«Ηταν φθινόπωρο του 1841. Επιστρέφοντας ένιωθα μια απροσδιόριστη δυσφορία, μια βαθιά θλίψη, έναν πόνο στην καρδιά μου!.. Εφτασα σπίτι, πέταξα το χειρόγραφο με μια βίαιη κίνηση στο τραπέζι και στάθηκα μπροστά του. Οπως έπεσε το τραπέζι, το λιμπρέτο άνοιξε τυχαία σε κάποια σελίδα, και τα μάτια μου καρφώθηκαν στη φράση “Πέτα σκέψη σε χρυσά φτερά”. Εξακολούθησα να διαβάζω με συγκίνηση, πολύ περισσότερο που το κείμενο αποτελούσε παράφραση της Βίβλου, η οποία με συντρόφευε συχνά. Διάβασα ένα πρώτο απόσπασμα και αμέσως ένα δεύτερο. Ωστόσο, σταθερός στην απόφασή μου να μη συνθέσω άλλη όπερα, έκλεισα το λιμπρέτο και έπεσα για ύπνο!.. Ομως ναι… ο Ναμπούκο γύριζε μες στο κεφάλι μου! Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Σηκώθηκα και διάβασα το λιμπρέτο όχι μία, αλλά δύο ή τρεις φορές, έτσι ώστε το πρωί ήξερα σχεδόν απέξω το κείμενο του Σολέρα».
Το παραπάνω απόσπασμα της επιστολής, την οποία φέρεται να απηύθυνε ο Βέρντι το 1879 – σχεδόν 40 χρόνια μετά την πρεμιέρα του «Ναμπούκο» – στον εκδότη του Τζούλιο Ρικόρντι, σηματοδοτεί μια από τις πλέον διαδεδομένες εκδοχές γύρω από τη γέννηση της όπερας η οποία θεμελίωσε τη μετέπειτα φήμη του δημιουργού. Αν και μοιάζει μάλλον ωραιοποιημένη, είναι ταυτόχρονα ενδεικτική του «μύθου» που περιέβαλλε τη σχέση του Βέρντι με το λιμπρέτο του «Ναμπούκο», της όπερας με την οποία συνεχίζεται η σεζόν της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Μετά την επιτυχημένη πρεμιέρα του «Ομπέρτο», της πρώτης του όπερας, η οποία δόθηκε το 1839 στη Σκάλα του Μιλάνου, ο Βέρντι υπέγραψε συμβόλαιο με τον Μπαρτολομέο Μερέλι, ιμπρεσάριο στο ίδιο θέατρο, για τρία ακόμη έργα. Η δεύτερη όπερά του, ωστόσο, με τίτλο «Μία ημέρα βασιλείας» υπήρξε παταγώδης αποτυχία, πράγμα που επέτεινε τη βαριάς μορφής κατάθλιψη από την οποία υπέφερε ο συνθέτης λόγω των αλλεπάλληλων τραγωδιών της προσωπικής του ζωής: του θανάτου της κόρης του Βιργινίας (1838), του γιου του Ιτσίλιο (1839), αλλά και της πρώτης του γυναίκας (1840).
Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν ο Βέρντι είχε αρχίσει να αμφιβάλλει σοβαρά για τις ικανότητές του και σκεφτόταν ακόμη και να εγκαταλείψει τη σύνθεση. Τότε ήταν που ο Μερέλι του πρότεινε το λιμπρέτο του Σολέρα, το οποίο είχε απορριφθεί από τον νεαρό πρώσο συνθέτη Οτο Νικολάι. Επιθυμώντας όμως να εκμεταλλευθεί τον θόρυβο από την επιτυχία ενός μπαλέτου με το ίδιο θέμα το οποίο είχε παρουσιαστεί το φθινόπωρο του 1838 και σκοπεύοντας μάλιστα να χρησιμοποιήσει τα ήδη υπάρχοντα σκηνικά και κοστούμια, ο Μερέλι αναζητούσε επίμονα ένα συνθέτη να το μελοποιήσει. Χρειάστηκαν ωστόσο αρκετοί μήνες ώστε να καμφθούν οι δισταγμοί του Βέρντι. Οσο για τη σύνθεση, άρχισε όχι από το περίφημο χορωδιακό «Va pensiero» («Πέτα σκέψη») – το οποίο επρόκειτο να τραγουδηθεί ως εθνικός ύμνος από τους υπόδουλους Ιταλούς και χρόνια αργότερα να συνοδεύσει τόσο τον Βέρντι όσο και τον Αρτούρο Τοσκανίνι στην τελευταία τους κατοικία – αλλά από τον θάνατο της Αμπιγκαΐλε, σκηνή η οποία αργότερα κόπηκε.
