Ο θόρυβος που δημιουργήθηκε με την έκδοση του λεξικού της νεοελληνικής γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, στα τέλη της ανοίξεως, έφερε στον νου μου κείμενα της δεκαετίας του ’60, γραμμένα από μαύρους διανοούμενους, σχετικά με τον τρόπο πραγμάτευσης των λέξεων «μαύρος» και «λευκός» από τα αγγλοσαξονικά λεξικά1. Τα κείμενα αυτά είναι χαρακτηριστικά του τρόπου με τον οποίον οι μαύροι διανοούμενοι αντιμετωπίζουν τη γλώσσα των λευκών, που είναι και δική τους γλώσσα. Ο τρόπος αυτός δεν διαφέρει από τον τρόπο με τον οποίον οι Βορειοελλαδίτες και οι Πόντιοι αντιμετώπισαν το αναφερθέν λεξικό.


Τα κείμενα των μαύρων συγγραφέων κατηγορούν τα λεξικά για μεροληψία και φυλετική προκατάληψη. Δεν είναι μόνο οι μαύροι διανοούμενοι, αλλά και τα μέλη του γυναικείου κινήματος που διεπίστωσαν στη γλώσσα προκαταλήψεις εις βάρος του γυναικείου φύλου και προσπαθούν να τις εξαλείψουν. Θυμάμαι, δε, ότι και εδώ, στη χώρα μας, μερικοί αριστεροί βοηθοί των εδρών Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ηνοχλούντο τα μέγιστα στο άκουσμα της λέξης «σύγγραμμα» προς δήλωσιν των πανεπιστημιακών εγχειριδίων, γιατί η λέξη αυτή είχε συνδεθεί στο μυαλό τους με δεξιούς και ακροδεξιούς καθηγητές. Είναι επίσης γνωστό ότι ο εμφύλιος πόλεμος ονομαζόταν «συμμοριτοπόλεμος», λέξη που είναι σχεδόν άγνωστη τώρα στη νεολαία μας (η χρήση της όμως υπάρχει στο λεξικό του Μπαμπινιώτη). Η στάση των Βορειοελλαδιτών και των Ποντίων δεν διαφέρει θεωρητικώς και πρακτικώς από τη στάση των μαύρων, των φεμινιστριών και των αριστερών.


Το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με την έκδοση του λεξικού δεν μπορεί να λυθεί με την αναγωγή του στις βασικές παραδοσιακές αρχές της λεξικογραφίας που είναι η κανονιστική αρχή (prescriptive principle) και η περιγραφική αρχή (descriptive principle).


Η κανονιστική αρχή


Α. Η κανονιστική αρχή (prescriptive principle) διατυπώθηκε με σαφήνεια από τον Samuel Johnson (1709-1784) στην εισαγωγή του έργου του «Dictionary of the English Language» το 1755: «Κάθε γλώσσα έχει τις απρέπειές της και τις ατοπίες της, τις οποίες ο λεξικογράφος έχει καθήκον να διορθώσει ή να προγράψει». Αυτές οι απρέπειες και οι ατοπίες είναι καθαρώς γλωσσικές. Ο Johnson θεωρεί ότι είναι καθήκον του λεξικογράφου να διατηρήσει την καθαρότητα της πρότυπης γλώσσας (standard language). Το λεξικό δεν θα περιλαμβάνει χρήσεις λέξεων των διαφόρων διαλέκτων, ή ιδιολέκτων. Ο λεξικογράφος είναι γλωσσικός νομοθέτης, γλωσσικός ρυθμιστής στο βασίλειο των λέξεων. Το έργου του είναι να υπαγορεύσει ποιες, από τις επικρατούσες χρήσεις των λέξεων, πρέπει να είναι οι ορθές. Αποτελεί την απόλυτη εξουσία, αυτός είναι που κανονίζει, προδιαγράφει και προγράφει.


