Ο Γ. Μπαμπινιώτης θίγει ορισμένα καίρια σημεία τα οποία, όπως υποστηρίζει, πρέπει κατά προτεραιότητα να γίνουν σκοπός και μόνιμο μέλημα του νέου υπουργού


Μια που κανένα κόμμα δεν θεώρησε πολιτικά αναγκαίο να αναφερθεί προεκλογικά στην Παιδεία (επακόλουθο κι αυτό του κομματικού εις βάρος του πολιτικού λόγου)Ω μια που αλλάζει η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας και ξεκινάει μια νέα τετραετία με ανανεωμένη την εμπιστοσύνη του λαού και με ηυξημένη τώρα την ευθύνη του κυβερνώντος κόμματοςΩ μια που μετά τα «επτά θαύματα» του κόσμου ο μαγικός αριθμός επτά εγκαινιάστηκε πολιτικά με τα «επτά σημεία» της Ν. Δημοκρατίας, αποτολμούμε κι εμείς σήμερα να θίξουμε τα επτά καίρια σημεία της Παιδείας μας, που πρέπει κατά προτεραιότητα να γίνουν σκοπός και μόνιμο μέλημα του νέου υπουργού Παιδείας.


Τα σημεία αυτά είναι, κατά τη γνώμη μας, τα εξής:


1. Περισσότερα χρήματα για την Παιδεία. Το παλιό αλλά πάντα επίκαιρο ζήτημα της αύξησης των κονδυλίων του προϋπολογισμού για την Παιδεία. «Δει δε χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστι γενέσθαι των δεόντων», να το πάρουμε χαμπάρι. Παιδεία με ψίχουλα δεν γίνεται. Με σχολεία πρωινής και απογευματινής βάρδιας, χωρίς αίθουσες διδασκαλίας, χωρίς δασκάλους, χωρίς βιβλιοθήκες και εργαστήρια, παιδεία δεν γίνεται. Πανεπιστήμια που δεν έχουν να αγοράσουν βιβλία για ενημέρωση καθηγητών και φοιτητών, που δεν έχουν χρήματα για έρευνα, που δεν μπορούν να αυξήσουν τις θέσεις του προσωπικού και να αξιοποιήσουν νέους επιστήμονες είναι καταδικασμένα σε αργό ­ αλλά σίγουρο ­ θάνατο. Το πρόβλημά μας δεν είναι πώς θα βάζουμε περισσότερους στα Πανεπιστήμια, αλλά πώς θα είναι καλά καταρτισμένοι αυτοί που βγαίνουν από αυτά.


2. Ξεκαθαρισμένο πρότυπο σχολικής Παιδείας. Η έμφαση στη γενική παιδεία (αντίθετα προς την εξειδίκευση που επικρατεί αυτή τη στιγμή ιδίως στο Λύκειο) και η γενικότερη καλλιέργεια της προσωπικότητας των αυριανών πολιτών μέσα από μια σύγχρονη και λελογισμένη επιλογή και οργάνωση της διδασκόμενης ύλης και των μεθόδων διδασκαλίας είναι αίτημα που έχει ωριμάσει. Χρειάζεται ένα σύγχρονο εθνικό πλαίσιο αναλυτικού προγράμματος, σχεδιασμένο για μια ελληνική παιδεία με ευρωπαϊκή διάσταση, για τους Ελληνες πολίτες της Ενωμένης Ευρώπης που έρχεται. Εθνικό πρόγραμμα και όχι εθνικό απολυτήριο είναι αυτό που χρειαζόμαστε επειγόντως.


