• Αναζήτηση
  • Σαμπιχά Σουλεϊμάν: Ελληνίδα, Ρομά, μουσουλμάνα, γυναίκα…

    Είναι 38 ετών, ο γιος της μόλις τελείωσε το στρατιωτικό και αυτή είναι μαθήτρια της Γ΄γυμνασίου στο Νυχτερινό Γυμνάσιο Ξάνθης και ελπίζει του χρόνου να πάει και στο λύκειο.

    Είναι 38 ετών, ο γιος της μόλις τελείωσε το στρατιωτικό και αυτή είναι μαθήτρια της Γ΄γυμνασίου στο Νυχτερινό Γυμνάσιο Ξάνθης και ελπίζει του χρόνου να πάει και στο λύκειο. Για τη Σαμπιχά Σουλεϊμάν, ελληνίδα μουσουλμάνα Ρομά από το χωριό Δροσερό, λίγο έξω από την Ξάνθη, τίποτα στη ζωή δεν της έχει χαριστεί. Δευτερότοκο παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας με πατέρα ναυτικό (που απουσίαζε το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα) και με μητέρα «μπασκεβάνη», όπως την ονομάζει, επειδή κρατούσε ένα «μπασκέ» με λαχανικά και έτρεχε να τα πουλήσει σε αγορές και πανηγύρια, η Σαμπιχά («Αυγή» σημαίνει το όνομά της στα ελληνικά) έζησε από μικρή τον κοινωνικό ρατσισμό στο πετσί της, τον ξυλοδαρμό, την περιφρόνηση, τη φτώχεια, την εγκατάλειψη και την απόρριψη: «Μόνο και μόνο επειδή ήμουν Ελληνίδα, μουσουλμάνα, Ρομά και γυναίκα» λέει.
    Το Δροσερό είναι ένα χωριό με 5.000 κατοίκους, όλοι Ρομά, εγκαταλελειμμένο από την Πολιτεία και από τους ανθρώπους. Ούτε φωτισμός υπάρχει ούτε δρόμοι ούτε κοινωνικές παροχές ούτε υποδομές. Παράγκες και προκάτ οικισμοί παντού, έτσι όπως ζουν οι Ρομά, αλλά αυτό στη χειρότερη εκδοχή του. Μόνο ένα εκκλησάκι του Αϊ-Γιώργη βρίσκεται στην άκρη του χωριού που παλιά το λειτουργούσε κάθε Μ. Παρασκευή ένας παπάς που ερχόταν από την Ξάνθη. Και πήγαιναν εκεί η Σαμπιχά και τα αδέλφια της, καθώς και άλλα παιδιά, μουσουλμάνοι, να ακούσουν το «Ω γλυκύ μου έαρ». «Μας άρεσε να πηγαίνουμε παλιά στην εκκλησία. Κι ας πιστεύαμε σ’ άλλη θρησκεία. Να σκεφθείτε ότι με τον καιρό υπήρχαν δικοί μας άνθρωποι που νοίκιαζαν πούλμαν για να μας μεταφέρουν σε εκκλησίες, ακόμη και στη Μεγαλόχαρη στην Τήνο που πηγαίναμε κάθε Δεκαπενταύγουστο» λέει η Σαμπιχά ή «Σάμπια», όπως τη φώναζε ο πατέρας της, όνομα που της έδωσε από ένα ποτάμι στην Ινδία που τον εντυπωσίασε όταν ταξίδευε με τα καράβια.
