Μήπως το χρήμα δεν είναι μέθοδος χειρισμού των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων εξίσου ασφαλής με τη βία, που μάλιστα μας επιτρέπει να παραιτηθούμε από την πρωτόγονη και ωμή χρήση της τελευταίας; Το χρήμα είναι εξαϋλωμένη βία, μια ευέλικτη, υπερεξελιγμένη και δημιουργική ειδική μορφή βίας. Μήπως η συναλλαγή δεν βασίζεται στην πονηρία και τον καταναγκασμό, στο ξεγέλασμα και την εκμετάλλευση, με τη μόνη διαφορά ότι όλα αυτά είναι πολιτισμένα, μετατοπισμένα τελείως στο εσωτερικό του ανθρώπου, κυριολεκτικά μεταμφιεσμένα με το ένδυμα της ελευθερίας του;», αναρωτιέται ο Ρόμπερτ Μούζιλ στο βιβλίο του “Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες”.

Τα ερωτήματα αυτά διαπερνούν σαν υπόγειο ρεύμα την παράσταση «Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα», σε διασκευή  και σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου πάνω στο εμβληματικό έργο του βασικού εκφραστή του γερμανικού εξπρεσιονισμού Γκέοργκ Κάιζερ “Von morgens bis mitternachts” (“Από το πρωί μέχρι τα μεσάνυχτα”, 1912). Τα ερωτήματα που διατυπώνει ο Μούζιλ συνομιλούν ευθέως με τις σκέψεις του Ταμία του Κάιζερ, του κεντρικού χαρακτήρα του έργου του, που καταχράται εξήντα χιλιάδες από την τράπεζα στην οποία εργάζεται για να “αγοράσει” μια νέα ζωή, έναν νέο έρωτα, μία νέα νοηματοδότηση του βίου του: “Τίποτε που ν’ αξίζει δεν αγοράζουν τα λεφτά. Και όσο περισσότερα πληρώνεις, τόσο πιο ευτελές αυτό που αγοράζεις. Το χρήμα δεν αντέχει το αυθεντικό -είναι η πιο απατηλή απάτη”.

Η επικαιρότητα ενός παλιού εφιάλτη

Το έργο του Γκέοργκ Κάιζερ, γεννημένο μέσα στην κρίση της προπολεμικής Γερμανίας, βρίσκει σήμερα μια ανατριχιαστική αντήχηση. Η κυριαρχία του χρήματος, η κατάρρευση του πολιτισμού, η κοινωνική αλλοτρίωση και η οικογενειακή αποξένωση, η σεξιστική αντιμετώπιση της γυναίκας, η αποδιάρθρωση της ταυτότητας, οι εξουθενωτικοί ρυθμοί του αστικού βίου, όλα επανέρχονται στην παράσταση του Θωμά Μοσχόπουλου όχι ως ιστορικά κατάλοιπα, αλλά ως συνιστώσες διαμόρφωσης του παρόντος. Η ευφυής σκηνοθετική του ανάγνωση ενεργοποιεί τις βασικές αισθητικές αρχές του εξπρεσιονισμού, επικαιροποιεί τη βασική προβληματική του, τον επανατοποθετεί ως ζωντανό, καίριο σχόλιο πάνω σε έναν κόσμο όπου η βία και η αναισχυντία έχουν μεταμφιεστεί σε συναλλαγή, επιθυμία και κανονικότητα. Το χρήμα παίρνει τη θέση του συναισθήματος και η ανταλλαξιμότητα τη θέση των σχέσεων.

Φωτό: Πάτροκλος Σκαφίδας

Η παράσταση του Θωμά Μοσχόπουλου, όπως όλα τα σπουδαία έργα τέχνης, διεγείρει τον ανθρώπινο νου, προσφέρει πολλαπλές αναγνώσεις, γεννά καίρια ερωτήματα. Πόσες άραγε βαθιές ανάγκες έχουμε εκχωρήσει στην ευκολία μιας χρηματικής συναλλαγής; Είναι η ελευθερία μια αυταπάτη που αγοράζεται; Και, τελικά, υπάρχει διαφυγή από την εσωτερική κενότητα; Η παράσταση μοιάζει να απαντά σιωπηλά. Η μέρα που «κλέβουμε» (από τον εαυτό μας ουσιαστικά, από τον οποίο ουδέποτε δυνάμεθα να αποδράσουμε) θα “πληρωθεί” πάντα με μια νύχτα βαθύτερης και επώδυνης επίγνωσης.

Εξπρεσιονιστικό σύμπαν

Αρκεί να παρατηρήσει κανείς πίνακες εξπρεσιονιστικής τεχνοτροπίας των Έντβαρτ Μουνκ, Βασίλι Καντίνσκυ, Έγκον Σίλε και Όσκαρ Κοκόσκα, για να διαπιστώσει αντίστοιχες -άλλοτε αδρές, άλλοτε ονειρικές- εικονοκλαστικές γραμμές στον σκηνοθετικό καμβά του Θωμά Μοσχόπουλου.