3. «Σχολείο τού 2000». Σχολείο με διευρυμένο σχολικό χρόνο, αυτόν που ισχύει διεθνώς, ήτοι σχολεία που να λειτουργούν 9-5 (προϋπόθεση να αρθεί, το ταχύτερο, το καθεστώς των σχολείων διπλής βάρδιας…). Μόνο μέσα σ’ έναν τέτοιο σχολικό χρόνο μπορεί να εφαρμοστεί ένα πολύπλευρο σχολικό πρόγραμμα, με την αναγκαία σχολική ζωή (μουσική, αθλητισμό, συνεργασία μαθητών, μελέτη στο σχολείο κλπ.), με ενταγμένες τις ξένες γλώσσες, ομίλους ενδιαφερόντων κλπ. Ετσι, με την απαραίτητη αύξηση του διδακτικού προσωπικού, προϋπόθεση για να λειτουργήσει ένα τέτοιο σχολείο, θα απορροφηθεί και το μεγαλύτερο μέρος των χιλιάδων αδιορίστων εκπαιδευτικών, ζήτημα που αποτελεί οξεία κοινωνική πρόκληση.


4. Κατάρτιση και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Τα Πανεπιστήμια ­ είναι κοινό μυστικό ­ δεν καταρτίζουν κατάλληλα τους αυριανούς εκπαιδευτικούς. Υπάρχουν λ.χ. δάσκαλοι που δεν έχουν καθόλου ή έχουν υποτυπωδώς καταρτιστεί στη γλώσσα που θα διδάσκουν για χρόνια σε όλες τις τάξεις του δημοτικού σχολείου! Υπάρχουν καθηγητές που δεν έχουν διδαχθεί καθόλου ή έχουν διδαχθεί ελάχιστα τα αντικείμενα που θα διδάσκουν ως εκπαιδευτικοί στα σχολεία. Και βεβαίως η «προαιρετική» σε χρόνο, διάρκεια και συχνότητα, ασυστηματοποίητη και συχνά ανύπαρκτη επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, προστιθέμενη στην ελλιπή κατάρτιση, επιτείνει το πρόβλημα. Ποιος θα λύσει τον Γόρδιο δεσμό; Χωρίς σωστά καταρτισμένους και περιοδικά επιμορφωνόμενους δασκάλους μπορούμε να μιλάμε για ποιότητα παιδείας;


5. Εισαγωγικές εξετάσεις. Το Εθνικό απολυτήριο που άρχισε να εφαρμόζεται ­ πολύ πρόχειρα και βεβιασμένα, δυστυχώς ­ οδηγεί σε τρεις (αριθμητικώς 3) πανελλήνιες εξετάσεις (διάβαζε «χαμός»!), που στηρίζονται σε νέο (άγνωστο και απροετοίμαστο ακόμη) σύστημα αξιολόγησης, με το οποίο προσδοκάται να καταπολεμηθεί η παπαγαλία και να αναπτυχθεί ­ από τις απαιτήσεις του νέου τρόπου εξετάσεων ­ η κριτική σκέψη των μαθητών. Αμποτε! Διευρύνονται όμως (σε αριθμό) τα εξεταζόμενα μαθήματα ­ προς όφελος της γενικής παιδείας ­ που είναι η θετική πλευρά του νέου συστήματος, χωρίς να διευρύνεται συγχρόνως και η εξεταζόμενη ύλη, που παραμένει γαντζωμένη στην ύλη του σχολικού βιβλίου.


Το έχω ξαναγράψει από τις ίδιες αυτές στήλεςΩ επειδή το νέο σύστημα στηρίζεται σε μια σειρά από άγνωστους και ανεξερεύνητους (ως αι βουλαί του Κυρίου…) παράγοντες, με ιδέες και προθέσεις καλές αλλά χωρίς την απαιτούμενη προετοιμασία (και ερήμην πάντα του μόνου αρμοδίου και έμπειρου οργάνου, του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου!), δεν μπορεί να περιμένει κανείς λογικά ότι θα επιτύχει. Πιστεύω ­ με την πείρα και τη γνώση που έχω αποκτήσει σ’ αυτόν τον χώρο ­ ότι αν διετηρείτο ο σωστός πράγματι στόχος της γενικής παιδείας, αν με κατάλληλο σύστημα (που δεν μπορώ να αναπτύξω εδώ) αξιοποιείτο η επίδοση των μαθητών στο Σχολείο ώστε να τονωθεί, να αποδεσμευθεί εξεταστικά και να ανακάμψει το Λύκειο και αν με διευρυμένη ύλη (άσχετη προς το εγχειρίδιο και την ύλη της Γ’ Λυκείου) ιστορίας, μαθηματικών, ελληνικών κλπ. εξετάζονταν (όπως παλιά) οι απόφοιτοι του Λυκείου ανάλογα με τη Σχολή που επιλέγουν, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ικανοποιητικά το πρόβλημα των εισαγωγικών εξετάσεων που συμπαρασύρει ολόκληρο το εκπαιδευτικό μας σύστημα.


