«Αν μπορώ να δώσω τη δική μου εκδοχή για την εξέλιξη της Ιστορίας του 20ού αιώνα,γιατί όχι;» αναρωτιέται με ενθουσιασμό οΚουέντιν Ταραντίνο, μια μαύρη, αν όχι κατάμαυρη φιγούρα, αν εξαιρέσεις το κόκκινο τριαντάφυλλο στη θέση της καρδιάς. Εχει κάθε λόγο να το λέει αφού στην τελευταία ταινία του, «Αδωξοι μπάσταρδη» («Τhe inglourious basterds»), αφορμή για τη συνάντησή μας τον περασμένο Μάιο στις Κάννες, ο υπουργός Προπαγάνδας των ναζιστώνΓιόζεφ Γκέμπελςαλλά και ο ίδιος οΑδόλφος Χίτλερ… σκοτώνονται χτυπημένοι από τις σφαίρες των αμερικανών κομάντο, ηγέτης των οποίων, είναι οΜπραντ Πιτ: Ενας σκληρός αξιωματικός του αμερικανικού Πεζικού που μαζί με τα χειρότερα καθάρματα των εβραίων βρίσκεται στη Γαλλία σε μια «αποστολή αυτοκτονίας».

– Πώς εμπνευστήκατε την τροποποίηση της Ιστορίας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην ταινία «Αδωξοι μπάσταρδη»;

Κουέντιν Ταραντίνο: «Είναι αστείο, όμως στην πραγματικότητα απλώς… συνέβη. Δεν ήταν η αρχική πρόθεσή μου. Ηταν μια έμπνευση της στιγμής, μου ήρθε όταν έγραφα το σενάριο. Είπα στον εαυτό μου, ένα λεπτάκι, οι ήρωές μου δεν γνωρίζουν ότι είναι μέρος της Ιστορίας. Οι ήρωές μου ζουν στο δικό τους “τώρα”, στο δικό τους “εδώ”. Και σίγουρα δεν ξέρουν την έκβαση του πολέμου. Η Ιστορία συνέβη όπως συνέβη επειδή οι ήρωές μου δεν υπήρχαν. Αν όμως οι ήρωές μου είχαν υπάρξει, θα μπορούσαν να έχουν αλλάξει την Ιστορία! Και είναι εφικτό. Σαν τις ταινίες που βλέπουμε με τα ταξίδια στον χρόνο. Οι κανόνες τους είναι πολύ σαφείς. Αν αλλάξεις κάτι, αλλάζεις τα πάντα. Οι δικοί μου ήρωες, όχι. Μπερδεύουν τα πράγματα και αλλάζουν τα πάντα! Ως σεναριογράφος ένα από τα δυνατότερα σημεία μου, το οποίο όμως είναι αδυναμία των περισσότερων σεναριογράφων, είναι ότι δεν βάζω τους ήρωές μου να περπατούν σε συγκεκριμένα μονοπάτια. Υπάρχουν και άλλοι δρόμοι, άλλα βρώμικα μονοπάτια. Πολλοί σεναριογράφοι μπλοκάρουν αυτούς τους δρόμους. Δεν βάζουν τους ήρωές τους να περπατήσουν σε αυτά τα περίεργα μονοπάτια. Δεν τους αφήνουν να πηδήξουν τα οδοφράγματα». – Γιατί πιστεύετε ότι το κάνουν αυτό;
«Διότι δουλεύουν με συντεταγμένες. Αυτό είναι το σωστό, εκείνο όχι. Εγώ δεν είχα ποτέ τέτοια κωλύματα. Μπορώ να πάω όπου ο ήρωας με οδηγήσει. Γιατί δεν οδηγώ εγώ τους ήρωές μου αλλά εκείνοι εμένα. Και έτσι πάμε εκεί όπου χρειάζεται να πάμε. Γράφοντας το σενάριο αυτής της ταινίας, τα οδοφράγματα που έπρεπε να ξεπεράσω ήταν η ίδια η Ιστορία. Οταν άρχισα να γράφω, ήμουν προετοιμασμένος να τα σεβαστώ. Αλλά μετά, όπως είπα, μου “ήρθε”».

