Το ψηφιδωτό, ντεκόρ εκλεπτυσμένο για τον αρχαίο κόσμο αλλά και ο μάρτυρας του τρόπου ζωής, υπήρξε ταυτόχρονα πολύτιμο βοήθημα για τους ερευνητές της αρχαίας ζωγραφικής, καθώς οι περισσότερες ζωγραφισμένες επιφάνειες, φορητές ή επιτοίχιες, έχουν καταστραφεί από τον χρόνο ή τη φωτιά.


Ο Πλίνος το χαρακτήρισε «ζωγραφική στην πέτρα», ενώ ο Ghirlandajo «ζωγραφική της αιωνιότητας».


Ποια άλλη τέχνη, αλήθεια, κατόρθωσε επί τόσους αιώνες να διατηρήσει το χρώμα της σάρκας και του προσώπου αψηφώντας τους βαρβαρισμούς του χρόνου και της ατμόσφαιρας;


Η απόδοση της ανθρώπινης μορφής, το σημαντικότερο μέρος σε μια ζωγραφική σύνθεση, δείχνει και το επίπεδο της καλλιτεχνικής μαεστρίας, το συναίσθημα και τη δύναμη του δημιουργού. Στην περίπτωση των ψηφιδωτών προστίθεται το πρόβλημα των υλικών και της κατεργασίας τους.


Η εξέλιξη της προσωπογραφίας στα ψηφιδωτά του αρχαίου κόσμου μάς δίνει έναν θαυμάσιο χάρτη της αισθητικής αναζήτησης.


Στα ψηφιδωτά της Μακεδονίας το πρόβλημα της οικονομίας στη χρωματική γκάμα των υλικών λύνεται θαυματουργικά με ένα δυνατό σχέδιο και με τη βοήθεια του μολυβιού σε λάμες, όπου παίζει τον ρόλο του περιγράμματος.


Η δυσκολία στα έργα όπως το πορτρέτο του νέου κυνηγού στη σύνθεση του Γνώση (κυνήγι του ελαφιού, Πέλλα, 3ος αιώνας π.Χ.) έγκειται στη χρήση του καμπυλόγραμμου βότσαλου, καθώς η ψηφίδα δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί. Ο πλούτος των σκιών, η έκφραση και η πλαστικότητα της γραμμής αποδίδουν ένα αριστούργημα.


Μετά την ανακάλυψη της κομμένης ψηφίδας (Opus Tesselatum) η αυστηρότητα του ελληνικού στυλ προσέφερε υπέροχα πορτρέτα, όπως αυτό του φτερωτού Διονύσου στη Δήλο με ψηφίδες ενός ως δύο χιλιοστών, ενώ πολλαπλασιάζονται τα χρώματα των μαρμάρων που χρησιμοποιούνται. Τα ψηφιδωτά της Δήλου έδωσαν τα σημαντικότερα δείγματα του ελληνικού χώρου κατά τον 2ο και 1ο π.Χ. αιώνα.


Η περίπτωση της Κύπρου είναι ιδιαίτερη όχι μόνο για τη μεγάλη ποσότητα δειγμάτων σε σχέση με το μέγεθος του νησιού, αλλά και διότι τα δείγματα καταλαμβάνουν μια χρονική περίοδο χιλίων περίπου ετών. Η σχέση της Κύπρου με τη Μικρά Ασία, την Παλαιστίνη, την Ελλάδα, τη Β. Αφρική και την Ιταλία δημιούργησε ένα ιδιαίτερο καλλιτεχνικό στυλ, ένα είδος σχολής που αφορά κυρίως τα έργα της Πάφου (πορτρέτο του Θησέα), με δείγματα υψηλής ποιότητας και λιγότερο αυστηρής σχηματοποίησης από αυτά της Δήλου (3ος αιώνας μ.Χ.).


Το ελληνιστικό ψηφιδωτό αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στη Β. Αφρική ­ Λιβύη, Αλγερία, Τυνησία. Ηδη είχε όμως αρχίσει το κυνήγι της ζωγραφικής απομίμησης. Στις «σκηνές κυνηγιού» κοντά στην Τύνιδα τα έργα έχουν μεταφερθεί από μακέτες ζωγραφισμένες σε καμβά, τα πορτρέτα είναι ρεαλιστικά και η σύνθεση επιδιώκει να αποδώσει το στιγμιαίο συμβάν, ένα είδος φωτογραφικού ρεπορτάζ δουλεμένο με πέτρα. Το ρεαλιστικό παίρνει τη θέση του ωραίου.


Εκτοτε η ιστορία του ψηφιδωτού χαρακτηρίζεται από τις συνεχείς προσπάθειες της μίμησης της ζωγραφικής πινελιάς. Η πολύχρονη πείρα των εργαστηρίων και η κληρονομιά της ελληνικής κλασικής εποχής έδωσαν στους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους δείγματα όπως το υπέροχο «Πορτρέτο του Ωκεανού» στην Κωνσταντινούπολη, όπου η εντύπωση βασίζεται στη φρεσκάδα και στη καθαρότητα του χρώματος των ψηφίδων. Το κυνήγι της ζωγραφικής επέφερε και τον μαρασμό στο είδος αυτό της τέχνης, καθώς ξεθώριαζε η ελληνική σχεδιαστική επιρροή πάνω στα ρωμαϊκά έργα. Οι μάστορες του βενετσιάνικου γυαλιού (smalti) συνέχιζαν να προσθέτουν διαρκώς νέα χρώματα στις γυάλινες ψηφίδες τους. Κάτι που έκανε τον φιλόσοφο Σενέκα να αναφωνήσει: «Επιτέλους, φτάσαμε να περπατάμε πάνω σε κοσμήματα».


Η κυρία Ράνια Καπελιάρη είναι ζωγράφος – ψηφιδογράφος.