6. Κατάργηση της παιδείας του ενός βιβλίου. Οσο ο Ελληνας μαθητής ­ δεν θα κουραστώ να το λέω ­ σε όλα τα 12 χρόνια της σχολικής του Εκπαίδευσης (Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο) και στα επόμενα 4 χρόνια της πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης διαβάζει, μαθαίνει και σπουδάζει με ένα πάντα βιβλίο, προκαθορισμένο και μοναδικό κατά αντικείμενο, δεν θα μπορέσει ποτέ να διευρύνει τον ορίζοντα της σκέψης του.


Η ελληνική εκπαίδευση παράγει «homines unius libri». Αν δεν αφεθεί ελεύθερη η πρόσκτηση γνώσεων από οποιοδήποτε βιβλίο (γραμμένο με τις προδιαγραφές ενός εθνικού προγράμματος διδακτέας ύλης), ούτε εκπαιδευτικό βιβλίο ποιότητας μπορεί να αναπτυχθεί ούτε το μυαλό των νέων παιδιών μπορεί να ανοίξει. Το πολλαπλό βιβλίο είναι εθνική ανάγκη.


7. Δημοσίευση αποτελεσμάτων δειγματοληπτικών εξετάσεων σε όλες τις βαθμίδες και τα σχολεία της χώρας. Εργο της Πολιτείας είναι να ελέγχει κατά τακτά διαστήματα τα αποτελέσματα της εκπαιδευτικής διαδικασίας με δειγματοληπτικές εξετάσεις σε προκαθορισμένες τάξεις της σχολικής Εκπαίδευσης (3η και 5η Δημοτικού, Β’ Γυμνασίου κλπ.) σε όλη την Επικράτεια και υποχρέωση της Πολιτείας είναι να ανακοινώνει δημόσια τα αποτελέσματα αυτών των εξετάσεων, ώστε να γνωρίζουν οι γονείς και η κοινή γνώμη πού γίνεται σωστή δουλειά και πού όχι, τι φταίει σε κάθε περίπτωση, έτσι που να υπάρξει κοινωνική πίεση για να λυθούν τα προβλήματα όπου υπάρχουν.


Οι γονείς (Σύλλογοι Γονέων) σε συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς μπορούν να μεταμορφώσουν ένα σχολείο από προβληματικό σε πρότυπο. Ισως δε τέτοια προβλήματα να λυθούν ριζικά όταν πάρει στα χέρια της την ουσιαστική λειτουργία των σχολείων η Τοπική Αυτοδιοίκηση, που και τα προβλήματα γνωρίζει καλύτερα και είναι συγχρόνως άμεσος και ευαίσθητος δέκτης δημιουργικών πιέσεων από τους γονείς – δημότες κάθε περιοχής


.


Ο κ. Γιώργος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.


