Σ το επίμαχο ζήτημα της σχέσης Κράτους και Εκκλησίας, που εδώ και μερικά χρόνια μας απασχολεί όλους, θα πρέπει να προστεθεί και ένας τρίτος και αναγκαίος όρος που είχε ως τώρα διαλάθει της προσοχής των περισσότερων αναλυτικών προσεγγίσεων. Και ο όρος αυτός είναι το «Εθνος», ως κεντρικό σύμβολο, ως απαρέγκλιτη σημασία και ως κεντρική νοηματική κατασκευή. Η συζήτηση, προτού καν αναδειχθεί σε νομική και θεσμική, είναι βαθύτατα πολιτική και ιδεολογική. Μια συζήτηση που πριν από όλα εντοπίζεται στην τρέχουσα μάχη των λέξεων και των «σημασιών», δηλαδή στις πάντα συγκρουσιακές μορφές λόγου που αφορούν την οργάνωση και την εξέλιξη του συστήματος των κοινωνικών εξουσιών. Πολλώ μάλλον που, όπως πάντα, έτσι και στην περίπτωση αυτή, οι σημασίες αυτές αλλάζουν και διολισθαίνουν συνεχώς: η επιλογή των σημάτων, των συμβόλων και των νοημάτων είναι στο βάθος συγκρουσιακή και στρατηγική. Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι, ενώ ο λόγος της Εκκλησίας και εκείνων που προασπίζονται τη θέση της στρέφεται παγίως γύρω από τις «ουσιαστικές» σχέσεις της με το Εθνος, ο λόγος της αντίθετης πλευράς, δηλαδή ο λόγος του ορθολογισμού, επικεντρώνεται γύρω από το πρόβλημα της έννομης και «τυπικής» σχέσης της Εκκλησίας με την Πολιτεία, το Κράτος και τον λαό.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η προσέγγιση του προβλήματος πρέπει να είναι πολλαπλή. Το ζήτημα της Εκκλησίας τίθεται λοιπόν κατ’ αρχήν ως θέμα συνταγματικής και θεσμικής τάξεως και αντιμετωπίζεται έτσι ως ζήτημα ερμηνείας των κειμένων διατάξεων. Αλλά η ανάλυση δεν σταματάει εδώ. Το ζήτημα της εθνικής και θρησκευτικής ταυτότητας (και ευρύτερα των ταυτοτήτων) οφείλει επίσης να αντιμετωπίζεται ως μείζον θεωρητικό και κοινωνιολογικό πρόβλημα, ένα πρόβλημα που στην εποχή της παγκοσμιοποίησης αποκτά ιδιάζουσα κοινωνική σημασία. Στην εποχή μας πράγματι τίθενται σε αμφισβήτηση οι αυτονόητες έλλογες συλλογικές οντότητες οι οποίες εκφράζονταν κατ’ αποκλειστικότητα με την έννομη Πολιτεία. Και έτσι το «πολιτικό επίπεδο» της νόμω κρατούσης Πολιτείας δεν φαίνεται πλέον να αρκεί για να στοιχειοθετηθούν οι μεγάλοι «πρώτοι πληθυντικοί» οι οποίοι εγκαλούν και κινητοποιούν τις συλλογικές συνειδήσεις και συμπεριφορές. Αυτή είναι ίσως η κύρια μετανεωτερική Ελλειψη και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πολιτικό «πρόβλημα».
Ο διάμεσος κρίκος
Είναι γεγονός ότι στον τρέχοντα λόγο το ιδεολόγημα του Εθνους εμφανίζεται ως αναγκαίος διάμεσος κρίκος ανάμεσα στην Εκκλησία και στην Πολιτεία. Δεν είναι το νομικό πρόβλημα που προέχει. Προτού αντιπαρατεθεί με το Κράτος η Εκκλησία ομιλεί στο όνομα του Εθνους. Και ακριβώς στο πλαίσιο αυτό η ευρύτερη διαδικασία εκκοσμίκευσης της πολιτικής εξουσίας φαίνεται να οδηγείται και πάλι σε αδόκητες ιδεαλιστικές συζητήσεις γύρω από το βαθύτερο «νόημα» μιας Πολιτείας που απεκδύεται από την ουσιαστική και συμβολική αυτονομία της. Θα έλεγε κανείς μάλιστα πως, «εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος», είναι το ίδιο το ισχύον Σύνταγμα που εμπλέκει τους ερμηνευτές του σε μιαν αφετηριακή νοηματική αμφιθυμία: πράγματι, όταν στο άρθρο 3 όλες οι εξουσίες φέρονται μεν ως πηγάζουσες από τον Λαό αλλά ταυτοχρόνως νοούνται ως «υπάρχουσες υπέρ του λαού και του Εθνους», ανοίγονται οι πόρτες για κάθε λογής ουσιοκρατικές ερμηνείες για την ευρύτερη ratio essendi της Πολιτείας και της δημοκρατίας. Από σημειολογική λοιπόν άποψη το αθροιστικό αλλά και διαζευκτικό «και» δεν μπορεί παρά να υποδηλώνει ότι οι δύο αυτοί όροι θα μπορούσαν να μην είναι ιστορικά και κανονιστικά συνώνυμοι.
