Το «τρομερό παιδί» του χριστιανισμού
Ο «Απόστολος των Εθνών» δεν είχε μάλλον συναντήσει ποτέ τον Ιησού Χριστό, υπήρξε όμως ο άνθρωπος που συνέβαλε όσο κανένας άλλος στην εξάπλωση του χριστιανισμού στους πρώτους μεταχριστιανικούς χρόνους. Ο Σαούλ ή Παύλος, Φαρισαίος Εβραίος από την Ταρσό της Κιλικίας έγινε από φανατικός εχθρός του χριστιανισμού ο μεγαλύτερος υπερασπιστής και υπηρέτης του. Αυτός έβγαλε τη νέα θρησκεία έξω από τα όρια της Παλαιστίνης και την άνοιξε προς τους «εθνικούς» δίνοντάς της τον οικουμενικό της χαρακτήρα.
Οι πληροφορίες που έχουμε για τη ζωή του Παύλου είναι λίγες και συγκεχυμένες και οι θεωρίες που προβάλλονται για να τη διαφωτίσουν πολλές. Τα προβλήματα ανακύπτουν από το γεγονός ότι οι μελετητές έχουν στη διάθεσή τους μόνο δύο είδη πηγών, τις 13 επιστολές του Παύλου (εκ των οποίων 7 έχουν αναγνωρισθεί ομόφωνα ως αυθεντικές) και τις Πράξεις των Αποστόλων του Λουκά, των οποίων το δεύτερο μέρος είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στον αποστολικό βίο του Παύλου, ως την άφιξή του για να δικαστεί στη Ρώμη.
Καθώς οι επιστολές του Παύλου δεν εμπεριέχουν κανενός είδους ημερολόγιο ενώ αντιθέτως ο Λουκάς μοιάζει να ακολουθεί στην αφήγησή του μια χρονολογική σειρά, οι βιογράφοι του Αποστόλου θεωρούσαν, ως πρόσφατα, απλούστερη πρακτική να ακολουθούν τον Λουκά συμπληρώνοντάς τον με στοιχεία από τις επιστολές. Σήμερα ωστόσο γνωρίζουμε ότι ο Λουκάς ήταν κατά κύριον λόγο θεολόγος και δεν ενδιαφερόταν τόσο για την τήρηση της ιστορικής πιστότητας. Πολλά στοιχεία των Πράξεων είναι δύσκολο να συμβιβαστούν με στοιχεία που δίνει ο ίδιος ο Παύλος στις επιστολές του.
Για να λυθεί αυτό το πρόβλημα διατυπώθηκε το 1950 η λεγόμενη «αρχή του Νοξ» σύμφωνα με την οποία οι Πράξεις πρέπει να χρησιμοποιούνται και με επιφυλάξεις μόνο ως συμπληρωματικές των αυτοβιογραφικών στοιχείων των επιστολών και όχι ως διορθωτικές. Και αυτή η αρχή αποδεικνύεται ωστόσο δύσκολη στην εφαρμογή της. Ο Παύλος μιλάει στις επιστολές του πολύ λίγο για τον εαυτό του ενώ δεν αναφέρει κανένα ιστορικό γεγονός πέρα από τις περιπέτειες που είχε στη Δαμασκό με τον εθνάρχη του βασιλιά των Ναβαταίων Αρέτα (Προς Κορινθίους Β’).
Το συμπέρασμα είναι λοιπόν και πάλι ότι δεν είναι δυνατόν να καταλήξει κανείς σε ένα χρονολόγιο της αποστολικής ζωής του Παύλου χωρίς να λάβει υπόψη, έστω και από μια κριτική σκοπιά, τα στοιχεία χρονολογικής αναφοράς που προσφέρει ο Λουκάς.
Ανάλογα με την πηγή που δέχονται και την ερμηνεία που δίνουν στα δεδομένα, οι ερευνητές φαίνονται να συμφωνούν σε ορισμένα σημεία ενώ σε άλλα διατυπώνουν διαφορετικές θεωρίες, μερικές εκ των οποίων ανατρέπουν ή μεταθέτουν χρονολογικά στοιχεία που μέχρι πρότινος θεωρούντο βέβαια.
Ηταν ο Παύλος Εβραίος, Φαρισαίος από την Ταρσό;
Στις επιστολές του ο Παύλος δεν αναφέρεται ούτε μια φορά στον τόπο γεννήσεώς του ή στον τόπο καταγωγής της οικογένειάς του. Μόνο ο Λουκάς μιλάει για την Ταρσό αλλά, καθώς δεν υπήρχε κανένας λόγος ο Ευαγγελιστής να επινόησε μόνος του τον τόπο γεννήσεως και την καταγωγή του Παύλου, ως πρόσφατα κανείς δεν είχε αμφισβητήσει αυτή την εκδοχή.