Η πρώτη επιτυχία
Η σύνθεση της όπερας διήρκεσε μερικούς μήνες, ενώ η πρεμιέρα της δόθηκε στις 9 Μαρτίου 1842 στη Σκάλα σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία. Η υπόθεσή της τοποθετείται στην περίοδο 605-562 π.Χ., την εποχή όπου αυτοκράτορας των Βαβυλωνίων είναι ο Ναβουχοδονόσορ (Ναμπούκο), κυρίαρχος της γης των Ιουδαίων. Ο αυτοκράτορας αυτοανακηρύσσεται θεός, προκαλώντας την οργή του Θεού των Ιουδαίων που τον τιμωρεί και έτσι δίνεται η ευκαιρία στη θετή του κόρη, την αδίστακτη Αμπιγκαΐλε – ρόλο που κατά την πρεμιέρα ερμήνευσε η Τζιουζεπίνα Στρεπόνι, μετέπειτα δεύτερη σύζυγος του Βέρντι -, να πάρει την εξουσία στα χέρια της. Στη φυλακή πλέον ο Ναβουχοδονόσορ αντιλαμβάνεται τις κακές προθέσεις της Αμπιγκαΐλε, προσεύχεται στον Θεό των Ιουδαίων και με τη βοήθειά του καταφέρνει να επιστρέψει στην εξουσία και να επιβάλει το δίκαιο.
Η πολιτική διάσταση
Παρά την πολιτική σημασία που του απέδωσαν οι Ιταλοί, οι αυστριακοί κατακτητές μάλλον δεν διέκριναν στον «Ναμπούκο» τίποτε ανησυχητικό. Απόδειξη το γεγονός ότι η όπερα δεν συνάντησε προβλήματα με τη λογοκρισία της εποχής – από την οποία αργότερα ο Βέρντι κυριολεκτικά θα δεινοπαθούσε -, ενώ όχι μόνο δεν απαγορεύτηκε, αλλά θριάμβευσε ανενόχλητα σε όλη τη χώρα. Μετά τις οκτώ πρώτες παραστάσεις, την άνοιξη του 1842, επαναλήφθηκε το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς 57 φορές, ενώ σχεδόν αμέσως «ταξίδεψε» στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις: στη Βιέννη, στο Λονδίνο και στο Παρίσι. Χαρακτηριστικό είναι ότι, όπως και οι κατοπινοί «Λομβαρδοί στην πρώτη σταυροφορία», ο «Ναμπούκο» αφιερώθηκε από τον συνθέτη σε μέλος της αυστριακής αυτοκρατορικής οικογένειας. Και πάλι όμως όλα τα παραπάνω πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο μιας ορισμένης κατάστασης. Το γεγονός ότι ο Βέρντι υπήρξε φλογερός πατριώτης και αφοσιωμένος κήρυκας των εθνικών επιδιώξεων της πατρίδας του είναι βεβαίως αναμφισβήτητο. Το 1842 ωστόσο τα επαναστατικά κινήματα που επρόκειτο να ξεσπάσουν έξι χρόνια αργότερα ήταν ακόμη αρκετά μακριά, ενώ το γενικότερο κλίμα ρευστότητας που επικρατούσε στην Ιταλία δεν έδινε το δικαίωμα στους Αυστριακούς να ανησυχούν ιδιαιτέρως.
