Γ. Μπ.: «Η σχέση μας βέβαια παραμένει. Αλλά στη δουλειά μας τίποτε δεν γίνεται στο όνομα του πατρός ή της μητρός. Ο καθένας πρέπει να αποδείξει… ή καλύτερα να αποδείξει ο χρόνος για εκείνον. Προσωπικά πιστεύω στο ταλέντο και στις δυνατότητές της στο θέατρο αλλά και γενικότερα στις σκέψεις της. Η ανησυχία μας είναι μία: η πραγμάτωση της παράστασης».
Γ. Μπ.: «Δεν πήρα πολύ στα σοβαρά το τι θα πουν οι άλλοι. Εμάς μας ενδιαφέρει το αποτέλεσμα. Και στο τέλος το αποτέλεσμα θα κριθεί. Ομολογώ ότι το έχω λίγο στο πίσω μέρος του μυαλού μου: όλο και κάποιος κάτι θα πει».
Ηρώ Μπ.: «Με απασχόλησε, αλλά είναι τόσο αυτονόητο. Και τίποτε να μην κάνεις, πάλι κάτι θα ακούσεις. Απλά τώρα θα είναι πιο έντονο, γιατί είναι πολύ μεγαλύτερη η έκθεση. Σκέφτηκα ότι κάποιοι άνθρωποι που μπορεί να με εκτιμούν λίγο ίσως το δουν όλο αυτό πιο καχύποπτα. Πάντως ούτε εύκολη λύση είναι ούτε κάτι το μεμπτό. Πάνω απ’ όλα είναι η προσωπική σχέση».
Γ. Μπ.: «Προσωπικά πιστεύω ότι το θέατρο πρέπει να υπάρχει με διαφωνίες, με εντάσεις, αρκεί να είναι δημιουργικές, να λειτουργούν συνθετικά και όχι διαλυτικά. Ομολογώ ότι τώρα με την Ηρώ δεν θα μπορούσα να δημιουργήσω εντάσεις. Και δέχομαι ότι είναι ένα ελάττωμα. Αν χρειαστεί όμως θα το κάνω».
Γ. Μπ.: «Οντως ισχύει αυτό, αλλά δεν με απασχόλησε ιδιαίτερα. Ζητούμενο είναι να ενσαρκωθούν οι ρόλοι και να πάρει διαστάσεις το έργο. Να προκαλέσει, πέρα από συγκίνηση, και σκέψη. Είναι έργα που σε ξεπλένουν. Αν πετύχει η παράσταση, βγαίνεις από την αίθουσα και αντιλαμβάνεσαι τα πράγματα πιο βαθιά. Ολοι μέσα μας κρύβουμε μια μικρή Αντιγόνη».
Γ. Μπ.: «Πάνω σε αυτό ο Οσκαρ Γουάιλντ έλεγε ότι η κοινωνία συγχωρεί τον εγκληματία αλλά ποτέ τον ονειροπόλο. Γιατί δεν τον ελέγχει. Τον φοβάται».
Μέσα από τις πρόβες έμαθε καλύτερα ο ένας τον άλλον; Δεθήκατε περισσότερο;
Γ. Μπ.: «Δεν το είχα κατά νουν όταν προετοίμαζα την παράσταση, αλλά έχεις δίκιο, δένεσαι διαφορετικά. Κέρδισα πολλά από την Ηρώ ως ηθοποιό, αλλά ίσως περισσότερα από την κόρη μου».
Ηρώ Μπ.: «Οχι».
Ηρώ Μπ.: «Η αλήθεια είναι ότι ο κόσμος είναι πιο καλοπροαίρετος. Και στη σχολή αλλά και σε ό,τι έχω κάνει ως τώρα, δεν με έχει κανείς αντιμετωπίσει με τρόπο που να με φέρει σε δύσκολη θέση. Υπάρχει μια αμηχανία ωστόσο με όποιον δεν σε γνωρίζει ή με νέους συναδέλφους που δεν έχουν δουλειά».
«Η Αντιγόνη είναι ένας νέος άνθρωπος που δεν τον χωρά η γη. Ο Κρέων, το αντίπαλον δέος, δεν είναι κακός, αλλά έχει πει το μεγάλο “ναι”. Αυτό το αδιέξοδο δημιουργεί τον σπινθήρα, την τραγωδία. Μέσα στο έργο υπάρχει διάσπαρτη η επιστροφή των ηρώων στην παιδική τους ηλικία. Και αυτό μου θύμισε τη φράση του Νίτσε. Οτι ο άνθρωπος ωριμάζει όταν βρίσκει τη σοβαρότητα που έχει όταν, ως παιδί, παίζει με ένα παιχνίδι. Η Αντιγόνη πάει κόντρα στον νόμο του κράτους αλλά υπερασπίζεται τον νόμο της φύσης. Αυτό είναι βαθύ και μεγαλόπνοο. Μόνο κυνηγώντας την ουτοπία περιμένεις την ανατροπή διατηρείς την ελπίδα. Ο Κρέων προσπαθεί να τη σώσει, αλλά συνειδητοποιεί ότι ήταν ταγμένη γι’ αυτό» λέει ο Γιάννης Μπέζος και η Ηρώ Μπέζου συμπληρώνει: «Δεν ξέρω ποια είναι η δική μου Αντιγόνη. Ξέρω ότι αγαπά τη ζωή τόσο βαθιά που αναγκάζεται να την αφήσει. Θέλει τα πάντα σε υπερθετικό βαθμό. Αγαπάει τη φύση, τα ζώα, αγαπάει απόλυτα και θέλει να ζήσει χωρίς καμία έκπτωση. Δεν θέλει ούτε καν να μεγαλώσει. Προσπαθώ να βρω τον εαυτό μου μέσα σ’ αυτό. Δεν είναι κάτι που είμαι ούτε που θα έκανα –φαντάζομαι. Ομως ούτε στην εποχή της την καταλάβαιναν. Είναι εξαίρεση. Δεν ξέρω αν υπάρχουν σήμερα Αντιγόνες. Δεν έχω γνωρίσει καμία. Ισως να μην τις παίρνουμε στα σοβαρά, να τις θεωρούμε γραφικές. Οσο για τον έρωτα, τον βλέπει τόσο απόλυτα. Θα ήθελε να είναι ίδιος για πάντα. Κυνηγάει δυστυχώς μια ουτοπία».
πότε & πού:
«Αντιγόνη» του Ζαν Ανούιγ. Μετάφραση Μάριος Πλωρίτης. Σκηνοθεσία Γιάννης Μπέζος. Παίζουν: Γιάννης Μπέζος, Ηρώ Μπέζου, Γιάννης Στόλλας, Δημήτρης Κανέλλος κ.ά. Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη (Σπ. Τρικούπη & Κουντουριώτου, Εξάρχεια, τηλ. 210 8253.489) . Πρεμιέρα στις 30/1, στις 21.00. Εισιτήρια: 18, 12 ευρώ
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