    Ηταν το 1972 όταν η μικρή Σαμπιχά θέλησε μαζί με άλλα 40 παιδιά από το χωριό της και την «κολλητή» της φίλη Μουσκιά να πάνε σχολείο. Στο χωριό δεν υπήρχε κανένα σχολείο και έτσι επέλεξαν να παρακολουθήσουν μαθήματα τρεις μήνες τον χρόνο στο Α’ Μειονοτικό Σχολείο της Ξάνθης. Εκεί γνώρισε δύο δασκάλους: τον κυρ Αλέκο που της δίδασκε ελληνικά και τον Σεβί μπέη που της δίδασκε τουρκικά. Τους δίδασκαν το αλφάβητο, τους μήνες, τις ημέρες της εβδομάδας, μια στοιχειώδη γραφή και να μετρούν από το ένα ως το δέκα. «Οταν πήγα στο σχολείο ούτε ελληνικά γνώριζα ούτε τουρκικά. Μιλούσα μόνο τη γλώσσα μου και έπρεπε να μάθω και τις δύο γλώσσες» λέει. Αλλά η δίψα της για μάθηση μετατράπηκε σε πείσμα και έμεινε στο σχολείο, παρά το γεγονός ότι οι άλλοι μουσουλμάνοι μαθητές την ξυλοφόρτωναν, την έβριζαν «γύφτισσα», ήθελαν να τη διώξουν. Πού όμως να πάει; Το δημόσιο σχολείο της Ξάνθης τότε δεν τις δέχονταν.
    Οι μπάρες μπορεί να έπεσαν τη δεκαετία του ’90 αλλά η ζωή στο Δροσερό και στα γύρω χωριά δεν άλλαξε καθόλου – «μάλλον χειροτέρεψε» αναφέρει η Σαμπιχά. Η εγκληματικότητα φτάνει στα ύψη, το εμπόριο και η χρήση ναρκωτικών σε ανησυχητικά επίπεδα, οι νέοι του χωριού – οι περισσότεροι αναλφάβητοι – καταπιάνονται όλο και περισσότερο με έκνομες πράξεις. Η ζωή είναι απελπιστική, θέλουν να φύγουν. Εγκρίθηκαν, λέει, κάποια κονδύλια από το ΕΣΠΑ για δρόμους, αποχέτευση, φωτισμό και για οικισμούς στο Δροσερό. «Ηρθαν εδώ και μας έλεγαν ότι υπάρχουν λεφτά για να κάνουμε θαύματα. Τα χρήματα τα βάζει η Ευρωπαϊκή Ενωση. Μπαινόβγαιναν στο Δροσερό επί εβδομάδες και τελικά μας έφτιαξαν ένα πεζοδρόμιο μόλις 50 μέτρα, το άφησαν μισοτελειωμένο και έφυγαν. Εφαγαν τα λεφτά της Ευρωπαϊκής Ενωσης και κανείς δεν τους κυνήγησε, γιατί ποιος να πιστέψει έναν Ρομά;» λέει με παράπονο η Σαμπιχά.
    Για να ζήσει την οικογένειά της (είναι παντρεμένη και αυτή με ναυτικό) εργάζεται ακόμη και σήμερα στα νησιά πουλώντας μπαλόνια και λουλούδια. Κι όμως δεν παραπονιέται. «Εχω καλούς φίλους, οι Ελληνες μου συμπεριφέρονται καλά και αυτό είναι που θέλω: να είμαι ισότιμη μαζί τους, όπως προβλέπει το Ελληνικό Σύνταγμα».
    Η δράση της κίνησε την περιέργεια και του ΣΥΡΙΖΑ. «Μου τηλεφώνησε ο κ. Δρίτσας να πάω να μιλήσουμε. Πήγα, δεν ήξερα καλά-καλά πού είναι η Κουμουνδούρου. Είδα πολλούς εκεί. Πίστευα ότι ο κ. Τσίπρας θα είναι αυριανός πρωθυπουργός. Ενας νέος άνθρωπος με νέες ιδέες. Δέχθηκα να είμαι υποψήφια, τα υπόλοιπα τα γνωρίζετε. Οι εδώ και ο Δ. Χριστόπουλος έκαναν τα πάντα να μην είμαι. Θέλω να γράψετε ότι δεν έχω τίποτα με τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ. Αντιθέτως, με τίμησε με το να είμαι υποψήφια…».