– Πιστεύετε ότι ο κόσμος είναι έτοιμος για να δει την Ιστορία παραλλαγμένη στον κινηματογράφο;

«Σε ό,τι αφορά τους αρσενικούς εβραίους της Αμερικής, είναι και παραείναι! Οταν έγραφα το σενάριο και το συζητούσα με εβραίους φίλους μου, ήταν όλο ενθουσιασμό να δουν στην οθόνη αυτά που τους έλεγα. Ακόμη και οι γονείς τους, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία. Ξέρετε γιατί; Διότι δεν θέλουν να ξαναδούν για μία ακόμη φορά την παλιά ιστορία. Την έχουν δει, την ξέρουν, την έχουν χορτάσει. Θέλουν να δουν την άλλη ιστορία, την ιστορία που η Ιστορία δεν κατέγραψε. Και αυτό είναι σπουδαίο για τον κινηματογράφο γιατί ποτέ δεν παρουσιάστηκε κατ΄ αυτόν τον τρόπο. Οι μόνες ιστορίες που ξέρουμε για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι εκείνες που μας έχουν πει οι ιστορικοί. Ενα από τα ωραία πράγματα σε αυτή την ταινία είναι ότι δείχνει πόσο τρωτό και ευάλωτο είναι αυτό το πράγμα. Ηθελα να το δείξω».

– Πώς το στηρίζετε; «Θα χρησιμοποιήσω δύο παραδείγματα από την ταινία μου. Οταν ο Χανς Λάντα (σ.σ.: ο ιδιοφυής και σαδιστής αξιωματικός των Ες Ες που υποδύεται ο Κρίστοφ Βαλτς) κάνει συμφωνία με τους Συμμάχους, αυτό είναι Ιστορία! (Σ.σ.: ο Ταραντίνο κτυπά με δύναμη το χέρι του στο τραπέζι.) Αυτό θα βλέπουμε στα ντοκυμαντέρ του Ηistory Channel και όλοι οι ειδικοί του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα μιλούν για έναν ήρωα. Εμείς όμως, οι θεατές, ξέρουμε ότι είναι ψέματα. Δεν έγιναν έτσι τα πράγματα. Δεύτερον, ο κόσμος δεν θα μάθει ποτέ για αυτό που έκανε η Σοσάνα Ντρέιφους (σ.σ.: η αντιστασιακή γαλλίδα την οποία υποδύεται η Μελανί Λοράν). Ο κόσμος δεν θα μάθει καν ότι υπήρξε ποτέ η Σοσάνα, δεν θα μάθει ποτέ την ηρω ική πράξη της και την επίδραση που είχε στην Ιστορία. Η Σοσάνα, όπως η κάθε Σοσάνα, είναι χαμένη στην Ιστορία. Αλλά εμείς οι θεατές ξέρουμε. Είναι σαν το περιστατικό με τον Γουίνστον Τσόρτσιλ. Κάποιος τον ρώτησε αν πιστεύει ότι η Ιστορία θα είναι επιεικής μαζί του (σ.σ.: ο Ταραντίνο μιμείται τη βαριά, βρετανική προφορά του Τσόρτσιλ) “Ναι. Ασφαλώς και πιστεύω ότι η Ιστορία θα είναι καλή μαζί μου”, απάντησε ο Τσόρτσιλ. “Γιατί σκοπεύω να τη γράψω εγώ!”».