Φυσικά, η αρχή αυτή, που το 1934 απερρίφθη ως λεξικογραφική αρχή στις ΗΠΑ, δεν μπορεί να βοηθήσει στη λύση του προβλήματος, γιατί το πρόβλημα που δημιουργήθηκε δεν είναι γλωσσικό. Η απρέπεια ή η ατοπία συγκεκριμένων χρήσεων των λέξεων «Βούλγαρος», «Πόντιος» ή «συμμοριτοπόλεμος», δεν είναι γλωσσική, αλλά ηθική ή πολιτική. Και, μολονότι η αρχή του Johnson είναι κανονιστική, μας λέει δηλαδή πώς πρέπει να χρησιμοποιούνται οι λέξεις, αν είναι να ομιλούμε ορθά, είναι όμως ηθικώς ουδέτερη, δεν είναι κανονιστική με την ηθική έννοια. Δηλαδή, δεν μας λέει ποιες χρήσεις μιας λέξης πρέπει να υπάρχουν ή να μην υπάρχουν στο λεξικό, για να είμαστε, όταν μιλάμε, μέλη μιας γλωσσικής ηθικής κοινότητας επί ίσοις όροις, ή ισότιμοι πολίτες. Γιατί η ηθική προϋποθέτει την ισότητα των ανθρώπων qua ανθρώπων, με άλλα λόγια, οι άνθρωποι prima facie έχουν την ίδια ανθρώπινη αξία, οτιδήποτε και αν σημαίνει αυτή η έκφραση. Διαφορετικά, οι ηθικές αρχές δεν θα ήταν δεσμευτικές της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Δεν υπάρχει, όμως, εγγενής γλωσσική αρχή που εξ ανάγκης να επιβάλλει ή να μην επιβάλλει την καταγραφή στα λεξικά λέξεων ή φράσεων, που χωρίζουν με τη χρήση τους τους ανθρώπους οι οποίοι χρησιμοποιούν τη συγκεκριμένη γλώσσα σε ανώτερους και κατώτερους, αφέντες και δούλους, και που διαιωνίζουν στάσεις και καταστάσεις που μειώνουν και εξευτελίζουν καθοριστικώς την ανθρώπινη οντότητα μελών μιας γλωσσικής κοινότητας.


Η περιγραφική αρχή


Β. Η περιγραφική αρχή (descriptive principle) είναι αντίθετη της κανονιστικής. Μας λέγει ότι ο λεξικογράφος είναι ο αντικειμενικός καταγραφέας της γλώσσας. Καταγράφονται όλες οι λέξεις και όλες οι σημασίες, ή χρήσεις, των λέξεων που χρησιμοποιεί μια γλωσσική κοινότητα. Εργο του λεξικογράφου είναι η πλήρης καταγραφή, τα υπόλοιπα δεν είναι δική του δουλειά. Διαβάζουμε στην εισαγωγή του «Oxford English Dictionary» του 1859:


«Ο σκοπός αυτού του λεξικού είναι να παρουσιάσει κατ’ αλφαβητική σειρά τις λέξεις που έχουν σχηματίσει το αγγλικό λεξιλόγιο από την εποχή της πρώτης καταγραφής μέχρι των ημερών μας, με όλες τις σχετικές πληροφορίες αναφορικώς με τη μορφή τους, την ιστορία των σημασιών τους, την προφορά και την ετυμολογία τους. Αγκαλιάζει όχι μόνο την πρότυπη γλώσσα της λογοτεχνίας και της ομιλίας, είτε εν ισχύι είτε εν αχρηστία είτε απηρχαιωμένη, αλλά επίσης και το κύριο τεχνικό λεξιλόγιο και ένα μεγάλο μέρος διαλεκτικών και ιδιολέκτων χρήσεων».


Το 1864, ο Chauncey Α. Goodrich, κύριος επιμελητής του λεξικού «Webster», γράφει: «Η κύρια αξία ενός λεξικού έγκειται στους Ορισμούς του· να γίνει καθαρή, πλήρης και ακριβής έκθεση όλων των διαφόρων αποχρώσεων της σημασίας, οι οποίες ανήκουν, εκ καθιερωμένης χρήσεως, στις λέξεις μιας γλώσσας».