Με αφορμή σχετική συζήτηση στην Πνύκα ο Θ. Π. Τάσιος επιχειρεί μια προσέγγιση σε ορισμούς, μηχανισμούς και εγγενείς ανεπάρκειες που φθείρουν τη δημοκρατία


1 Πολλά γράφονται, λέγονται, πράττονται και (κυρίως) παραλείπονται περι την Δημοκρατία και περι της Δημοκρατίας. Γι’ αυτό, στην πρόσφατη «Συνάντηση των Αθηνών» (Πνύκα, 13 Σεπτεμβρίου ’96), δόθηκε γι’ άλλη μιά φορά η ευκαιρία ν’ αποπειραθούμε ν’ αναλύσωμε το έμμονο (και ενδεχομένως υπονομευτικό) ερώτημα «Δημοκρατία: Διάρθρωση ή Εξάρθρωση;». Διότι, μήν κρυβώμαστε πίσω απ’ το δάχτυλο της όποιας-μας ευμάρειας: Στη Δύση, όλο και περισσότεροι πολίτες έχουν την εντύπωση ότι πάρα πολλά γίνονται ερήμην-των (κι όχι μόνον εκ των άνω), στη δέ Ευρωπαϊκή Ανατολή φουντώνει η νοσταλγία της εποχής όπου «είχα τη σούπα-μου εξασφαλισμένη, βρέχει χιονίζει» (έστω κι άν χόρευα πότε-πότε στο ντέφι του κάθε Τσαουσέσκου).


Οσο για τον Νότο, άσ’ τον αυτόνΩ η θνησιμότητα κι ο φονταμενταλισμός δέν αφήνουν περιθώρια για τρίχες περι δημοκρατίας.


Ετσι, των ιδεών ημών εμπιμπραμένων, ημείς κακώς άδομεν το νανούρισμα «η Δημοκρατία ενίκησεν!».


Τοσαύτα, ως εισαγωγή της ανάγκης να την ξαναδούμε από κοντά αυτή τη λέξη-τσίχλα.


2 Αν το θέμα αντέχη μερικές επιφυλλίδες (άν, δηλαδή, οι όσοι τυχόν ρίξουν μια ματιά σ’ αυτές τις γραμμές θεωρήσουν ότι το πράγμα αξίζει την υπομονή-τους), τότε θα έπρεπε να στοχεύσωμε στο εύρος του προβληματισμού. Η μερικότητα είναι η παγίδα του νού: Κάθε βήμα προς όποια κατεύθυνση (κάθε επιλογή που λένε), έχει συνέπειες πάνω σε κάμποσες άλλες. Καθήκον-μας είναι να τις απογράφωμε όλες (όσες μπορούμε δηλαδή), προκειμένου να επιτύχωμε τη «συνολική βελτιστοποίηση», που είναι στόχος-κλειδί σ’ όλα τα ανθρώπινα. Λοιπόν, θ’ άξιζε λέω τον κόπο να περιδιαβούμε τα πιοκάτω ζητήματα, που απαρτίζουν μια κάπως ολομερή θέαση του βασικού-μας ερωτήματος.


α) Πρώτα-πρώτα, πρέπει να νομιμοποιήσουμε το ερώτημα: Είναι άραγε γνήσιο, ή το ρίξαν οι ρινόκεροι στην πιάτσα για να δυναμώσουν άλλες «ιδεολογικές» τάσεις. Κι ύστερα, υποθέτοντας ότι νομίμως το θέμα εισάγεται, είναι άραγε εφικτή η απάντηση; Με ποιές μεθόδους δηλαδή θ’ αποφανθούμε ότι «καλά» ή «στραβά» αρμενίζομε; Μ’ άλλα λόγια, διερωτώμαι με ποιές επαρκείς μετρήσεις, με πόσο ικανοποιητικά κριτήρια θα καταλήξωμε σε «συμπεράσματα»: Ο καθένας-μας είναι πολύ κοντά (γεωγραφικώς και χρονικώς) στα γεγονότα για να μπορή να κρίνη ένα ιστορικο-κοινωνικό φαινόμενο τόσο περίπλοκο όσο η πορεία της Δημοκρατίας.