– Μήπως τελικά με αυτή την ταινία βασικός στόχος σας ήταν να πείτε ότι ο κινηματογράφος μπορεί να αλλάξει τον κόσμο;

«Ενα από τα πράγματα που αγαπώ σε σχέση με τους “Ιnglourious basterds” είναι οι δύο όψεις αυτού ακριβώς του πράγματος. Από τη μια πλευρά η ιδέα ότι ο κινηματογράφος μπορεί να αλλάξει τον κόσμο είναι μια πολύ χυμώδης μεταφορά. Από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει καθόλου μεταφορά. Στη δική μου ταινία είναι μια πραγματικότητα! Είναι αυτό που συμβαίνει και κινηματογραφείται! Ναι, η ταινία μου καταρρίπτει το Γ΄ Ράιχ!».

– Η ελευθερία σας πάντως δεν έχει όρια. Σε μια σκηνή ακούμε το «Gasoline»,το κομμάτι του Ντέιβιντ Μπάουι.Πώς κόλλησε στην ταινία; «Το “Gasoline” ήταν ανέκαθεν ένα από τα αγαπημένα τραγούδια μου γραμμένα για ταινία, το “Cat people”. Ανέκαθεν όμως ήμουν πολύ τσατισμένος που ο Πολ Σρέντερ, ο σκηνοθέτης της, δεν έκανε τίποτε με δαύτο! Εχεις ένα από τα πιο κουλ τραγούδια του Ντέιβιντ Μπάουι και το βάζεις στους τίτλους του τέλους; Το ίδιο είχε γίνει και με το τραγούδι του Αϊζακ Χέιζ στο “Shaft”. Αν είχαν γραφτεί τέτοια τραγούδια για δική μου ταινία, θα τα είχα χρησιμοποιήσει πολύ καλύτερα! Για να επανέλθω στο “Gasoline”, το να προσλάβω έναν μουσικοσυνθέτη και να του ζητήσω να μου γράψει ένα θέμα που να ταιριάζει στο πνεύμα της ιστορίας μου δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Προτιμώ να χρησιμοποιήσω δεύτερο χέρι κάτι που έχει γραφτεί για κάπου αλλού άπαξ και ταιριάζει σε αυτό που χρειάζομαι. Το “Gasoline” δεν είναι μόνο κουλ τραγούδι αλλά “παίζει” και σαν εσωτερικός μονόλογος».

– Πόσες ταινίες έχετε δει στη ζωή σας; «Ούτε ξέρω. Από τα 17 ως τα 22 έκανα λίστες των ταινιών που έβλεπα ετησίως. Θα πρέπει να ήταν κάπου ανάμεσα στις 190-200 τον χρόνο. Σημείωνα μόνο αυτές που έβλεπα στις αίθουσες. Ακόμη και τις παλιές ταινίες. Στο τέλος κάθε χρονιάς έδινα τα δικά μου βραβεία και έφτιαχνα τις λίστες με τις δέκα αγαπημένες ταινίες μου. Και όλα αυτά όταν ήμουν άφραγκος. Σήμερα βέβαια ούτε κατά διάνοια να βλέπω τόσες πολλές ταινίες στην αίθουσα. Η ζωή μπαίνει μπροστά σε αυτές τις περιπτώσεις· εκτός βέβαια αν είσαι κινηματογραφικός κριτικός και πληρώνεσαι για να βλέπεις ταινίες».

ΤΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ ΚΑΙ Ο ΤΙΤΛΟΣ
Η ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο είναι αμυδρώς βασισμένη στην ιταλική ταινία «Τhe inglorious bastards» («Σαμποτέρ χωρίς δόξα»,1978) του Ενζο Καστελάρι η οποία υπήρξε φετίχ του πρώτου από την εποχή που δούλευε ακόμη υπάλληλος σε βιντεοκλάμπ.«Εγώ και η παρέα μου ήμασταν οι μόνοι που γνωρίζαμε την ύπαρξή της- ήταν μια εντελώς δικιά μας ταινία!» λέει με ενθουσιασμό ο Ταραντίνο στον Καστελάρι στα extras του DVD της ταινίας του δεύτερου.«Ανέκαθεν ήθελα να κάνω κάτι για αυτό.Επιτέλους μου δόθηκε αυτή η ευκαιρία!». Σε ερώτηση του «Βήματος» πάντως,ο σκηνοθέτης είπε ότι αυτό που τον ενδιέφερε κυρίως ήταν να αγοράσει τα δικαιώματα για τον τίτλο της ταινίας του Καστελάρι,τον οποίον άλλαξε χρησιμοποιώντας τον ανορθόγραφο τίτλο «Ιnglourious basterds». Το γιατί προτίμησε να το κρατήσει για τον εαυτό του.Τοιουτοτρόπως,η ελληνική μετάφραση της ταινίας είναι «Αδωξοι μπάσταρδη».