    Εντονη δράση
    «Προσπαθούν να μας επιβάλουν τουρκική ταυτότητα»

    Το βλέμμα της διαπεραστικό. Οι ιδέες της διεκδικητικές αλλά δεν επιδιώκει τον ρεβανσισμό. Θέλει αυτή και το παιδί της να έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους υπόλοιπους πολίτες αυτής της χώρας. Αυτός είναι και ο αγώνας της, αυτό την έφερε αντιμέτωπη με το τουρκικό προξενείο της Θράκης και τους «Γκρίζους Λύκους» της περιοχής. «Ξοδεύουν πολλά λεφτά για να χτίσουν τζαμιά μέσα στους οικισμούς των Ρομά. Στο Δροσερό δεν έχουν καταφέρει ακόμη να χτίσουν τζαμί. Αντιστεκόμαστε. Μας λένε ότι οι τσιγγάνοι πεθαίνουν νέοι επειδή δεν είναι καλοί Τούρκοι και πιστοί μουσουλμάνοι. Οταν κάποιος είναι αμόρφωτος μπορεί να τον ξεγελάσουν. Εμείς όμως ξέρουμε ότι αυτό που χρειαζόμαστε είναι περισσότερα σχολεία και νοσοκομεία, όχι τζαμιά, που άλλωστε η Θράκη έχει πολλά. Θέλουμε να έχουμε καλή εκπαίδευση στη γλώσσα του κράτους που ζούμε. Το κράτος δεν κάνει αρκετά, θέλουμε να μας προστατεύσει επειδή είμαστε μουσουλμάνες γυναίκες με δικαιώματα που παραβιάζονται διαρκώς από ανθρώπους που νομίζουν ότι είναι δικαίωμά τους να φέρονται άσχημα στις γυναίκες τους. Οι μειονοτικοί συμπολίτες μας προσπαθούν να μας επιβάλουν την τουρκική ταυτότητα αντί της δικής μας ταυτότητας, των Ρομά» αναφέρει.
    Το 2006 20 μανάδες από το Δροσερό ιδρύουν τον σύλλογο «Ελπίδα». Στόχος, τα παιδιά τους να έχουν μόρφωση και ίσες ευκαιρίες στην εκπαίδευση. «Δεν είναι δυνατόν τα άλλα χωριά στην Ελλάδα να βγάζουν επιστήμονες και εμείς να είμαστε ακόμη αμόρφωτοι». Και άρχισαν αμέσως τον αγώνα. Χωρίς κομματικά καπελώματα. Πριν από την ίδρυση του συλλόγου φοιτούσαν στα σχολεία 90 παιδιά, ενώ σήμερα φοιτούν πάνω από 800 παιδιά και είναι εγγεγραμμένα στο σχολείο περίπου χίλια. Δημιουργήθηκαν προκάτ αίθουσες διδασκαλίας, άρχισαν πολιτιστικές επιμορφώσεις, τα παιδιά άρχισαν να πηγαίνουν θέατρο και κινηματογράφο στην Ξάνθη (στο «Οντεόν» έκαναν ειδική συμφωνία με γενναία έκπτωση εισιτηρίου στα παιδιά των Ρομά), παρακολούθησαν ακόμη και παραστάσεις αρχαίου θεάτρου.
    Ολα αυτά ενόχλησαν το τουρκικό προξενείο και τους πράκτορές τους στη Θράκη: «Ενας σύλλογος που αυτοαποκαλείται τουρκικός πραγματοποίησε συνέδριο στις Βρυξέλλες και είπαν ότι μας κάλεσαν. Στην πραγματικότητα δεν μας κάλεσαν ποτέ. Είπαν ψέματα. Θέλησαν δήθεν να αποδείξουν ότι η Θράκη κατοικείται μόνο από Τούρκους». Οταν η Σαμπιχά και οι φίλες της δεν το έβαλαν κάτω, άρχισαν οι απειλές και οι ξυλοδαρμοί: «Η μέθοδος που χρησιμοποιούν οι Τούρκοι είναι απάνθρωπη. Δεν μας χτυπούν οι ίδιοι αλλά πληρώνουν – και μάλιστα αδρά – δικούς μας ανθρώπους, Ρομά, να μας χτυπήσουν και να μας απειλήσουν. Κτηνώδης τακτική» λέει.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτική
    One Channel
    Ο νέος ενημερωτικός τηλεοπτικός σταθμός της Ελλάδας
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk