Ο Γιαγκ Σονγκ Ταεκ, αντιπρόεδρος της Επιτροπής Εθνικής Άμυνας της Βόρειας Κορέας και θειος του προέδρου Κιμ Γιογκ Ουν, απομακρύνθηκε από τη θέση του πριν δυο εβδομάδες, σύμφωνα με την υπηρεσία Πληροφοριών της Νοτίας Κορέας. Η υπηρεσία έχει επίσης πληροφορίες ότι εκτελέστηκαν τρεις τουλάχιστον συνεργάτες του Γιαγκ Σονγκ και «πολλοί άλλοι, στρατιωτικοί οι περισσότεροι», απομακρυνθήκαν από τις θέσεις τους και έχουν χαθεί έκτοτε τα ίχνη τους.

Αν οι πληροφορίες της νοτιοκορεατικής υπηρεσίας αποδειχθούν ακριβείς θα πρόκειται για τη μεγαλύτερη «εκκαθαριστική επιχείρηση» που ενεργείται από τον πρόεδρο Κιμ Γιαγκ Ουν. Γεγονός όμως είναι ότι από τις αρχές του φθινοπώρου γίνονται ανακατατάξεις προσώπων σε κύριες κρατικές υπηρεσίες, στις ένοπλες δυνάμεις και στις κομματικές οργανώσεις που ασχολούνται με ζητήματα «λαϊκής εθνικής ασφάλειας».
Ο Γιαγκ Σονγκ, εισηγητής σοβαρών οικονομικών μεταρρυθμίσεων οι οποίες ουδέποτε υλοποιήθηκαν, είχε απομακρυνθεί από τη θέση του στην Επιτροπή Εθνικής Αμυνας και το 2004, επί προεδρίας του πατέρα του σημερινού πρόεδρου, αλλά επανήλθε όταν ο Κιμ Γιογκ Ουν ανέλαβε πρόεδρος το 2011.

Γαμπρός και θείος δικτατόρων

Ο Γιανγκ είναι θείος εξ αγχιστείας του Κιμ, παντρεμένος με τη θεία του Κιμ Κιόνγκ-χι. Η στενή του σχέση με τον Κιμ Γιονγκ-ιλ, πατέρα του σημερινού ηγέτη, χάρισε στον Γιανγκ απαράμιλλη πρόσβαση στην εξουσία και, μετά τη διαδοχή (2011), άνευ προηγουμένου επιρροή στον νεαρό ηγέτη. Λέγεται μάλιστα ότι από το 2008, όταν η υγεία του Κιμ Γιονγκ-ιλ επιδεινώθηκε, ο Γιανγκ ασκούσε ντε φάκτο εξουσία στη Βόρεια Κορέα.

Το πόστο του αντιπροέδρου της ΕΕΑ είναι το δεύτερο τη τάξη στη χώρα, μετά από τον ίδιο τον δικτάτορα. Ο Γιανγκ ανελίχθηκε σ’ αυτό ξεπερνώντας αρκετές αντιξοότητες. Η πρώτη αφορούσε τον γάμο του.

Ο Γιανγκ γνώρισε την μικρή αδερφή του Κιμ Γιονγκ-ιλ στο πανεπιστήμιο και ξεκίνησε σχέση μαζί της προς την οποία ήταν αντίθετος ο πατέρας της, ο τότε ηγέτης της Βόρειας Κορέας Κιμ Ιλ-σουνγκ, επειδή οι δυο νέοι προέρχονταν από διαφορετική κοινωνική τάξη. Ο Γιανγκ, που σπούδασε στη Μόσχα, εξαναγκάστηκε να αλλάξει πανεπιστήμιο.

Όμως ο Κιμ Ιλ-Σουνγκ υποχώρησε στα παρακάλια της κόρης του και έδωσε την συγκατάθεσή του για τον γάμο, από τον οποίο προέκυψε μια κόρη το 1977. Η κόρη αυτή αυτοκτόνησε σε ηλικία 29 ετών διότι στο Παρίσι όπου σπούδαζε γνώρισε κάποιον τον οποίο ήθελε να παντρευτεί αλλά αντιμετώπισε σφοδρές αντιρρήσεις από τους γονείς της που τη διέταξαν να επιστρέψει αμέσως στην Πιονγκγιάνγκ.

Ο Γιανγκ έγινε μέλος του Εργατικού Κόμματος της Κορέας στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Ανέβηκε σταθερά την ιεραρχία και το 1992 εξελέγη στην κεντρική επιτροπή του κόμματος. Μια δεκαετία αργότερα είχε εδραιωθεί για τα καλά στα ανώτατα κλιμάκια της εξουσίας.

Αίφνης το 2004 εξαφανίστηκε από το προσκήνιο. Σύμφωνα με τις νοτιοκορεατικές μυστικές υπηρεσίες, είτε βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό είτε στάλθηκε για «αναμόρφωση». Δεν είναι σαφές τι προκάλεσε εκείνη την εξέλιξη, αλλά πιστεύεται ότι ένας λόγος είναι πως είχε συγκεντρώσει υπερβολικά πολλή εξουσία στα χέρια του. Δυο χρόνια αργότερα πάντως επανεμφανίστηκε, προφανώς «αναμορφωμένος», συνοδεύοντας τον Κιμ Γιονγκ-ιλ σε επίσημο ταξίδι του στην Κίνα, τον μοναδικό σύμμαχο της μυστικοπαθούς Βόρειας Κορέας. Εκτοτε η πορεία του υπήρξε ανοδική. Χαρακτηριστικό είναι ότι πέρσι ο Γιανγκ συναντήθηκε με τον (τότε) πρόεδρο της Κίνας Χου Τζιντάο στο Πεκίνο.

Ο Γιανγκ θεωρείται μεταρρυθμιστής στα οικονομικά ζητήματα εξ ου και η ανάληψη από μέρους του των σχέσεων με την Κίνα την οποία έχει απεγνωσμένα ανάγκη η στάσιμη οικονομία της Βόρειας Κορέας. Σύμφωνα με ανάλυση του BBC από τη Σεούλ, η απομάκρυνση του Γιανγκ, αν αληθεύει, συνιστά κοσμογονική αλλαγή «αλλά πολλά εξαρτώνται από τον λόγο για τον οποίο απομακρύνθηκε. Αν λόγοι υγείας οδήγησαν στην προσωρινή απομάκρυνσή του από το προσκήνιο, αυτό σημαίνει ότι θα διατηρήσει μεγάλη ανεπίσημη επιρροή. Αν οφείλεται σε πολιτικές διαφορές ή ρήγμα, αποτελεί μια πολύ πιο σοβαρή αλλαγή. Σε κάθε περίπτωση, όπως πολλά που συμβαίνουν στην πολιτική της Βόρειας Κορέας, η αλήθεια γι’ αυτό το γεγονός μπορεί να κάνει πολύ καιρό μέχρι να φανεί».