β) Μια δεύτερη οικογένεια ζητημάτων (που ίσως θα ‘πρεπε να ήταν πρώτη), αφορά αυτούς τους (πληκτικούς, ναι) ορισμούς: Τί θα εννοούμε με τον πολύπαθο όρο Δημοκρατία; Θα μείνωμε στα διαδικαστικά χαρακτηριστικά-της ή μήπως χρειάζεται να δώσουμε πρώτα ένα τρισδιάστατο ολογράφημα του σώματός-της (των συστατικών Αρχών-της, των λειτουργιών και των μηχανισμών-της); Το ερώτημα βέβαια είναι ρητορικό. Πώς αλλιώς να παρακολουθήσης τις τροχιές του φαινομένου, άν δέν τις έχης εντοπίσει πρώτα…


γ) Τώρα θα είχε σειρά η τίμια απογραφή των εγγενών ανεπαρκειών της Δημοκρατίας ­ ιδίως όταν νοηθή όχι ως μεταφυσικό «επίτευγμα» αλλ’ ως διεργασία προς τη Δημοκρατοποίηση. Αξίζει δηλαδή να απογράψωμε, με πραγματισμό έμμονο, όσα εμπόδια ή κουσούρια αναμένεται ότι θα συναντάμε στο δρόμο προς τη Δημοκρατία: Απ’ τις κληρονομίες του παρελθόντος, έως τη φυσική οκνηρία-μας μπροστά στις αυξημένες δυσκολίες για τη συμμετοχή και για τη λήψη αποφάσεων σήμερα.


Πρέπει να τις θυμηθούμε αυτές τις εγγενείς αδυναμίες, για να μή εκπληττόμεθα αφελώς.


δ) Κατόπιν, βέβαια, έρχεται το κύριο πιάτο: Ποιοί μηχανισμοί φθείρουν τη Δημοκρατία, και ποιές «αντίπαλες» συνθήκες την απειλούν; Εδώ θά ‘ναι το περιβόλι με τους κάκτους τους φαρμακερούς ­ και να ‘δής πόσο γρήγορα πολλαπλασιάζονται οι άθλιοι: Η Δημοκρατία παραείναι μεταξωτή για να μπορής να τη φοράς λιγδιασμένος, ή επι το σοβαρότερον, η Δημοκρατία είναι αγαθό υψηλού κόστους. Κι άμα δέν το πληρώνης, το χάνεις ­ και μήν εκθαμβείσαι.


ε) Μετά, είναι η σειρά να συντάξωμε τις δυνάμεις μας: Να αναγνωρίσωμε τους σταθεροποιητικούς μηχανισμούς της Δημοκρατίας (να τους «ταυτοποιήσωμε», που λέν κι οι εκ Βρετανίας δύσγλωσσοι).


Να απογράψωμε ό,τι μπορεί να συνδράμη τις σύγχρονες κοινωνίες για να μειώσουν το δημοκρατικό-τους έλλειμμα, και να συνειδητοποιήσωμε το πώς θα το πετύχωμε.


Δόξα στον Εμπεδοκλή (που ήταν και λιγάκι Θεός), η ιστορική πείρα κι η γρηγορούσα συνείδηση διδάσκουν. Ας τις ενωτισθούμε λίγο συστηματικότερα.


στ) Αν έχωμε αντέξει ώς τότε, η απόπειρά-μας θα πρέπει να κλείση με μιαν απάντηση. Κι άν αποδειχθή πως όλα δέν είναι τόσο τέλεια μέσα στον αφελώς λιμπεραλιστικό-μας κόσμο, ίσως θα πρέπει να περιγράψη κανείς και μια αμυντική στρατηγική. Ως έναυσμα για συζήτηση, βέβαια, κι όχι ως ρετσέτα, μιάς κι η Δημοκρατία δέν μαγειρεύεται (αφού εμείς οι ίδιοι είμαστε τα υλικά-της…).


ΥΓ. Παρέλειψα να δηλώσω το προφανές: Οσα θα περιληφθούν (δηλαδή θα επανα-ληφθούν) σ’ ό,τι ακολουθήση δέν έχουν πρωτοτυπία. Σύνθεση θ’ αποπειραθώ ­ και καμμιά εικοσαριά πρόσφατα βιβλία θα καταληστεύσω


.


Ο Θ. Π. Τάσιος είναι καθηγητής του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου.