαίος

Παρουσιάζοντας πρόσφατα την τετράτομη ιστορία του Ρόμπερτ Κάρο για την προεδρία του αμερικανού προέδρου Λίντον Τζόνσον ο γνωστός κριτικός Τζέιμς Μάρφι γράφει ότι μόνο ένας πολιτικοποιημένος δημοσιογράφος μπορεί «να δώσει ακέραιες, χωρίς πάθος, τις διαστάσεις» της βιογραφίας ενός πολιτικού. Ο Γιώργος Ρωμαίος τον επιβεβαιώνει. Πολιτικός συντάκτης στο «Βήμα», ευρωβουλευτής, υπουργός: με αυτή την «πανοπλία» έγραψε ένα μοναδικό για την πληρότητά του έργο. Ψύχραιμα, αμερόληπτα, χωρίς περιττές λεπτομέρειες που περισπούν την προσοχή από την ουσία μιας κίνησης, ενός γεγονότος, οδηγεί ήρεμα τον αναγνώστη σε μια ευκολοδιάβαστη περιήγηση στην (πολιτική) ιστορία της Ελλάδας. Δεν παίρνει πάντοτε θέση σε γεγονότα. Αφήνει τον αναγνώστη να βγάλει εκείνος συμπεράσματα δίνοντάς του γι’ αυτό το απαραίτητο υλικό. Σε γεγονότα που συγκινούν ψυχικά, λ.χ. στη Μικρασιατική Καταστροφή, στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο κτλ., ο Ρωμαίος διανθίζει το κείμενό του παρεμβάλλοντας ανέκδοτα παρασκήνια, αποκαλυπτικές ενέργειες, όπως λ.χ. το ενδιαφέρον της Φρειδερίκης να έχει τον έλεγχο και της Εκκλησίας. Το αποτέλεσμα της πολύχρονης μελέτης και εργασίας του είναι συνολικά πολυσέλιδο αλλά δεν είναι αυτό που θα λέγαμε «βαρύ».

Οι δύο πρώτοι τόμοι – καλύπτουν την περίοδο 1844-1940 – ίσως δεν συγκινούν ιδιαίτερα τον αναγνώστη. Λίγο ενδιαφέρον μπορεί να έχει σήμερα η προβολή της τιμιότητας του Κουμουνδούρου εν μέσω γενικευμένης πολιτικής διαφθοράς ή οι «επαναστατικές» για την εποχή τους μεταρρυθμίσεις του Τρικούπη. Για αυτά τα περίπου 100 χρόνια θα σημειώσει ο ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος παρουσιάζοντας το έργο του Ρωμαίου στην Ολομέλεια της Ακαδημίας ότι γίνεται αναφορά στην «εναλλαγή κυβερνήσεων, κοινοβουλευτικών και μη», αλλά και στην «οξύτατη σύγκρουση πολιτικών ηγετών, πράξεων εύστοχων ή άστοχων, με παρεμβλητές κάποτε παραλείψεις».
Ο τέταρτος τόμος (1974-2009) έχει υλικό που το ζήσαμε και λίγο-πολύ το ζούμε και σήμερα. Ετσι ο τρίτος τόμος (1940-1974) είναι αυτός που συγκεντρώνει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Καλύπτει μια περίοδο όπου διαμορφώνονται οι θεσμοί που βιώνουμε σήμερα, όπου εκδηλώνεται μια εθνική, δημοκρατική έξαρση αλλά και η εγκαθίδρυση του (αόρατου) σχήματος Ανάκτορα – Στρατός – ξένος παράγων. Στην αρχή αγγλικός, αργότερα αμερικανικός. Προσεκτικός ο πρώτος, αγενέστατος ο δεύτερος. «Η κυριαρχία μας στην Ελλάδα πρέπει να ασκείται από το παρασκήνιο» ειδοποιεί τον πρεσβευτή του στην Αθήνα ο Τσόρτσιλ. Το Στέμμα, θα ενημερώσει την Ουάσιγκτον ένας διπλωμάτης της στην Αθήνα, «θα είναι πάντα πρόθυμο να μας εξυπηρετήσει. Είναι κάτι σαν υπάλληλός μας».
Τα πειστήρια


Ο Ρωμαίος κυριολεκτικά πλουτίζει τις σελίδες του με τα σχετικά πειστήρια. Ο Παύλος, στο Κάιρο, διάδοχος ακόμη, είναι βέβαιος για την αποκατάσταση της μοναρχίας. «Θα μας πάνε στην Ελλάδα οι Αγγλοαμερικανοί» δηλώνει. Βασιλιάς αργότερα, στην Αθήνα, αδιαφορώντας για τη λαϊκή ετυμηγορία, ζητεί «να φύγει ο Πλαστήρας». Σε άλλη περίπτωση ο «ξένος παράγων» ακυρώνει ουσιαστικά τα αποτελέσματα των εκλογών, ονομάζει τον πρωθυπουργό (Δ. Μάξιμο) και σχηματίζει κυβέρνηση (Σοφούλης, Κανελλόπουλος, Γονατάς κ.ά.). Σε κάποια στιγμή, όταν αρχίζει να χάνει την αντοχή του το τριγωνικό σχήμα, η Φρειδερίκη ζητεί από την Αμερική «να υποστηρίξει τον θρόνο».
Ανάκτορα και πολιτικός κόσμος αλληλεξαρτώνται και το Κοινοβούλιο δεν έχει δυσκολία να ικανοποιήσει το Στέμμα – έναντι κάποιου ανταλλάγματος. Οταν προβάλλει ένας «κοινός κίνδυνος», στον Εμφύλιο, η είσοδος του Παπάγου στην πολιτική, η συσπείρωση των κεντρώων δυνάμεων, η εμφάνιση της ισχυρής ΕΔΑ το 1958 κ.ά., αλληλοϋποστηρίζονται, με συνέπεια να είναι επώδυνη και για τους δύο η επόμενη ημέρα.
Με τέτοια «βαρίδια» στα κόμματα δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει σοβαρός κοινοβουλευτισμός. Αλλωστε – και είναι χαρακτηριστικό της Ελλάδας – ο βίος του σημαδεύτηκε από συνεχείς διακοπές: πραξικοπήματα, πολιτικές και στρατιωτικές δικτατορίες και «κινήσεις με μήνυμα» που προωθούνται από τα Ανάκτορα και με τις ηγεσίες των κομμάτων να μένουν απαθείς, εκτός όταν επιχειρούσαν να επωφεληθούν. Η Ελλάδα είχε την ατυχία – ο Ρωμαίος το σημειώνει με πιο ψυχρές εκφράσεις – να μην ανανεωθεί η πολιτική ηγεσία της μετά την Κατοχή, στη διάρκεια της οποίας έμειναν αμέτοχα στην Αντίσταση τα πολιτικά πρόσωπα που έπαιζαν ρόλο πριν από τον πόλεμο. Οταν τους επανέφεραν στην εξουσία, δεν είχαν καμία καινούργια ιδέα να προβάλουν, ένα πρόγραμμα να διακηρύξουν, με συνέπεια, γράφει ο Ρωμαίος, το πολιτικό τοπίο να παραμείνει σε αγκύλωση.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk