«Ο Πρίγκιπας είναι ένα αίσθημα»
Από τη συνάντησή μας ως σήμερα, η ζωή του Νίκου Κουρή άλλαξε: έγινε πατέρας. Η πρεμιέρα του έργου του Κλάιστ «Ο Πρίγκιπας του Χόμπουργκ» που ανεβαίνει σε σκηνοθεσία του Λευτέρη Βογιατζή στη σκηνή του Κοτοπούλη θα τον βρει πλήρως ανανεωμένο, να ερμηνεύει μαζί με τον ρόλο του πρίγκιπα και τον ρόλο μιας ολόκληρης ζωής: «Εχω μια αγωνία για όλο αυτό» μου έλεγε προτού γεννηθεί ο γιος του, «αλλά και πολλά θετικά αισθήματα. Αναρωτιέμαι τι θα πρέπει να κάνω, τι να προσέξω και από την άλλη σκέφτομαι ότι τα πράγματα θα έρθουν από μόνα τους…».
Αν και η πρώτη του απάντηση στην πρόταση του Λευτέρη Βογιατζή ήταν αρνητική, ο Νίκος Κουρής είπε τελικά το «ναι»: «Ο Πρίγκιπας είναι ένα αίσθημα, γι’ αυτό και είναι ένας δύσκολος ρόλος. Αντιλαμβάνεται τα πάντα μέσα από την ψυχή, μέσα από μία εξιδανίκευση. Μέσα από ένα παραποιημένο ιστορικό γεγονός ο Κλάιστ δίνει τη δική του διάσταση, ενώ ο ήρωάς του κινείται παράλληλα προς τον ίδιο τον συγγραφέα. Και οι δυο τους είναι πρόσωπα που έχουν αίσθηση του Αλλου – του άλλου αισθήματος, της άλλης αναμέτρησης με τον κόσμο των σχέσεων, του ηρωισμού, του θανάτου. Ο Πρίγκιπας αναμετριέται με τον Θάνατο και κερδίζει την ιδέα του Θανάτου» λέει ο ηθοποιός. Οπως και ο Κλάιστ, που «πέθανε σαν να πήγαινε σε γιορτή. Κι αυτό το βρίσκω συγκλονιστικό. Εφυγε στο φως».
Η δική του δυσκολία προσέγγισης του ρόλου ήταν να αποφύγει τη σχηματική απόδοσή του – το ίδιο προσπάθησαν και οι υπόλοιποι του θιάσου. «Ετσι κι αλλιώς το έργο εμπεριέχει μια παρεξήγηση, γιατί χρησιμοποιεί έναν μύθο για να σε πάει κάπου αλλού. Μερικές φορές γελάω, γιατί χρησιμοποιεί κατ΄ επίφασιν το ιστορικό περίβλημα, κι εκεί καταλαβαίνεις πόσο σπουδαίος είναι ο Κλάιστ. Οπως όλοι οι μεγάλοι, βλέπει τη φύση του να τον ξεπερνάει» καταλήγει. Οσο για τον Πρίγκιπά του, μοιάζει με την Αντιγόνη γιατί και οι δυο τους αντιτίθενται στο γράμμα του νόμου. «Δεν είναι όμως τραγωδία, καθώς ο ήρωας δεν πεθαίνει. Αλλά είναι τραγωδία γιατί δεν ξέρεις τι είναι καλύτερο, να είχε πεθάνει ή να ζήσει». Και καταλήγει: «Είναι ένα μετέωρο έργο – μακάρι η παράσταση να βγάλει αυτόν τον μετεωρισμό…».
Είναι η δέκατη τρίτη χρονιά στο θέατρο για τον 34χρονο Νίκο Κουρή, ο οποίος ξεκίνησε από τη σχολή και το θέατρο Εμπρός για να συνεχίσει με συνεργασίες και ερμηνείες θεατρικές, κινηματογραφικές – εσχάτως και τηλεοπτικές. Πήρε το βάπτισμα του πυρός στον ρόλο του Τομ στον «Γυάλινο κόσμο» που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Μαυρίκιος, σε μια παράσταση που άφησε εποχή. Ακολούθησαν ο Γιάννης Χουβαρδάς και το Θέατρο του Νότου («Τουρκαρέ», «Τορκουάτο Τάσο», «Βερενίκη», «Σάρα»), ο Λευτέρης Βογιατζής και η «Νέα Σκηνή» («Καθαροί πια», «Φυγή», «Σχολείο Γυναικών»), η «Ορέστεια» με τον Γιάννη Κόκκο στην Επίδαυρο αλλά και η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», οι ταινίες του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Τα δύο προηγούμενα καλοκαίρια ήταν ο Αίμων στην «Αντιγόνη» του Βογιατζή αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές, ενώ μετά τον «Πρίγκιπα του Χόμπουργκ» που ανεβαίνει την προσεχή Τετάρτη, ακολουθούν οι «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης» του Χόρβατ και «Ο κλήρος του μεσημεριού» του Κλοντέλ, στο Εθνικό.
Ο Νίκος Κουρής πιστεύει ότι το θέατρο είναι κάτι πολύ δύσκολο, «σχεδόν αδύνατον», γι’ αυτό και ψάχνει τη δική του αλήθεια. Από τα πρώτα χρόνια στο σανίδι έμαθε να δουλεύει πολύ, να αφιερώνεται· γι’ αυτό και το να γίνει πρωταγωνιστής δεν ήταν ποτέ αυτοσκοπός, ούτε σήμερα νιώθει διαφορετικά που πρωταγωνιστεί στο Εθνικό Θέατρο: «Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα τέτοια θέματα. Ποτέ δεν προσπάθησα να αποκτήσω στάτους και να καθιερωθώ ως πρωταγωνιστής. Το άγχος το δικό μου είναι πολύ συγκεκριμένο: Να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων που απαιτεί το θέατρο. Κι αυτό το άγχος μού φθάνει. Αλλωστε αυτό το άγχος μπορεί να σου προσφέρει και συγκινήσεις». Κάθε φορά, σε κάθε ρόλο, θέλει να πιάνει το νήμα από την αρχή. Εκεί πιστεύει ότι κρύβεται και η «ιερότητα» του θεάτρου. Οσο κι αν απογοητεύεται – γιατί απογοητεύεται κατά καιρούς – συνεχίζει να κοιτάζει τον κόσμο με τα μάτια που του παρέχει η τέχνη. «Μ’ ενδιαφέρει η τέχνη γι’ αυτή τη δυνατότητα που σου δίνει να δεις αλλιώς τα πράγματα, “λίγο πιο λοξά”. Αλλά δεν σημαίνει ότι όλοι μπορούν να τη δουν έτσι. Το ενδιαφέρον στη ζωή μπορεί να το βρεις μέσα απ’ όποια δουλειά και να κάνεις. Αρκεί να έχεις ταλέντο στη ζωή» προσθέτει.
Από τότε που ο Τάσος Μπαντής τον ξεχώρισε στο θέατρο Εμπρός, ο Νίκος Κουρής βρέθηκε να συνεργάζεται με τους σημαντικότερους έλληνες σκηνοθέτες, οι οποίοι και τον επέλεγαν. Κάτι τέτοιο δεν δίνει ασφάλεια και αίσθηση επιτυχίας σε έναν νέο ηθοποιό; «Κάπου μέσα μου βαθιά» απαντά «νομίζω ότι νιώθω ασφάλεια – δεν το έχω όμως συνειδητοποιήσει, ούτε το σκέφτομαι. Με ανθρώπους σαν τον Βογιατζή έχω πια σχέση ζωής. Από την άλλη, δεν μπορώ να μην παραδεχθώ ότι έχω γλιτώσει από αγωνίες, όπως το να βρεις δουλειά. Ομολογώ ότι ποτέ μου δεν χρειάστηκε να ψάξω… Στάθηκα τυχερός. Ας μην είμαι λοιπόν αχάριστος». Ωστόσο δηλώνει ότι, αν και αντικειμενικά δεν μπορεί να έχει παράπονα, υποκειμενικά ανήκει στους ανθρώπους που δεν ευχαριστιούνται εύκολα με τον εαυτό τους: «Είμαι κι εγώ δέσμιος των ελαττωμάτων μου, της τεμπελιάς και της συνήθειας. Από τη φύση μου έχω μεγάλη συνείδηση της δυσκολίας – μ’ αρέσει κιόλας η δυσκολία, το εμπόδιο, το να μην είμαι ευχαριστημένος, να προσπαθώ ξανά, να μη λέω “μπράβο” στον εαυτό μου, σε αρνητικό βαθμό ίσως…». Γι’ αυτό και δεν κυνηγάει την εικόνα, προσπαθεί να είναι σε μια αληθινή σχέση με τον εαυτό του: «Δεν μου αρέσει το εμπόριο, η εξαργύρωση που γίνεται σήμερα του εαυτού μας. Κι εγώ δεν μπαίνω σε αυτό το παιχνίδι. Δεν διαπραγματεύομαι με όρους της αγοράς».
Ωριμος και συγχρόνως σε διαρκή αναζήτηση, ο Νίκος Κουρής βιώνει τη θεατρική του ενηλικίωση με τον τρόπο που έχει μάθει: «Η αγάπη μου για το θέατρο δοκιμάζεται κάθε φορά. Πιστεύω κυρίως στη σύγκρουση, στην επιθυμία να ανακαλύπτεις πράγματα και στην επιθυμία να ανακαλύπτεις τον εαυτό σου. Κι εκεί είναι που ο καθένας μας πρέπει να αναλαμβάνει τις ευθύνες του. Αν και το θέατρο είναι ένας χώρος που σε σπρώχνει να λες ότι για όλα φταίει κάποιος άλλος – ο σκηνοθέτης ή ο συνάδελφος – εγώ αντιστέκομαι. Πάνω απ’ όλα φταίει ο εαυτός μας…».
Στην παράσταση παίζουν επίσης: Λυδία Φωτοπούλου, Δημήτρης Λιγνάδης, Νίκος Αρβανίτης, Θόδωρος Κατσαφάδος, Γιάννης Τσορτέκης (τηλ. 210.3305.074)