Ο Γκέμπελς και μαθήματα γερμανικής κινηματογραφικής ιστορίας

«Περίπου για μία οκταετίακάθε ταινία που γυριζόταν στη Γερμανία είχε την εποπτεία του Γιόζεφ Γκέμπελς » είπε ο Ταραντίνο σε μια επίδειξη των αστείρευτων κινηματογραφικών γνώσεών του,οι οποίες εμπεριέχονται στους «Ιnglourious basterds».«Η μόνη σκηνοθέτρια που ο Γκέμπελς δεν έλεγξε ποτέ ήταν η Λένι Ρίφενσταλ.Ο Γκέμπελς ήταν καταπληκτικός παραγωγός,πολύ καλύτερος από τα κεφάλια των στούντιο.Επέλεγε ηθοποιούς, σκηνοθέτες, σενάρια, ενέκρινε τα πόστερ των ταινιών, ήταν ένας πραγματικός μεγιστάνας του κινηματογράφου». Ο Ταραντίνο θεωρεί «παρεξηγημένο είδος» τις προπαγανδιστικές ταινίες του ναζισμού. «Αυτές που έχουν μείνει στην Ιστορία είναι οι αντισημιτικές ταινίες όπως το “Εternal Jew”(“Der ewige Jude”/ “Ο αιώνιος εβραίος”)του Φριτς Χίπλερ, οι οποίες όμως γυρίστηκαν πολύ νωρίς και δεν ήταν και τόσες πολλές.Υπήρχαν άλλωστε και οι αντιβρετανικές ταινίες, όπως και οι αντιπολωνικές. Δεν ήταν όμως αυτές οι ταινίες το “πιάτο ημέρας” της κινηματογραφικής προπαγάνδας του ναζισμού.Οταν η Γερμανία βρισκόταν πια στον πόλεμο, ο Γκέμπελς γύριζε λαϊκά είδη. Μιούζικαλ, οπερέτες, κωμωδίες και ιστορικές βιογραφίες σημαντικών Γερμανών των οποίων οι ζωές μπορούσαν να παραλληλιστούν με την εποχή του ναζισμού. Και ξέρετε κάτι;Οσο και να μη μας αρέσει ο Γκέμπελς,δεν μπορείς να απορρίψεις όλες τις ταινίες εκείνης της περιόδου διότι κάποιες ήταν πολύ καλές. Το “Gluckskinder” (“Εύθυμοι αλήτες”, 1936) του Πάουλ Μάρτιν, για παράδειγμα, ήταν μια εξαιρετική ταινία. Αγαπημένος σκηνοθέτης του Γκέμπελς ήταν ο Φρανκ Κάπρα και το “Gluckskinder” ήταν κάτι σαν ριμέικ του».

ΠΕΝΤΕ «ΑΔΩΞΟΙ ΜΠΑΣΤΑΡΔΗ» ΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΟΥΕΝΤΙΝ ΤΑΡΑΝΤΙΝΟ
μπραντ πιτ
(Αλντο Ρέιν,ο αμερικανός αξιωματικός που έχει βάλει στόχο τα σκαλπ των Γερμανών)

«Πάντοτε αναζητώ το καινούργιο,εκείνο που θα διαφέρει από όσα έχω κάνει ως σήμερα.Ο Κουέντιν είναι μια μοναδική περίπτωση και σου δίνει χώρο να επεξεργαστείς όπως θέλεις τον ήρωά σου.Αυτό το βρίσκεις πολύ σπάνια στον αμερικανικό κινηματογράφο- ελάχιστοι σου επιτρέπουν να παίξεις με την ελευθερία που σου προσφέρει αυτός ο σκηνοθέτης».

νταϊάν κρούγκερ
(Μπριγκίτε φον Χάμερσμαρκ,η γερμανίδα διπλή πράκτορας, ελαφρώς βασισμένη στη γερμανίδα σταρ Χίλντεργκαρντ Κνεφ)

«Μιλά συνέχεια.Ξέρεις πού βρίσκεσαι.Οταν είναι χαρούμενος το δείχνει- και το αντίθετο.Σε κοιτάζει επίμονα και πολλές φορές σε φέρνει σε αμηχανία.Δεν τον ενδιαφέρουν οι διασημότητες και δεν θέλει τα κλισέ.Μου είπε ποιες γυναίκες είχε στο μυαλό του για τον ρόλο της Μπριγκίτε και συμφώνησε όταν του πρότεινα τη Χίλντεργκαρντ Κνεφ.Δεν με άφησε όμως να τραγουδήσω…».

ντάνιελ μπριλ
(Φρέντερικ Ζόλερ,ο σινεφίλ αξιωματικός της Βέρμαχτ που είναι άσος στο σημάδι)

«Οταν συνάντησα τον Ταραντίνο νόμιζα ότι γνώριζα αρκετά πράγματα για τον γερμανικό κινηματογράφο αφού είχα δει αρκετές παλιές ταινίες.Κούνια που με κούναγε! Μπροστά του ένιωσα εντελώς άσχετος.Ο άνθρωπος είναι ο ορισμός της κινητής εγκυκλοπαίδειας. Ξέρει πράγματα για τον γερμανικό κινηματογράφο που αμφιβάλλω αν ξέρουν οι ίδιοι οι Γερμανοί».

κρίστοφ βαλτς
(Χανς Λάντα,ο σαδιστής αλλά ευφυής αξιωματικός των Ες Ες που προσπαθεί να σταματήσει τον Ρέιν)

«Τον αποκαλούν enfant terrible (τρομερό παιδί) του κινηματογράφου- και είναι.Για μένα είναι επίσης ο πιο οξύς στις παρατηρήσεις του άνθρωπος που έχω συναντήσει στη ζωή μου.Μπορεί να σου δώσει λεπτομέρειες για να επεξεργαστείς.Λεπτομέρειες που ούτε καν ήξερες ότι υπάρχουν.Οι ιδέες του έβγαιναν όπως οι σαπουνόφουσκες από το παιχνίδι που παίζουν τα παιδιά».

μάϊκλ φασμπέντερ
(Αρτσι Χίκοξ,ο βρετανός αξιωματικός- κριτικός κινηματογράφου πριν από τον πόλεμο- που μεταμφιέζεται σε Γερμανό)

«Η πρώτη εμπειρία μου από τα γυρίσματα ήταν ιδρωμένα χέρια και παντελόνια και αγωνία μη με απολύσει! Το ξεπέρασα αμέσως.Το χάρισμά του είναι ότι δεν κρύβεται.Ανοιχτό βιβλίο.Του αρέσει να πηγαίνει στη δουλειά το πρωί,τρελαίνεται να μιλά για κινηματογράφο και ξέρει ακριβώς τι θέλει από σένα.Σε κάνει να θέλεις να έχεις τον ίδιο ενθουσιασμό μαζί του».

Η ταινία «Αδωξοι μπάσταρδη» θα προβάλλεται στις αίθουσες από την Πέμπτη 20 Αυγούστου.