Η ρητή αναφορά όμως σε κάτι καταστατικά «άλλο» που οφείλει να κείται, και κείται, πέραν του ελλόγου λαού έρχεται σε πλήρη ιστορική αντίθεση τόσο με το γράμμα όσο και με το πνεύμα της εκκοσμίκευσης. Αν όχι κατ’ ανάγκην ή κατ’ επιταγήν, τουλάχιστον εν δυνάμει. Και η ιστορία γράφεται πάντα και εν δυνάμει μέσα από τα ανοικτά ενδεχόμενα τα οποία καθημερινώς διακυβεύονται. Τίποτε δεν είναι μια για πάντα δεδομένο. Ακόμη λοιπόν και η διαδικασία της εκλογίκευσης και εκκοσμίκευσης της πολιτικής εξουσίας θα μπορούσε να είναι εν δυνάμει αναστρέψιμη.
Τίθεται λοιπόν το μείζον ιστορικό και πολιτικό ζήτημα «γιατί» η διαδικασία της δικής μας εκκοσμίκευσης φαίνεται να παλινωδεί και να ταλαντεύεται; «Γιατί» η αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος που θεσπίστηκε ως αναγκαία συνιστώσα μιας σταθερά πολιτειοκρατικής αντίληψης κατέληξε εν τούτοις να εξελιχθεί σε αυτόνομο πόλο διεκδίκησης της ιδεολογικής (και ίσως και της πολιτικής) εξουσίας ενάντια στην ίδια την λογική της κυρίαρχης δημοκρατικής Πολιτείας; «Πώς» μια ρύθμιση που εξαρχής θεσπίστηκε ακριβώς με στόχο να υπαγάγει την εκκλησιαστική στην κοσμική εξουσία κατέληξε στο να μεταλλαχθεί στο εν δυνάμει αντίθετό της; Και «γιατί» αυτό να συμβαίνει σήμερα, τη στιγμή ακριβώς που παρατηρείται μια αύξουσα «αποεθνικοποίηση» της Πολιτείας; Τη στιγμή, δηλαδή, που η έλλογη πολιτική τάξη εξωθείται να βρει νέους θεσμικούς και ιδεολογικούς τρόπους προσαρμογής της στις τρέχουσες πολυ-πολιτισμικές προκλήσεις μιας οικουμένης που αλλάζει ταχύτατα.
Σε τελική ανάλυση ο προβληματισμός μας στρέφεται γύρω από την επισήμανση μιας βαθύτατης ιστορικής ειρωνείας, που όμως είναι μόνον εκ πρώτης όψεως παράδοξη. Οταν στην αυγή της νέας χιλιετίας η κοινωνία μας φαίνεται να επιστρέφει στη διαπραγμάτευση προβλημάτων που θεωρούσαμε ότι έχουν οριστικά λυθεί, όταν ο τρέχων πολιτικοκοινωνικός λόγος φαίνεται να επανέρχεται στις μαγικές και μυθικές υποστασιώσεις ενός παρελθόντος από το οποίο νομίζαμε ότι έχουμε οριστικά απαλλαγεί, όταν τέλος ο υποτιθέμενος πολιτειακός ορθολογισμός μοιάζει να νοθεύεται με αναφορές σε αιώνιες, άμωμες και ιερές ουσίες, το πρόβλημα που τίθεται αγγίζει τα ίδια τα θεμέλια του πολιτικού πολιτισμού μας.
