Οπως όλες οι λέξεις με την κατάληξη -ισμός, ο όρος «χριστιανισμός» δηλώνει ένα σύστημα, μια ιδεολογία, της οποίας ο πατέρας φαίνεται μάλλον να είναι ο Παύλος παρά ο Ιησούς. Από τη μαρτυρία των Ευαγγελίων, όλοι συμφωνούν ότι ο τελευταίος μάλλον εστερείτο κάθε συστηματικής φιλοδοξίας, κάτι που δεν ισχύει για τον πρώτο, τον οποίο πολλοί θεωρούν τον μεγαλύτερο θεολόγο του 1ου αιώνα.
Σημαίνει αυτό ότι ο Ιησούς δεν ήταν θεολόγος; Πέρα από τη χρονική, η γενικότερη απόσταση που χωρίζει τον Ιησού από τον Παύλο είναι σημαντική. Παρ’ ότι ο Παύλος αναφέρεται διαρκώς σε εκείνον που θεωρεί Κύριό του, αυτό γίνεται με όρους στους οποίους δεν αναγνωρίζει κανείς άμεσα τον περιπλανώμενο προφήτη της Γαλιλαίας έτσι όπως τον παρουσιάζουν τα Ευαγγέλια. Αξίζει λοιπόν να εξετάσουμε κατά πόσον ο Παύλος αναπαράγει την παράδοση του Ιησού και να ακολουθήσουμε τη διαδρομή που οδήγησε τον απόστολο να επαναδιατυπώσει το μήνυμα εκείνου που, όπως τονίζει, του εμπιστεύθηκε την αποστολή του.
* Η εικόνα του Ιησού
Οι διαφορές ανάμεσα στον Ιησού των Ευαγγελίων και στον Υιό του Θεού για τον οποίο μιλάει ο Παύλος στις επιστολές του είναι οφθαλμοφανείς. Πολλοί ιστορικοί και θεολόγοι του 19ου αιώνα τις έχουν ήδη υπογραμμίσει. Ο κατά Παύλον Ιησούς είναι ένα πρόσωπο τόσο ουράνιο που παύει να είναι ανθρώπινο. Σπανίως ο Παύλος αναφέρει τον Ιησού μόνο με αυτό το όνομα. Χρησιμοποιεί σύνθετες ονομασίες, όπως «Ιησούς Χριστός» ή «Κύριος Ιησούς Χριστός» ή μόνο τα «Χριστός» ή «Κύριος», που αρκούν για να γίνει η αναφορά στον Ιησού μέσα στον λόγο. Διότι ο λόγος είναι το πρόκριμα στον Παύλο. Ενας λόγος ο οποίος έχει μεν επίκεντρο τον Ιησού, οικοδομείται όμως πάνω σε έννοιες φιλοσοφικές και θεολογικές δανεισμένες από τον ελληνικό κόσμο, ξένες προς τα ιστορικά κηρύγματα του Ιησού και συνήθως απούσες από τα ευαγγελικά κείμενα.
Πολλές από τις έννοιες που εμφανίζονται στη χριστιανική σκέψη από την πένα του Παύλου πέρασαν στη συνέχεια στο θεολογικό λεξιλόγιο της Εκκλησίας: σωτηρία, δικαίωση, συνείδηση, ελευθερία. Από τις λέξεις αυτές διατυπώθηκε το χριστιανικό δόγμα. Αποτέλεσαν τις λίθους ενός συνεκτικού λόγου που αναπτύχθηκε προοδευτικά κατά τους πρώτους αιώνες και καθιερώθηκε από τις πρώτες συνόδους μέσα από συχνά έντονες διαμάχες.
Η ίδια η ιδέα της διάρθρωσης της πίστης μέσω του δόγματος είναι ξένη προς τον ιουδαϊσμό και ο Ιησούς δεν φαίνεται να είχε τέτοια σχέδια. Πολλοί εβραίοι διδάσκαλοι θεωρούν ότι η ανάπτυξη δόγματος αποτελεί προδοσία προς το πνεύμα της Βίβλου. Είναι κατανοητό γιατί ο Παύλος, πατέρας της χριστιανικής δογματικής θεολογίας, αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερα εχθρικό πνεύμα από τον ιουδαϊσμό, ενώ ο Ιησούς τυγχάνει συχνά πολύ ευνοϊκότερης αντιμετώπισης.