Ο δε Dr. Isaak Κ. Funk, κύριος ανταγωνιστής του λεξικού «Webster», γράφει: «Το κύριο έργο ενός λεξικού είναι να καταγράφει τη χρήση». Από το 1934, η περιγραφική λεξικογραφική αρχή έχει επικρατήσει οριστικά στις ΗΠΑ και σε όλες τις αγγλοσαξονικές χώρες.


Αλλά δεν υπάρχει τίποτε το αναγκαίο στην επικράτηση της αρχής αυτής. Ορισμένοι μελετητές την αποδίδουν στο γεγονός ότι η αγγλική γλώσσα δεν ομιλείται από ομοιογενείς πληθυσμούς και στο γεγονός ότι οι πληθυσμοί που την χρησιμοποιούν χαρακτηρίζονται από γεωγραφική και κοινωνική κινητικότητα, με αποτέλεσμα τα ταξικά και γεωγραφικά όρια να καθίστανται θολά. Επίσης, ο περιορισμός του αναλφαβητισμού και η χρήση, από τον κόσμο της τέχνης και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (ραδιόφωνο, τηλεόραση, ημερήσιος και περιοδικός Τύπος, λογοτεχνία, κινηματογράφος, θέατρο), όχι μόνο της πρότυπης γλώσσας, αλλά και διαλέκτων, και ιδιολέκτων, και της καθομιλουμένης, είχε ως αποτέλεσμα την ανάγκη δημιουργίας ενός γενικού λεξικού που να περιλαλβάνει όλες τις χρήσεις των λέξεων, για λόγους επικοινωνιακούς.


Η δική μου γνώμη είναι ότι η περιγραφική αρχή επεκράτησε κυρίως λόγω της ηγεμονικής θέσης του λευκού ανδρός στις αγγλοσαξονικές κοινωνίες. Τα λεξικά των Αγγλοσαξόνων είναι κυρίως η καταγραφή του λεξιλογίου που χρησιμοποιεί ο λευκός άνδρας στις σχέσεις του με όλους τους άλλους ανθρώπους διαφορετικού φύλου ή φυλής, επειδή η πλήρης καταγραφή των σημασιών και των ποικίλων χρήσεων των λέξεων διαιωνίζει την ηγεμονία του.


Επιβολή διά της γλώσσας


Η εξουσιαστικώς ισχυρή ομάδα μιας γλωσσικής κοινότητας προσπαθεί να επιβάλλει, ασχέτως αν το επιτυγχάνει, τη δική της ιδεολογία, και χρησιμοποιεί γλώσσα κατάλληλη γι’ αυτόν τον σκοπό. Αυτό, π.χ., προσπάθησαν να κάνουν οι δεξιές κυβερνήσεις στην πατρίδα μου, όπου η λέξη «εθνικόφρων» είχε ταυτισθεί σημασιολογικώς με τη λέξη «δεξιός», οι δε αριστεροί αντάρτες ονομάζονταν «συμμορίτες» ή «κατσαπλιάδες», με σκοπό την ηθική τους μείωση και τον εξευτελισμό τους. (Οι λέξεις αυτές με τη μειωτική τους χρήση υπάρχουν στο λεξικό του Μπαμπινιώτη, ενώ απουσιάζουν αυτές οι χρήσεις από το Ελληνικό Λεξικό των Τεγόπουλου – Φυτράκη).


Είναι φανερό ότι καμιά από τις δύο λεξικογραφικές αρχές δεν μπορεί να βοηθήσει στη λύση του ανακύψαντος προβλήματος. Δεν υπάρχει ουδεμία εσωτερική αναγκαιότητα για τη δημοσίευση των ευρημάτων που προκύπτουν από την επιστημονική εφαρμογή τους. Η χρήση και των δύο αυτών αρχών μπορεί να είναι ηθικώς μη ορθή, επειδή η εφαρμογή τους επιτρέπει τη διαιώνιση ηθικών απρεπειών και ατοπιών, όπως πράγματι συμβαίνει.


Τα γενικά λεξικά υπάρχουν για λόγους επικοινωνιακούς. Σε μια μικρή, κλειστή και σταθερή κοινωνία, η ύπαρξη λεξικών θα ήταν άχρηστη. Η επικοινωνία των μελών της δεν παρουσιάζει δυσκολίες. Ολοι τους μαθαίνουν από μικροί τη γλώσσα της κοινότητας, χωρίς προβλήματα. Τα προβλήματα αρχίζουν όταν μικρές κλειστές κοινωνίες, ανοίγονται και μεγαλώνουν, και η μάθηση της γλώσσας δεν γίνεται κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Δεν γνωρίζουν όλοι τις ίδιες λέξεις, ή τις ίδιες χρήσεις λέξεων· έτσι, χρειάζονται τα λεξικά. Αλλά η καταγραφή των λέξεων δεν είναι αυτοσκοπός. Η γλώσσα είναι ένα όργανο, ένα μέσο. Και ως μέσο, χρησιμοποιείται για την επίτευξη σκοπών. Επομένως, το αν καταγραφούν όλες οι λέξεις ή όλες οι χρήσεις των λέξεων δεν εξαρτάται από τον λεξικογράφο, αλλά από τους σκοπούς ζωής που έχει θέσει η γλωσσική κοινότητα, ή μάλλον οι πραγματικοί άρχοντες αυτής.


Εξωγενείς σκοποί


Η ορθότητα, λοιπόν, της δημοσίευσης των ευρημάτων μετά επιστημονική χρήση της περιγραφικής λεξικογραφικής αρχής, βασίζεται στην ύπαρξη σκοπών που καθορίζονται εξωγενώς, δηλαδή από τους χρήστες της γλώσσας. Οι σκοποί, όμως, μπορεί να είναι ορθοί, μπορεί και όχι. Η ορθότητά τους βασίζεται, κατά τη γνώμη μου, στο αν ή όχι συμβάλλουν στη δημιουργία κοινωνιών, τα μέλη των οποίων διακρίνονται ουσιαστικώς από την ηθική τους υπόσταση και όχι από το χρώμα, το φύλο, τη φυλή, τα πλούτη ή τις επιδόσεις τους σε διάφορους τομείς της ζωής, και τα οποία, ως μέλη της ανθρώπινης κοινότητας, είναι ισότιμα. Αλλά όπως έχουν τα πράγματα αυτό δεν συμβαίνει. Επειδή δεν υπάρχουν καθολικοί σκοποί, είτε διότι υπάρχει διαμάχη ως προς τους σκοπούς και έτσι οι σκοποί δεν είναι καθορισμένοι είτε διότι οι κρατούντες δεν θεωρούν όλα τα μέλη της γλωσσικής κοινότητας ισότιμα. Ετσι, προβλήματα σαν το αναφερθέν θα υπάρχουν για τον λόγο ότι ορισμένα από τα ευρήματα που προκύπτουν με την επιστημονική χρήση της περιγραφικής αρχής πάντοτε θα προσβάλλουν ή θα μειώνουν με τη δημοσίευσή τους τμήμα ή τμήματα του γλωσσικού συνόλου.


1. Βλέπε, ενδεικτικά, Ossle Davies, «The English Language is my Enemy!», και William Walter Duncan, «How White Is Your Dictionary?», αναδημοσιευμένα στον τόμο V. Ρ. Clark – Ρ. Α. Eschholz – Α. F. Rosa (eds.), Language. Introductory Readings, New York: St. Martin’s Press 1972, σ. 242-245.


Το ανωτέρω κείμενο, ως προς τις πληροφορίες του, βασίστηκε στο άρθρο του Albert Η. Marckwardt, «Dictionaries and the English Language», ό.π., σ. 223-241.