Ετσι οφείλουμε να αρχίσουμε από μια γενική διαπίστωση. Εδώ, όπως και αλλού, βρισκόμαστε μπροστά σε μια διάχυτη ιδεολογική και πολιτική αμηχανία. Η αποπολιτικοποίηση, η ιδιωτικοποίηση και η άνευ όρων προαγωγή των ατομικών συμφερόντων συμβαδίζουν με την αναπόληση μιας άλλης χαμένης «ωκεάνιας» εποχής, όπου η σύνδεση του καθενός με τον περιβάλλοντα κόσμο εμφανιζόταν άμεση και αυτονόητη. Και θα ‘πρεπε ίσως να θυμηθούμε ότι μετά την παρακμή της θεολογικής ερμηνείας του κόσμου την αίσθηση αυτή του άνευ όρων ανήκειν την εξασφάλιζε σε μεγάλο βαθμό η νεοπαγής ιδέα του Εθνους-Κράτους ως συμβολική και σημασιολογική σύνθεση του ελλόγου λαού και του μυθικού έθνους. Η έννομη πολιτεία λειτουργούσε την ίδια στιγμή ως πλασματικό κοινωνικό συμβόλαιο και ως υπερβατική ιδέα, προσφέροντας έτσι στα έρμαια άτομα μιαν έλλογη σύνθεση των ελεύθερων βουλήσεων και παρέχοντας ταυτόχρονα μιαν ασυλιακή φωλεά ενάντια στον πανικό της αποσύνθεσης και του θανάτου.
Η μεταβολή των συνθηκών
Ετσι από πολλές απόψεις η ιδεολογική λειτουργία της εθνικής-κρατικής σύνθεσης υπήρξε ιστορικά λυσιτελής. Οι δύο όροι της συλλογικής κοινότητας αλληλενισχύονταν και αλληλοδιαποτίζονταν. Το έθνος νοούνταν ως εξ ορισμού ενεργό συνώνυμο του κράτους και της πολιτείας. Σήμερα όμως οι συνθήκες φαίνεται να μεταβάλλονται ραγδαία. Αίφνης και αυτό είναι το νέο και ανησυχαστικό φαινόμενο ανάμεσα στην καθημερινή κανονιστική λειτουργία της πολιτείας και στην ιδέα του έθνους αρχίζουν να εμφανίζονται επικίνδυνοι τριγμοί. Από τη στιγμή που η νέα διεθνής τάξη και η αύξουσα κινητικότητα των εργαζομένων φαίνεται να θέτουν σε ιστορική αμφισβήτηση τόσο την άνευ όρων πολιτική κυριαρχία της ανεξάρτητης πολιτείας έναντι των άλλων όσο και την αξιωματική «ανθρωπολογική» ομοιογένεια της κοινωνίας, η ταύτιση έθνους και κράτους κλονίζεται. Νέοι συμβολικοί διχασμοί κάνουν λοιπόν την εμφάνισή τους. Η «παράδοση», η ιστορική «συνέχεια», η εθνική «ιδιαιτερότητα» και «ιδιοπροσωπία» και το άμωμον του γένους εμφανίζονται στη σκηνή διεκδικώντας και απαιτώντας ενάντια στη δημοκρατική πολιτειακή λογική. Γεγονός που εκφράζεται με διάχυτους προβληματισμούς για την πορεία της συλλογικής οντότητας, οδηγώντας πολλές χώρες σε πρωτόγνωρα διλήμματα και πρωτοφανείς εστίες ιδεολογικών αντιπαραθέσεων. Ανάμεσα στην ιδέα του έθνους και στη λογική του κράτους εμφανίζεται λοιπόν ένα μείζον ιδεολογικό κενό.
Το κενό δε αυτό ακριβώς επιχειρεί να καλύψει ορμητικά η αυτόκλητα προφητολογούσα Εκκλησία της Ελλάδος. Τα πρακτικά και ιδεολογικά διλήμματα της Πολιτείας ερμηνεύονται και σημασιολογούνται ως συμπτώματα που τεκμηριώνουν μια περαιτέρω «δομική» σχάση ανάμεσα στο Κράτος και στην Κοινωνία. Η δεύτερη, ως πηγή αιώνιων αξιών, εκφράζεται με το όνομα του έθνους και της παράδοσης που εγκαλούνται να ορθώσουν το ανάστημά τους απέναντι στον δημοκρατικό ορθολογισμό των κατεστημένων έννομων εξουσιών. Και έτσι ο κλασικός φιλελεύθερος χωρισμός Κράτους και Κοινωνίας, δηλαδή της πολιτικής και της ιδιωτικής σφαίρας, μετασημασιολογείται σε έναν ιδεολογικό χωρισμό της λειτουργίας των πολιτών ως φορέων ορθολογισμού και ως φορέων αιώνιων αξιών και παραδόσεων.