Ο πρώιμος Βέρντι
Στο παραπάνω πλαίσιο ωστόσο είναι κοινός τόπος ότι ο «Ναμπούκο» υπήρξε η όπερα η οποία άλλαξε την τύχη του Βέρντι σηματοδοτώντας την πρώτη του μεγάλη επιτυχία. Παρ’ ότι, σύμφωνα με την άποψη της κριτικής, πρόκειται για μάλλον άνιση παρτιτούρα, με πολλές αρετές αλλά και εξίσου αρκετά λιγότερο αξιόλογα στοιχεία, το ύφος της πρώιμης δημιουργίας του Βέρντι καταγράφεται ξεκάθαρα. Ιδιαιτέρως ξεχωρίζει η δυναμική χρήση της χορωδίας, η οποία, εν προκειμένω, αναδεικνύεται σε ουσιαστικό πρωταγωνιστή του έργου. Παρ’ ότι, γεγονός ασυνήθιστο για τον συνθέτη, ο «Ναμπούκο» δεν έχει σημαντικό ρόλο τενόρου, τόσο ο πρωταγωνιστικός ήρωας όσο και ο αρχιερέας Ζαχαρίας προσφέρουν πεδίο δόξης λαμπρό για τον βαρύτονο και τον βαθύφωνο αντίστοιχα. Οσο για την απαιτητική Αμπιγκαΐλε, αποτελεί πραγματική πρόκληση για την υψίφωνο.
Η παράσταση της Λυρικής
Με μια σύγχρονη ματιά επιχειρεί να προσεγγίσει τον «Ναμπούκο» η σκηνοθέτις της νέας παραγωγής της Λυρικής Τζούλια Πέβσνερ. Η παράσταση τοποθετείται χρονικά στη δεκαετία 1930-1940 και με «αφετηρία» το Ολοκαύτωμα εστιάζει στον πόλεμο, στα θύματά του, στην αλαζονεία της εξουσίας, στις συνέπειες για τους λαούς. «Επιλέξαμε το Ολοκαύτωμα καθώς οι Εβραίοι είναι ο λαός που έχει να κάνει με την πρωτότυπη ιστορία» εξηγεί η σκηνοθέτις και συνεχίζει: «Συμφωνήσαμε ωστόσο ότι δεν θα υπάρχει τίποτε που να παραπέμπει στενά σε αυτούς, ενδυμασία κτλ. Και αυτό διότι θέλουμε να δείξουμε πως είναι μια κατάσταση η οποία θα μπορούσε να αφορά οποιονδήποτε λαό σε οποιαδήποτε εποχή, παλαιότερη, σύγχρονη ή μελλοντική». Οσο για το φινάλε της παράστασης, λέει ότι θα είναι ελπιδοφόρο, αλλά όχι χαρούμενο.
«Δεν θα το αποκαλύψω, όμως δεν θα είναι το κλασικό χάπι εντ, με τον μεταμελημένο Ναμπούκο ο οποίος βλέπει επιτέλους το φως το αληθινό. Θέλω οι θεατές να συνειδητοποιήσουν ότι αυτή είναι μια κατάσταση η οποία μπορεί να επαναληφθεί σε κάθε χρονική στιγμή και όχι απαραίτητα με την ίδια εξέλιξη…».
Σε ό,τι αφορά τους πρωταγωνιστές, τον ρόλο της Αμπιγκαΐλε ερμηνεύει η διάσημη υψίφωνος Μαρία Γκουλεγκίνα, ενώ στις δύο τελευταίες παραστάσεις (2, 4/3) τον Ναμπούκο θα ενσαρκώσει ο περίφημος βαρύτονος Λέο Νούτσι (σήμερα και στις 28/2 στον ίδιο ρόλο θα δούμε τον Μαρκ Ράκερ). Διακεκριμένοι έλληνες και ξένοι ερμηνευτές εμφανίζονται στους υπόλοιπους ρόλους. Την Ορχήστρα της ΕΛΣ διευθύνει ο Ηλίας Βουδούρης.
Ο «Ναμπούκο» κάνει πρεμιέρα σήμερα στο θέατρο Ολύμπια. Παραστάσεις και στις 28/2, 2/3 και 4/3.