Ο Μοσχόπουλος αγκαλιάζει τον πυρήνα του εξπρεσιονιστικού θεάτρου: την εικαστική υπερβολή και παραμόρφωση της πραγματικότητας προς ανάδειξη της εσωτερικής αλήθειας, την αποσπασματική σχεδόν τελετουργική αφήγηση, με επεισοδιακή δομή που θυμίζει σταθμούς μιας καθοδικής πορείας. Ο ανώνυμος Ταμίας δεν είναι πρόσωπο αλλά σύμβολο -μια εκδοχή του «Νέου Ανθρώπου» που συντρίβεται ανάμεσα στην επιθυμία για ελευθερία και την αδυναμία απόκτησης νοήματος. “Το νόημα ποιο είναι; Τι υπάρχει που να αξίζει να θυσιάσεις ολόκληρη τη ζωή σου για χάρη του;” , αναρωτιέται χαρακτηριστικά.

Φωτό: Πάτροκλος Σκαφίδας

Η σκηνοθεσία αναδεικνύει την εξπρεσιονιστική απογύμνωση, σατιρίζει ανελέητα τις αστικές αξίες και την αστική υποκρισία, φωτίζει το τέλμα της δυτικής κοινωνίας σε μεταιχμιακές ιστορικές περιόδους, όπως η προπολεμική Γερμανία και Ευρώπη του Γκέοργκ Κάιζερ, αλλά και η δική μας με διάσπαρτους στρατιωτικούς και οικονομικούς πολέμους ανά την υφήλιο. Δεν υπάρχει ψυχολογική εμβάθυνση με την παραδοσιακή έννοια, αλλά μια διαρκής έκθεση της αγωνίας. Το άτομο δεν εξελίσσεται· αποσυντίθεται. Η πορεία του ήρωα -από την κλοπή μέχρι την υπαρξιακή του κατάρρευση- μοιάζει λιγότερο με ιστορία και περισσότερο με επαναλαμβανόμενο εφιάλτη.

Σκηνικός κόσμος: ανάμεσα στο όνειρο και το γκροτέσκο

Η εικαστική σύλληψη του Βασίλη Παπατσαρούχα λειτουργεί ως βασικός φορέας νοήματος. Σκηνικά, κοστούμια και βίντεο συνθέτουν έναν χώρο ρευστό, όπου το ρεαλιστικό διαλύεται μέσα στο συμβολικό. Η οικονομία των αντικειμένων και η έμφαση στο φως και τον ήχο ευθυγραμμίζονται πλήρως με την εξπρεσιονιστική παράδοση: τίποτα δεν υπάρχει για να «αναπαραστήσει» αλλά για να υποδηλώσει.

Η ρευστότητα και η λογική παζλ στη σύνθεση εικόνων απηχεί την ευθραυστότητα και ευθρυπτότητα της εποχής, τη σχετικότητα της χρηματιστικής οικονομίας η οποία καθιστά όλα τα συμβαίνοντα σε κατάσταση αποδρομής. Η ταυτότητα και οι σχέσεις των ηρώων αντανακλούν τη σχετικότητα της αξίας του χρήματος, το χρήμα ως μέσο αποτίμησης των αξιών.

Φωτό: Πάτροκλος Σκαφίδας

Οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου χαράσσουν διαπερατά όρια ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, μετατρέποντας τη σκηνή σε πεδίο ψυχικών συγκρούσεων. Η μουσική του Δήμου Βρύζα λειτουργεί υπόγεια, σχεδόν απειλητικά, ενώ η κίνηση της Ζωής Χατζηαντωνίου προσδίδει τελετουργική διάσταση -οι χαρακτήρες κινούνται εγκλωβισμένοι σε έναν μηχανισμό που διαμορφώνει τα δεσμά τους.

Ο Ορφέας Αυγουστίδης στον ρόλο του Ταμία ισορροπεί αξιοθαύμαστα ανάμεσα στην τραγικότητα των αποφάσεών του και τη φαιδρή διάσταση του ανθρώπινου βίου, ενσωματώνει τη γκροτέσκα συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι “Εκείνος που κοίταξε μια οικογενειακή φωτογραφία αλλά δεν είδε τον εαυτό του μέσα”. “Εκείνος που έψαξε τη δύναμη του πλήθους και ανακάλυψε τη βλακεία του όχλου”. “Εκείνος που πλήρωσε για ηδονή και αγόρασε οδύνη”. Είναι ένα σώμα που καταρρέει υπό το βάρος της ίδιας του της επιθυμίας.

Η Ευγενία Σαμαρά, ενσαρκώνοντας επιδέξια πολλαπλές γυναικείες μορφές, μεταξύ γοητείας και απειλής, λειτουργεί ως πολυπρισματικός καθρέφτης, στον οποίο αντικατοπτρίζονται τα διεστώτα μέρη της ύπαρξης του Ταμία.

Το σύνολο της διανομής, Βαλεντίνος Κόκκινος, Άλκης Μπακογιάννης, Κωνσταντίνος Πλεμμένος, Γιάννης Σαμψαλάκης, κινείται με ακρίβεια μέσα σε αυτή τη μηχανική, σχεδόν αποπροσωποποιημένη δομή, υπηρετώντας την εξπρεσιονιστική λογική των «τύπων» αντί των χαρακτήρων.

Η άρτια και βαθιά στοχαστική σκηνοθετική σύλληψη του Θωμά Μοσχόπουλου πραγματώνεται ως ένα συνεκτικό αισθητικό σύμπαν, αναδεικνύει τη διαχρονική δύναμη του εξπρεσιονισμού, μετατρέπει τη σκηνή σε κάτοπτρο της πιο ανησυχητικής εκδοχής του εαυτού μας. “Ολα πληρώνονται για να τελειώσουν”. Αυλαία.