Το κύριο επιχείρημα στο οποίο στηρίζει η βρετανική πλευρά την άρνησή της να διαπραγματευθεί την επιστροφή στην Ελλάδα των λεγομένων «Ελγινείων μαρμάρων» είναι, ως γνωστόν, η υποτιθέμενη νομιμότητα της κατοχής τους από το Βρετανικό Μουσείο.
Οι αρχαιοδιφικές έρευνες του λόρδου Ελγιν, που κατέληξαν στην αφαίρεση και στη μεταφορά στο Λονδίνο των Γλυπτών του Παρθενώνα και άλλων αρχαιοτήτων, πραγματοποιήθηκαν υπό την επίβλεψη του έμμισθου αντιπροσώπου του στην Αθήνα Giovanni Battista Lusieri την περίοδο 1801-1804. Ξεκίνησαν χάρη σε ένα «φιρμάνι» που εξασφάλισε ο Ελγιν τον Ιούλιο του 1801, εκμεταλλευόμενος την ιδιαίτερα ευνοϊκή για τη M. Βρετανία συγκυρία της εποχής, αλλά, χωρίς αμφιβολία, και τη θέση του ως πρεσβευτή της χώρας του στην Κωνσταντινούπολη. Είναι γενικά αποδεκτό ότι το «φιρμάνι» αυτό ερμηνεύτηκε από την αρχή διασταλτικά, ενώ στα χρόνια που ακολούθησαν σημειώθηκαν αλλεπάλληλες υπερβάσεις του, ως αποτέλεσμα συνεχών δωροδοκιών των τοπικών αρχών. Οι τυχόν παρανομίες που έγιναν, όμως, λένε οι υποστηρικτές της νομιμότητας των ενεργειών του Ελγιν, νομιμοποιήθηκαν αναδρομικά τον Φεβρουάριο του 1810, όταν ένα νέο «φιρμάνι» έδινε άδεια εξαγωγής από την οθωμανική επικράτεια της δεύτερης μεγάλης συλλογής αρχαιοτήτων που σχημάτισε ο Lusieri για λογαριασμό του Ελγιν (η πρώτη είχε ήδη φύγει το 1803).
* Νέα δεδομένα
Νέα τροπή στη συζήτηση δίνει η ύπαρξη μιας μέχρι πρότινος άγνωστης επιστολής του Robert Adair (1763-1855) προς τον λόρδο Ελγιν, με την οποία του γνωστοποιεί τη θέση των οθωμανικών αρχών ως προς τη νομιμότητα απόκτησης της συλλογής του. H επιστολή αυτή έχει ιδιαίτερη αξία για δύο λόγους: πρώτον, γιατί ο συντάκτης της ήταν ο επικεφαλής της βρετανικής διπλωματικής αντιπροσωπείας στην Κωνσταντινούπολη το διάστημα 1809-1810· και, δεύτερον, γιατί ήταν χάρη στις δικές του πολύμηνες προσπάθειες που εκδόθηκε το περίφημο «φιρμάνι» του 1810. Ας πούμε πριν απ’ όλα ότι η γνησιότητα της επιστολής (ακριβέστερα του προσχεδίου της που έχει σωθεί) είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Τόσο το μελάνι όσο και το χαρτί είναι της περιόδου στην οποία είναι χρονολογημένη. Επιπλέον μια σύγκριση με τον γραφικό χαρακτήρα του Adair, όπως αυτός μας δίνεται στις υπάρχουσες επιστολές του, δείχνει ξεκάθαρα ότι γράφτηκε από το χέρι του.
Δημοσιεύουμε εδώ για πρώτη φορά το κείμενο της επιστολής:
«Σε απάντηση του ερωτήματος της Εξοχότητάς σας σχετικά με τα μαρμάρινα Γλυπτά που η Εξοχότητά σας συγκέντρωσε στην Αθήνα και για την αποστολή των οποίων σ’ αυτή τη χώρα μου ζητήθηκε από τον υπουργό των Εξωτερικών να αποταθώ για άδεια στην τουρκική κυβέρνηση πρέπει να σας πληροφορήσω ότι ο κ. Pisani περισσότερες από μία φορές με διαβεβαίωσε πως η Πύλη αρνείται απολύτως ότι έχετε οποιοδήποτε δικαίωμα κυριότητας σ’ αυτά τα γλυπτά. Με την έκφραση αυτή κατάλαβα πως η Πύλη θέλει να πει ότι τα πρόσωπα που σας πούλησαν τα γλυπτά δεν είχαν κανένα δικαίωμα να το πράξουν.
Εν τούτοις επιτρέψτε μου να προσθέσω ότι η πληροφορία αυτή δεν μου δόθηκε σε κάποια επίσημη συζήτηση με τους τούρκους υπουργούς.
Εχω την τιμή να είμαι,
Λόρδε μου,
της Εξοχότητάς σας πειθήνιος και ταπεινός δούλος,
R. Adair
31 Ιουλίου 1811».
* Οι διαπραγματεύσεις
Προτού επιχειρήσουμε μια αξιολόγηση του περιεχομένου της επιστολής ας δούμε σε ποιο σημείο βρίσκονταν οι υποθέσεις του Ελγιν τη στιγμή που γράφτηκε και τι ενδεχομένως προκάλεσε τη λανθάνουσα σήμερα επιστολή του Ελγιν στην οποία απαντά.
Εχουν περάσει ένας χρόνος και πέντε μήνες από την έκδοση του «φιρμανιού» που επέτρεψε την αναχώρηση της δεύτερης συλλογής από τον Πειραιά με προορισμό τη Μάλτα. H πρώτη απόπειρα του Ελγιν να πουλήσει τη συλλογή του στο βρετανικό κράτος κατέληξε σε αποτυχία στα μέσα του περασμένου Μαΐου. Ο λόγος ήταν η απροθυμία του πρωθυπουργού να εισηγηθεί στο Κοινοβούλιο ποσό μεγαλύτερο των 30.000 λιρών, τη στιγμή που ο Ελγιν ζητούσε περισσότερα από τα διπλά. Φαίνεται ότι εκείνη την εποχή κυκλοφορούσαν στο Λονδίνο διάφορες φήμες σχετικά με τον τρόπο που αποκτήθηκε η συλλογή του, σοβαρότερη από τις οποίες ήταν ασφαλώς ότι η τουρκική κυβέρνηση θεωρούσε την επιχείρηση αφαίρεσης των Γλυπτών παράνομη.
Πράγματι στο ξεκίνημα των διαπραγματεύσεων για την πώληση της συλλογής του ο Ελγιν συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Βουλής των Κοινοτήτων Charles Abbot. Στο ημερολόγιό του ο τελευταίος σημειώνει με αρκετή ειρωνεία (29 Απριλίου 1811):
«Κατόπιν ήρθε ο λόρδος Ελγιν και είπε ότι αποφάσισε να πουλήσει τη συλλογή του, που περιλαμβάνει μαρμάρινα Γλυπτά, εκμαγεία, καλούπια και σχέδια, αντί ποσού ίσου με τις δαπάνες που υπέστη (για να τα συγκεντρώσει), το ύψος του οποίου θα υπολογίσει επιτροπή της Βουλής των Κοινοτήτων. Αντιπαρήλθε όλες τις ερωτήσεις σχετικά με το ζήτημα της ιδιοκτησίας και του δικαιώματος επ’ αυτών, θεωρώντας τα όμως εξ ολοκλήρου δικά του. Κάτι το οποίο επιβεβαίωσε πρόσφατα ο κ. Adair, τέως πρεσβευτής μας στην Πύλη, ο οποίος λέει ότι πληροφορήθηκε με κατηγορηματικό τρόπο από την τουρκική κυβέρνηση ότι αυτή αρνείται πλήρως πως έχει δώσει ποτέ εξουσιοδότηση στον λόρδο Ελγιν να απομακρύνει οποιοδήποτε τμήμα της συλλογής του και ότι εξακολουθεί να μην επιτρέπει την απομάκρυνση κάποιων αντικειμένων που έχουν μείνει πίσω».
Δεν είναι γνωστό αν ο ίδιος ο Adair έπαιξε κάποιον ρόλο στη διάδοση της φήμης που τον ήθελε να έχει λάβει διαβεβαίωση από την τουρκική κυβέρνηση για τον παράνομο χαρακτήρα των δραστηριοτήτων του Ελγιν. H αρχή αυτής της φήμης θα πρέπει μάλλον να τοποθετηθεί στην περίοδο της θητείας του στην Κωνσταντινούπολη, όταν στο πλαίσιο των καθηκόντων του ενεργούσε για την έκδοση του «φιρμανιού» του 1810. Εγραφε τότε στον υπουργό Εξωτερικών Γεώργιο Κάνινγκ (25 Σεπτεμβρίου 1809):
«Με τη λήψη του ιδιαιτέρου σας μηνύματος σχετικά με τις αρχαιότητες που συγκέντρωσε ο λόρδος Ελγιν στην Ανατολή δεν παρέλειψα να επαναλάβω το αίτημα που είχα ήδη υποβάλει ιδιωτικώς στην οθωμανική κυβέρνηση για παροχή αδείας προκειμένου αυτές να φορτωθούν (σε πλοίο) στην Αθήνα. Επειδή οι προκαταρκτικές ενέργειες με στόχο τη φόρτωσή τους δεν πραγματοποιήθηκαν με την έγκριση ενός φιρμανιού, έχω συναντήσει μεγάλη δυσκολία στο να προωθήσω τις επιθυμίες της Εξοχότητάς του και ακόμα και τώρα είναι πολύ αμφίβολο κατά πόσον ο στόχος θα μπορούσε να επιτευχθεί το ίδιο σίγουρα με ένα φιρμάνι όσο με την υποβολή ιδιωτικού αιτήματος στον Βοεβόδα των Αθηνών».
Εδώ ο Adair αναφέρεται με κομψό τρόπο στην ουσία του προβλήματος. Με την έκφραση «οι προκαταρκτικές ενέργειες με στόχο τη φόρτωσή τους» εννοεί βέβαια «η διαδικασία από την αφαίρεση των Γλυπτών ως τη μεταφορά τους στον Πειραιά». Εχουμε επομένως ακόμη μία έγκυρη μαρτυρία ότι οι Τούρκοι ουδέποτε δέχθηκαν πως το «φιρμάνι» του 1810 κάλυπτε τις ενέργειες του Ελγιν, όπως συχνά διατείνονται οι σύγχρονοι υπερασπιστές του.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ελγιν ήταν ενήμερος των φημών που κυκλοφορούσαν εις βάρος του. Θα τις θεώρησε πιθανώς υπαίτιες σε μεγάλο βαθμό για την πρόσφατη αποτυχία των συνεννοήσεών του με την κυβέρνηση για την πώληση της συλλογής του. Αποφάσισε λοιπόν να γράψει στον ίδιο τον πρωθυπουργό Spencer Perceval προκειμένου να άρει τις «παρεξηγήσεις». Προηγουμένως φαίνεται ότι έκρινε σκόπιμο να ζητήσει εξηγήσεις από τον Robert Adair, που εμφανιζόταν να βεβαιώνει παρανομίες του στην Αθήνα.
* H στάση της Πύλης
H απάντηση του Adair ήρθε με την επιστολή που ήδη παραθέσαμε. Είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται με τόσο σαφή και κατηγορηματικό τρόπο η άποψη της κεντρικής εξουσίας στην Κωνσταντινούπολη σε σχέση με τα Γλυπτά του Παρθενώνα. H Υψηλή Πύλη δηλώνει απερίφραστα ότι αρνείται απολύτως πως ο Ελγιν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα κυριότητας σε αυτά. H μαρτυρία του Adair αποκτά μεγάλη σημασία αν αναλογιστεί κανείς ότι προέρχεται από το πιο αξιόπιστο για τη βρετανική πλευρά πρόσωπο: τον πρεσβευτή της M. Βρετανίας στην Κωνσταντινούπολη. Ο Pisani εξάλλου που μεταφέρει στον Adair τη θέση των οθωμανικών αρχών δεν είναι άλλος από τον Bartolomeo Pisani, επί σειράν ετών πρώτο διερμηνέα της βρετανικής πρεσβείας. Ηταν εκείνος που διαπραγματεύτηκε το «φιρμάνι» του 1801 και επομένως άριστος γνώστης της υπόθεσης. Το γεγονός ότι σε αυτόν, και όχι στον Adair, ανακοίνωσαν οι τούρκοι αξιωματούχοι τον λόγο της άρνησής τους να δώσουν άδεια εξαγωγής οφείλεται στο ότι αυτή δεν ζητήθηκε αυτοπροσώπως από τον Adair, ίσως επειδή γνώριζε την άκαμπτη στάση τους στο θέμα της ιδιοκτησίας. Αλλωστε είναι γνωστό ότι τουλάχιστον σε μία περίπτωση απέφυγε να το κάνει. Ενα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο που τίθεται για πρώτη φορά με την επιστολή Adair είναι η αναφορά σε πρόσωπα από τα οποία ο Ελγιν υποτίθεται ότι αγόρασε τα Γλυπτά. Το πιθανότερο πρόκειται για τις αρχές της Αθήνας (βοεβόδας, δισδάρης), που δεν αποκλείεται να έδωσαν στον Lusieri απόδειξη πώλησης με τίμημα το ποσό με το οποίο δωροδοκήθηκαν.
Μόλις πήρε την επιστολή του Adair ο Ελγιν συνέταξε την επιστολή του προς τον πρωθυπουργό. Σε αυτήν απαριθμούσε τις άδικες διαδόσεις που ακούγονταν: (i) ότι είχε λάβει σημαντικό μέρος των Γλυπτών ως δώρα από την Πύλη, χωρίς να υποβληθεί σε έξοδα, (ii) ότι η επιχορήγηση των 10.000 λιρών που του δόθηκε το 1806 σχετιζόταν κατά κάποιον τρόπο με τις δαπάνες της συλλογής του και (iii) ότι όσο ήταν πρέσβης δέχτηκε δώρα πέραν των συνηθιζομένων στις άλλες ευρωπαϊκές αυλές και δυσανάλογα πολλά σε σχέση με εκείνα που πήραν τα διάφορα πρόσωπα που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις για την επανάκτηση της Αιγύπτου. Φαίνεται ότι η επιστολή του Adair δεν άφηνε περιθώρια για κανενός είδους επιχειρηματολογία. Αντί όμως να την αγνοήσει, όπως θα περίμενε κανείς, ο Ελγιν έκανε μια παράδοξη εκ πρώτης όψεως κίνηση. Τη χρησιμοποίησε ως επιχείρημα για να αντικρούσει τις υπόλοιπες φήμες:
«Δεν είχα κανένα πλεονέκτημα από την τουρκική κυβέρνηση πέρα από το φιρμάνι, το οποίο είχε δοθεί ομοίως σε άλλους άγγλους ταξιδιώτες. Οι διάδοχοί μου στην πρεσβεία δεν μπορούσαν να πάρουν άδεια για την απομάκρυνση αυτών που εγώ ο ίδιος δεν είχα πάρει. Και ο κ. Adair, στον οποίο δόθηκε επίσημα εντολή να αποταθεί για χάρη μου (στις αρχές για άδεια), κατάλαβε ότι “η Πύλη ηρνείτο πως τα πρόσωπα που μου πούλησαν αυτά τα Γλυπτά είχαν δικαίωμα να το πράξουν”».
Για να υποστηρίξει λοιπόν ότι δεν έτυχε ειδικής μεταχείρισης από μέρους των Τούρκων ο Ελγιν επικαλείται τις δυσκολίες που συνάντησε κατά την εξαγωγή της συλλογής του. Συγχρόνως προβάλλει ως επιπλέον ένδειξη μη φιλικής διάθεσης απέναντί του την αμφισβήτηση από την Πύλη της υποτιθέμενης αγοραπωλησίας των Γλυπτών, αφήνοντας τεχνηέντως ανοιχτό το ενδεχόμενο να τα έχει όντως αποκτήσει με αγορά! Θα πρέπει εδώ να τονιστεί ότι μπορεί ο ελιγμός αυτός του Ελγιν να μοιάζει σήμερα επικίνδυνος, δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι τη στιγμή που έγινε εξυπηρετούσε τα συμφέροντά του.
* H νομική πλευρά
Είναι βέβαιο ότι η επιστολή του Adair προς τον Ελγιν θα έχει κεντρική θέση στις μελλοντικές συζητήσεις για τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Αυτό που αποκαλύπτει δεν είναι μια απόφαση της στιγμής, αποτέλεσμα ευκαιριακής αντιμετώπισης του ζητήματος, που ενδεχομένως επηρεάστηκε από ιδιοτελείς υπολογισμούς κάποιων αξιωματούχων. Ολα δείχνουν ότι πρόκειται για τη σταθερή και αμετακίνητη θέση της κεντρικής εξουσίας, όπως αυτή εκφράστηκε αφ’ ης στιγμής έγινε γνωστό τι πραγματικά συνέβαινε στην Αθήνα. Είναι αυτή η θέση της Υψηλής Πύλης που εξηγεί τις μεγάλες δυσχέρειες που αντιμετώπισε ο Lusieri, ιδίως μετά την αναχώρηση του Ελγιν από την Κωνσταντινούπολη. Και είναι η γνωστοποίησή της στον διάδοχό του, William Drummond, που ερμηνεύει την αρνητική στάση του τελευταίου απέναντι στις αρχαιοδιφικές δραστηριότητες του προκατόχου του. Αλλωστε η θέση αυτή της τουρκικής κυβέρνησης φαίνεται να είναι συνεπής με μια μακρά παράδοση σεβασμού των μνημείων της Αθήνας. Υπό το φως τέλος των νέων στοιχείων το επιχείρημα της εκ των υστέρων νομιμοποίησης μέσω του «φιρμανιού» του 1810 καθίσταται εξαιρετικά ασθενές. Δεν γνωρίζουμε για το εν λόγω «φιρμάνι» ούτε κάτω από ποιες συνθήκες εκδόθηκε ούτε αν υπήρξαν προϋποθέσεις για την εφαρμογή του και κατά πόσον αυτές τηρήθηκαν. Και το σπουδαιότερο, όταν ο Adair που το διαπραγματεύθηκε γράφει ενάμιση χρόνο μετά την έκδοσή του στον Ελγιν για να του εκθέσει την άποψη των οθωμανικών αρχών σχετικά με τη συλλογή του, δεν κάνει καμία αναφορά ούτε στο «φιρμάνι» ούτε στην αλλαγή στάσης της Υψηλής Πύλης που υποτίθεται ότι αυτό επέφερε.
Λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω γίνεται φανερό ότι η Ελλάδα, ως διάδοχη της οθωμανικής κρατική οντότητα, θα μπορούσε να διεκδικήσει νομικά τα Γλυπτά του Παρθενώνα με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας.
Ο κ. Θ. Θεοδώρου είναι ερευνητής της ιστορίας της Τέχνης.