Από τη στιγμή αυτή η περαιτέρω ολίσθηση είναι εύκολη. Η Εκκλησία αναλαμβάνει την οργάνωση και συσπείρωση των πιστών στο όνομα όχι μόνο της Πίστης αλλά και του Εθνους και της Κοινωνίας. Εφεξής λοιπόν το κοινό γίγνεσθαι πολώνεται ανάμεσα στην «ουσία» που εκφράζεται από την παράδοση και το Εθνος υπό την αιγίδα της Εκκλησίας και στη «μη-ουσία» που προβάλλεται από το έλλογο Κράτος, το οποίο μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται με εμφανή εχθρότητα ως εν δυνάμει πηγή όλων των «πνευματικών» ανελευθεριών και των εξοβελιστέων επείσακτων ορθολογισμών. Και έτσι οι νέοι διχασμοί διαγράφονται με σαφήνεια. Οι ημεδαποί ενάντια στους ξένους, οι αγνοί εθνικόφρονες ενάντια στους πωρωμένους κοσμοπολίτες, οι γνήσιοι και απλοί άνθρωποι του λαού ενάντια στη σύγχυση των διανοουμένων, οι πιστοί ενάντια στους άπιστους. Και υπό τους όρους αυτούς δομείται η νέα ουσιοκρατία: το salus patriae μπορεί να αναδειχθεί ως ταυτόσημο με το salus fidei ως αναγκαία προϋπόθεση για ένα salus societatis ad aeternitatem, για την αυτόκλητη σωτηρία δηλαδή μιας αιώνιας και ουσιακά σημαινόμενης Κοινωνίας.
Η στάση της Ιεραρχίας
Αυτή είναι η μείζων πολιτική και κοινωνική σημασία της εκκλησιαστικής ιδεολογικής αντεπίθεσης και εδώ ακριβώς επικεντρώνεται η πολιτική ανευθυνότητά της. Μέσα από τη διαδικασία αυτή επιχειρείται μια αντιπαράθεση ανάμεσα στο ορθολογικό αίτημα της εκκοσμίκευσης και στο ανορθολογικό αίτημα της αιώνιας επιστροφής. Και ταυτοχρόνως προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η εκκοσμίκευση δεν είναι παρά μια «τυχαία», εμβόλιμη και αναστρέψιμη ιστορική διαδικασία που ούτε εξαντλείται ούτε τελειώνει με τη θεσμική της κατοχύρωση. Η ιστορία επιστρέφει ως υπέρποτε πανούργα αλλά και εκδικητική. Και είναι γεγονός ότι ούτε το αυτοκέφαλο ούτε η υπαγωγή της Εκκλησίας στην ελληνική έννομη τάξη οδήγησαν τη χώρα στην πλήρη εκκοσμίκευση, η οποία είναι μια ευρύτερη κοινωνική και ιδεολογική διαδικασία που εντάσσεται στη συνολική εξέλιξη της Κοινωνίας. Οσο λοιπόν και αν τα Συντάγματα ενσωματώνουν τις αφετηριακές κοινωνικές αξίες, η ιστορία μπορεί να βρίσκει τρόπους να τα ξεπεράσει ή να τα καταστρατηγήσει. Οπως δείχνει το παράδειγμα της Βρετανίας, ο τυπικός χωρισμός της Εκκλησίας από το Κράτος δεν είναι αναγκαίος για να υπάρξει πλήρης εκκοσμίκευση, όπως αντίστροφα οι πλήρως εκκοσμικευμένες συνταγματικές ρήτρες πολλών μουσουλμανικών χωρών, όπως π.χ. της Τουρκίας, δεν εμποδίζουν την άνοδο της νέας ολοκληρωτικής ακεραιοφροσύνης. Η εκκοσμίκευση με αυτή την έννοια δεν είναι μια απλή θεσμική ρήξη αλλά αποτελεί μια μακρόχρονη και ουσιαστική κοινωνική διαδικασία που συναρτάται με την αέναη εξέλιξη των ιδεών και των μετώπων. Και τα μέτωπα αυτά δεν έχουν κλείσει. Γι’ αυτό ακριβώς έχει κεφαλαιώδη πολιτική σημασία η τρέχουσα στάση της Εκκλησίας, της Ιεραρχίας και του Προκαθημένου της κ. Χριστόδουλου. Στην τρέχουσα συγκυρία η ευθύνη της είναι τεράστια. Επικαλούμενη ένα μη θρησκευτικό, δηλαδή ένα «κοσμικό ιερό», στο όνομα δηλαδή του υπερβατικού έθνους, στρέφει τα βέλη της εναντίον της Πολιτείας και του Κράτους, εναντίον της Δύσης, εναντίον του ορθολογισμού, εναντίον της ανάπτυξης, εναντίον της ανεκτικής και φιλελεύθερης δόμησης της κοινωνίας μας. Εναντίον, δηλαδή, της δημοκρατικής λογικής.
Συλλογικό εθνικό συμφέρον
Ο λόγος αυτός όμως δεν είναι φυσικά ουδέτερος. Εντάσσεται σε σαφείς στρατηγικές επιδιώξεις και αποβλέπει σε μια νέα ιδεολογική ηγεμονία. Με αυτή την έννοια, λοιπόν, οι θεσμικές διεκδικήσεις της Εκκλησίας, τα υποτιθέμενα κεκτημένα της, το αίτημα να διαπραγματεύεται με την Πολιτεία για τα ζητήματα του «Εθνους», η εμμονή της στον ρόλο του εγγυητή των πάτριων αξιών δεν είναι λοιπόν ίσως παρά εύσχημοι τακτικοί ελιγμοί ή ακόμη και προσχήματα που επιχειρούνται προκειμένου να κατοχυρωθεί ο νέος και διακαώς επιζητούμενος μετα-πολιτικός της ρόλος, που στην ουσία είναι βαθύτατα πολιτικός. Ερχόμενη σε αντιπαράθεση με το δημοκρατικό Κράτος και επ’ ονόματι ενός προ- ή μετα-δημοκρατικού Εθνους που από τη φύση του το «υπερβαίνει», η Εκκλησία αυτοτιτλοφορείται ως μόνη αρμόδια και «υπεύθυνη» για την τήρηση του πνεύματος του Συντάγματος και των νόμων και για την αποκάλυψη και προώθηση του εθνικού δέοντος. Ετσι όμως υποκαθίσταται μονομερώς στην υπάτη πολιτειακή λειτουργία του κυρίαρχου λαού.
Το ιδεολόγημα της εθνικής βούλησης και του συλλογικού εθνικού συμφέροντος αποσυνδέεται συμβολικά, αλλά και ουσιαστικά, από τους έννομους θεσμούς και από τους οργανωμένους σε σώμα πολίτες. Η κοινωνική ευταξία δεν νοείται πλέον ως ισορροπημένη σύνθεση ή ακόμη και ως ρυθμισμένη ένταση ανάμεσα σε δύο αντικριστούς όρους, το Κράτος και την Κοινωνία, τη σφαίρα της εξουσίας και τη σφαίρα των ελεύθερων ατόμων, αλλά προοιωνίζεται ένα προ-πολιτικό και «αυθεντικό» σύστημα ιδεών που σφραγίζει τα άτομα ανεξάρτητα από τη βούλησή τους. Και εδώ ακριβώς επικεντρώνεται η βαθμιαία ολίσθηση προς την κατεύθυνση ενός ασυγκράτητου και μεσσιανικού ολοκληρωτισμού και μιας εν δυνάμει προ-ορθολογικής υπερβατοκρατίας: αν δεχθούμε πως οι ιδέες είναι εκείνες που κινούν την ιστορία ή τουλάχιστον ότι μπορεί να λειτουργούν ως εμβρυουλκοί μιας πάντα ελλοχεύουσας βίας, αυτό είναι ίσως και το πιο επικίνδυνο μακροπροθέσμως πρόβλημα που μας απειλεί όλους. Ως εθνάρχες και εκκλησίαρχοι συνάμα οι εκπρόσωποι της Ιεραρχίας αποσυνδέονται από το θεσμικό σύστημα του δημοκρατικού κράτους δικαίου το οποίο εκφράζει τον κυρίαρχο, ελεύθερο και έλλογο λαό. Η φαντασίωση ενός υπερβατικού και συνεπώς και ανεξέλεγκτου Εθνους ορθώνεται εναντίον μιας κατασκευής μιας πολιτείας που απορρέει από την ορθολογική ελεύθερη βούληση των πολιτών. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά στην ιστορία που κάτι τέτοιο συμβαίνει ή απειλείται να συμβεί. Και όλοι γνωρίζουμε τα ολέθρια αποτελέσματα. *
* Ο κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι καθηγητής της Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.