* Δάσκαλος και μαθητής
Οι διαφορές που επισημαίνουμε μπορούν να εξηγηθούν με πολλούς τρόπους. Η πρώτη εξήγηση είναι απλώς χρονολογική. Η επίγεια αποστολή του Ιησού εκτυλίχθηκε τα έτη 27 ως 30. Η παλαιότερη επιστολή του Παύλου, η οποία αποτελεί ταυτοχρόνως το παλαιότερο κείμενο της Καινής Διαθήκης, τοποθετείται στο έτος 50. Το πρώτο Ευαγγέλιο είναι αναμφίβολα το κατά Μάρκον, το οποίο τοποθετείται περίπου στο έτος 70. Είκοσι χρόνια χωρίζουν τη ζωή του Ιησού από τη σύνταξη των επιστολών του Παύλου και άλλα 20 από τη συγγραφή του πρώτου γνωστού Ευαγγελίου. Ο Παύλος είναι ο πρώτος μάρτυρας των παραδόσεων του Ιησού, οι οποίες έτσι και αλλιώς είναι γνωστές μόνο μέσα από μεταγενέστερες αφηγήσεις.
Επομένως είναι πιθανόν οι πρωτότυπες σκέψεις που αποδίδονται στον Παύλο να αποτελούν αναπαραγωγή άλλων παραδόσεων που δεν διασώθηκαν σε κείμενα. Κατά τον ίδιο τρόπο τα λόγια που αποδίδονται στον Ιησού από τα Ευαγγέλια δεν αποτελούν οπωσδήποτε τα ίδια του τα λόγια. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι Ευαγγελιστές είναι, όπως και ο Παύλος, θεολόγοι και επομένως αποδίδουν στον Ιησού μια εικόνα που επηρεάζεται από τις παιδαγωγικές, ιστορικές και θεολογικές επιδιώξεις τους.
Μία ακόμη εξήγηση των διαφορών ανάμεσα στις επιστολές του Παύλου και στα Ευαγγέλια είναι ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά λογοτεχνικά είδη. Τα Ευαγγέλια αποτελούν αφηγηματική θεολογία, ενώ ο Παύλος γράφει θεολογία με τη μορφή του επιστολικού λόγου. Κάθε λογοτεχνικό είδος αντιστοιχεί σε έναν συγκεκριμένο τύπο λεξιλογίου. Παρ’ ότι όμως οι λέξεις είναι διαφορετικές, το σημαντικό είναι ότι η θεολογική ιδέα είναι στην ουσία η ίδια.
Ο Ιησούς δεν βγήκε ποτέ από το εβραϊκό έδαφος. Αντιθέτως ο Παύλος μαρτύρησε στη Ρώμη, αφού είχε διασχίσει στεριές και θάλασσες. Ο τρόπος ζωής επηρεάζει τη σκέψη και άρα είναι λογικό ότι οι δύο άνδρες δεν είπαν τα ίδια πράγματα, ακόμη περισσότερο τη στιγμή που ο ένας είναι συγγραφέας και ο άλλος όχι. Πρόκειται ωστόσο πράγματι για ουσιαστική διαφορά, ακόμη και απιστία, όπως έφθασαν να ισχυρισθούν ορισμένοι;
Ενώ ο Ιησούς ήταν από τη Γαλιλαία, επαρχία ανοιχτή στις εξωτερικές επιρροές αλλά μέρος της εβραϊκής επικράτειας, ο Παύλος είναι Εβραίος της διασποράς, γεννημένος στην Ταρσό της Κιλικίας. Η μητρική του γλώσσα ήταν τα ελληνικά και η Βίβλος που γαλούχησε την πίστη του η Μετάφραση των Εβδομήκοντα: βρίσκεται στα σύνορα δύο πολιτισμών, του εβραϊκού και του ελληνικού, και επιπλέον έχει ένα αρκετά υψηλό μορφωτικό επίπεδο.
Ο κρίσιμος σταθμός τόσο στη διαδρομή του Παύλου όσο και στην κήρυξη του Ευαγγελίου είναι η Αντιόχεια. Εκεί οι ιεραπόστολοι τόλμησαν για πρώτη φορά να στρέψουν το κήρυγμά τους στους Εθνικούς. Η δυσκολία της συμβίωσης των εβραίων χριστιανών, των οποίων η Πεντάτευχος αποτελούσε μέρος της πίστης, και των ειδωλολατρών Εθνικών, στους οποίους ήταν άγνωστη, προβλημάτιζε τους Αποστόλους. Αποφάσισαν όμως ότι η διδασκαλία του Ιησού ήταν τόσο σημαντική που άξιζε τον κόπο να διαδοθεί σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο και να μην περιορισθεί στους Εβραίους.
Ποιος όμως θα ήταν ο τρόπος ζωής των μη εβραίων χριστιανών από τη στιγμή που θα ασπάζονταν τη νέα πίστη; Θα έπρεπε να ενσωματωθούν στην ιουδαϊκή Εκκλησία, δηλαδή να δεχθούν την Πεντάτευχο, τους διατροφικούς κανόνες και την περιτομή (κανόνες που δύσκολα θα αποδεχόταν ένας Ελληνας ή ένας Ρωμαίος), ή δεν θα ήταν υποχρεωμένοι να εφαρμόσουν τον Μωσαϊκό νόμο; Το ζήτημα, το οποίο συζητήθηκε στην Αντιόχεια και στην Ιερουσαλήμ, προκάλεσε έντονες διαμάχες και, παρά τη συμβιβαστική αφήγηση του Λουκά, πραγματική συμφωνία μάλλον δεν επετεύχθη ποτέ.
* Η ιεραποστολική λογική
Ο Παύλος θεωρούσε ότι η ιεραποστολική λογική έπρεπε να υιοθετηθεί πλήρως: για να έλθουν οι ειδωλολάτρες στον Χριστό δεν έπρεπε να τους επιβληθεί καμία από τις εντολές της Πεντατεύχου· οι εβραίοι χριστιανοί ας τις τηρούσαν αν η συνείδησή τους δεν τους επέτρεπε να κάνουν διαφορετικά· ο Μωσαϊκός νόμος όμως δεν είχε καμία χρησιμότητα για τη διδασκαλία της σωτηρίας της ψυχής. Η θέση αυτή, η οποία αποτελεί πραγματικά πρωτότυπο έργο, έφερε τον Παύλο σε απομόνωση μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας. Η Ιστορία όμως τον δικαίωσε. Ο χριστιανισμός μπορεί να έχασε τις εβραϊκές του ρίζες, πήρε όμως μια οικουμενική διάσταση την οποία δεν θα του είχαν εξασφαλίσει ούτε ο συντηρητισμός του Ιακώβου ούτε η μετριοπαθής στάση του Πέτρου.
Είναι προφανές πάντως ότι η θρησκεία των δύο ανδρών δεν ήταν ακριβώς η ίδια. Η θρησκεία του Ιησού ήταν αναμφισβήτητα ο ιουδαϊσμός. Ο Παύλος ήταν Εβραίος και παρέμεινε Εβραίος. Η διαδρομή όμως που ακολούθησε συμπίπτει με εκείνη που ακολούθησε ο χριστιανικός κλάδος του ιουδαϊσμού για να μετατραπεί τελικά σε μια νέα θρησκεία που γρήγορα θα απεκαλείτο χριστιανισμός. Οι τελευταίοι ειδωλολάτρες που έφερε ο Παύλος στον Ιησού απηλλάγησαν από τον εβραϊκό νόμο, έχοντας όμως την Καινή Διαθήκη θεμέλιο της πίστης τους.
Αν η εξέλιξη αυτή αποτελεί προδοσία προς το μήνυμα του Ιησού ή, αντιθέτως, αποτελεί τον δρόμο της πραγματικής πίστης, δεν είναι ένα ερώτημα που έχει να κάνει με την ικανότητα του ιστορικού. Υπάρχει πίστη στο πνεύμα η οποία παίρνει τις αποστάσεις της από το γράμμα: «Το γράμμα σκοτώνει, το πνεύμα όμως δίνει ζωή» έγραφε ο Παύλος προς Κορινθίους. Σε αυτές τις λέξεις υπάρχει ένα βασικό κλειδί για την κατανόηση τόσο της προσωπικότητάς του όσο και της σκέψης του.
Ο κ. Michel Quesnel είναι διευθυντής του Τμήματος Ερευνών για την Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση του Καθολικού Ινστιτούτου Παρισίων.



