Τις τελευταίες εβδομάδες το εκκλησιαστικό ρεπορτάζ γνώρισε και πάλι μια από τις πιο έντονες στιγμές του. Η συγκυρία ήταν ευνοϊκή· ο Αύγουστος προσφέρεται κατ’ εξοχήν, μια και η ύλη στις εφημερίδες είναι κατά κανόνα περιορισμένη. Δεν εξηγείται αλλιώς το γεγονός ότι εφημερίδες που συνήθως αδιαφορούν για τα σχετικά θέματα ή τα υποβαθμίζουν σε ένα μονόστηλο καταδέχθηκαν να τους αφιερώσουν δύο και τρεις σελίδες, ακόμη και τα κύρια άρθρα τους.


Το χρονικώς πρώτο θέμα προσφερόταν άλλωστε και ως γαργαλιστικό ανάγνωσμα, αφού η δολοφονία ενός ιερωμένου συνδεόταν με τον ερωτικό δεσμό που, όπως δήλωσε, είχε μαζί του η δράστις, η οποία τον γνώρισε ως εξομολογητή της…


Η έκτακτη σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, που σχεδόν αμέσως ακολούθησε, έδωσε μία ακόμη ευκαιρία. Ο εσωτερικός έλεγχος των οικονομικών συνδέθηκε με υποτιθέμενες φατρίες και τυρείες στην Ιεραρχία που δήθεν απέβλεπαν στον έλεγχο της Εκκλησίας και στη διαδοχή του Αρχιεπισκόπου.


Την κορύφωση αποτέλεσε η επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη στη Χίο. Η αποστροφή ομιλίας του που αναφερόταν στις λεγόμενες «Μητροπόλεις των Νέων Χωρών», τις Μητροπόλεις δηλαδή του «Οικουμενικού Πατριαρχικού Θρόνου», όπως ο ισχύων Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος και νόμος του ελληνικού κράτους τις αποκαλεί, μία των οποίων αποτελεί και η Μητρόπολη Χίου, Ψαρών και Οινουσών, θεωρήθηκε «τορπίλη» στις σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την Εκκλησία της Ελλάδος και «αγκάθι» στις σχέσεις του με την ελληνική κυβέρνηση.


Και ως να μην έφθανε η παραποίηση, αν όχι κακοποίηση της πατριαρχικής δηλώσεως, ορισμένοι από τους συντάκτες αυτών των δημοσιευμάτων, που φαίνεται να διεκδικούν πλέον την ιδιότητα κανονολόγου, την μετάφρασαν αυθαίρετα σε αίτημα του Πατριάρχη για επιστροφή των Μητροπόλεων αυτών, ενώ άλλοι δεν δίστασαν να θυσιάσουν στον βωμό της εφήμερης δημοσιότητας και αυτοπροβολής τους ακόμη και κρατικά απόρρητα, αγγίζοντας μια εξαιρετικώς λεπτή εθνική υπόθεση και μάλιστα σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή.


Συμπερασματικώς, η εικόνα της Ορθοδοξίας που παρουσιάστηκε, μέσα από αυτά τα ποικίλα και άνισα δημοσιεύματα, ασφαλώς δεν ήταν η καλύτερη· ήταν ίσως η χειρότερη δυνατή. Δεν είναι όμως αυτή η αληθινή εικόνα.


Δεν παραιτούμαι, βεβαίως, από το δικαίωμα να σχολιάσω, αν και όταν χρειασθεί, ακόμη και να ψέξω, σφάλματα ή παραλείψεις που έχουν γίνει στην αντιμετώπιση επιμέρους ζητημάτων, ιδίως με την επικράτηση ακραίων θέσεων στη μία ή την άλλη πλευρά. Αισθάνομαι όμως αυτή τη στιγμή επιτακτική την ανάγκη, πλέοντας αντίθετα στο ρεύμα, να επιχειρήσω να αναδείξω την αληθινή όψη του πράγματος, μακριά από την όζουσα και μίζερη επικαιρότητα και πέρα από την όποια σκοπιμότητα.


Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι μεταξύ των λειτουργών και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως άλλωστε κάθε θρησκευτικής κοινότητας, μπορεί να υπάρχουν και ανάξιοι κληρικοί, σε όλες τις βαθμίδες. Υπάρχουν όμως προπάντων και στη συντριπτική πλειονότητα οι ταπεινοί και ανιδιοτελείς λευίτες. Πρότυπο προσφέρει η περίπτωση του πολιού Ιεράρχη της Κρήτης, του Μητροπολίτη Κισσάμου και Σελίνου Ειρηναίου [Γαλανάκη], που είχα την τύχη να γνωρίσω από κοντά κατά τα χρόνια της παραμονής μου στη Γερμανία. Ενός κληρικού που, ενώ αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα στη χώρα μας για τον κοινωνικό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η Εκκλησία στον σύγχρονο κόσμο, αντιλαμβάνεται σε πρόσφατη συνέντευξη του («Τα Νέα», 16.8.1997, σ. 14-15) ως αποστολή του και «να κρατά ένα μαντίλι και να σκουπίζει τα δάκρυα των ανθρώπων».


Αλήθεια είναι επίσης ότι μεταξύ Εκκλησιών ή των επικεφαλής τους μπορεί να υπάρξουν διαφορετικές εκτιμήσεις, ακόμη και αντιθέσεις, ενδεχομένως και διαφορετικά οικονομικά συμφέροντα. Αυτό όμως είναι η εξαίρεση.


Τυχαίο αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα του κανόνα τα δύο αγιορείτικα μετόχια, μετόχια της Μονής Σίμωνος Πέτρας, που χωρίς καμία οικονομική υποστήριξη ξεφύτρωσαν στην καρδιά της Δύσεως, στη Γαλλία, αυθεντικές μαρτυρίες της ζωντανής και γνήσιας ορθόδοξης παραδόσεως και της δυνάμεως των ανθρώπων της.


Το πρώτο, το μοναστήρι του Αγ. Αντωνίου, που βρίσκεται στην κοιλάδα του Combe Laval, ιδρύθηκε το 1978 από τον Σιμωνοπετρίτη μοναχό, τον αρχιμανδρίτη Placide Deseille και αποτελεί σήμερα πνευματικό και πολιτιστικό κέντρο των ορθοδόξων που ζουν ή φοιτούν στις γειτονικές πόλεις, ιδίως στη Lyon και στην Grenoble. Το δεύτερο, η γυναικεία μονή της Αγ. Σκέπης της Θεοτόκου, που ιδρύθηκε το 1984 και σήμερα έχει εγκατασταθεί σε ένα παλιό αγρόκτημα στο Solan, κοντά στην Avignon, με δεκαπέντε μοναχές. Στο μοναστήρι αυτό οργανώνονται μαθήματα ορθόδοξης θεολογίας για τους νέους πιστούς και όσους ενδιαφέρονται για την Ορθοδοξία. Χάρη μάλιστα σε μια μουσικολόγο που έχει σπουδάσει βυζαντινή μουσική μπορούν οι μοναχές να προσαρμόζουν τη βυζαντινή μουσική στη γαλλική γλώσσα.


Τα όποια ζητήματα και μάλιστα στον εκκλησιαστικό χώρο δεν λύνονται με υστερικές κραυγές ούτε με την αποκάλυψη κρατικών απορρήτων. Η προσέγγισή τους απαιτεί όχι μόνο γνώση καλή και σε βάθος, αλλά κυρίως προσοχή και λεπτότητα. Και πάντως, αν υποτεθεί ότι υπάρχουν, δεν λύνονται ρίχνοντας λάδι στη φωτιά…


Ο κ. Ι. Μ. Κονιδάρης είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.