Ορισμένοι μελετητές όμως άρχισαν να εξετάζουν σοβαρά μια πληροφορία που αναφέρει δύο φορές ο Αγιος Ιερώνυμος, ο οποίος υποστηρίζει ότι την είχε μάθει από τον Ωριγένη: «οι γονείς του Παύλου κατάγονταν από τη Γυσκάλη, επαρχία της Ιουδαίας και, όταν όλη η επαρχία κυριεύθηκε από τους Ρωμαίους και οι Εβραίοι σκόρπισαν σε όλη την οικουμένη, μεταφέρθηκαν στην Ταρσό της Κιλικίας. Ο Παύλος, μικρός ακόμη, ακολούθησε τους γονείς του…».
Αν δεχθεί κανείς αυτή την εκδοχή, διάφορα στοιχεία που ως τώρα θεωρούντο αινιγματικά βρίσκουν μια ερμηνεία και μια συνοχή. Κατ’ αρχήν η ρωμαϊκή υπηκοότητα του Παύλου, την οποία ο ίδιος δεν αναφέρει αλλά χρησιμοποιεί σύμφωνα με τον Λουκά. Οι γονείς του θα μπορούσαν εύκολα να την αποκτήσουν στην Ταρσό μιας και, σύμφωνα με τον Φίλωνα, «οι περισσότεροι Εβραίοι της Ρώμης ήταν απελεύθεροι». Το ρωμαϊκό του όνομα «Paulus» («μικρός», «λιγοστός») μοιάζει πολύ με το εξελληνισμένο αραμαϊκό Σαούλος.
Δεύτερον, η εμμονή του Παύλου ότι είναι «εκ γένους Ισραήλ, φυλής Βενιαμίν, Εβραίος εξ Εβραίων, κατά νόμον Φαρισαίος» αποκτά περισσότερο νόημα ενώ ταυτοχρόνως ο ισχυρισμός του Λουκά ότι ο Απόστολος είχε έναν ανιψιό και ίσως και μια αδελφή στην Ιερουσαλήμ γίνεται πιο πειστικός.
Ειδικότερα για τη φαρισαϊκή καταγωγή του Παύλου, που αμφισβητείται από αρκετούς, προτείνονται τα εξής επιχειρήματα. Κατ’ αρχήν, καθώς δεν υπάρχουν αποδείξεις περί του αντιθέτου, θεωρείται ότι πριν από την πτώση της Ιερουσαλήμ δεν υπήρχαν Φαρισαίοι έξω από την Ιουδαία, τη Γαλιλαία και την Περαία. Πιστεύεται ότι οι γονείς του Παύλου απελάθηκαν από την Ιουδαία στο διάστημα από τον 4 π.Χ. ως τον 6 μ.Χ. αιώνα. Ως μετανάστες της πρώτης γενεάς είναι λογικό να θυμούνται την καταγωγή τους από τη φυλή του Βενιαμίν, κάτι που δεν συνέβαινε με τους Εβραίους της διασποράς της εποχής εκείνης, οι οποίοι ξεχνούσαν τις φυλετικές τους ρίζες. Τέλος, έτσι ερμηνεύεται καλύτερα και η μαθητεία του στην Ιερουσαλήμ κοντά στον φανατικό φαρισαίο Γαμαλιήλ.
Οι ιστορικοί ωστόσο εξακολουθούν να θεωρούν κατά κάποιο τρόπο ασυμβίβαστο το να είναι ο Παύλος ταυτοχρόνως Εβραίος, ενός τόσο αυστηρού θρησκευτικού δόγματος, και πολίτης μιας ελληνιστικής πόλης σαν την Ταρσό. Ακόμη και αν η ρωμαϊκή υπηκοότητα δεν επέβαλε υποχρεώσεις ασύμβατες με την εβραϊκή πίστη, η ιδιότητα του πολίτη σε μια τέτοια πόλη απαιτούσε την αναγνώριση θεσμών, ακόμη και πολιτισμικών και θρησκευτικών, δύσκολα αποδεκτών για έναν Φαρισαίο.
Γνώρισε ποτέ ο Παύλος τον Ιησού από τη Ναζαρέτ;
Ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν ότι ο Παύλος είχε γνωρίσει τον Ιησού από τη Ναζαρέτ αλλά είχε αποφασίσει συνειδητά να αγνοήσει το γεγονός ώστε να γνωρίζει μόνο τον Αναστάντα Ιησού. Το κείμενο στο οποίο βασίζουν αυτή τη θεωρία είναι ένα απόσπασμα από τη δεύτερη επιστολή Προς Κορινθίους, όπου ο Παύλος αναφέρει: «Στο εξής δεν γνωρίζουμε πλέον κανέναν με τον ανθρώπινο τρόπο. Κι αν ακόμη είχαμε γνωρίσει τον Χριστό με τον ανθρώπινο τρόπο, στο εξής δεν τον γνωρίζουμε πλέον έτσι». Υποστηρίζουν ότι με το απόσπασμα αυτό ο Απόστολος παραδέχεται ότι είχε συναντήσει τον Χριστό αλλά δεν θεωρεί αυτή την ανθρώπινη επαφή σημαντική μπροστά στην πνευματική σχέση που πρέπει να υπάρχει. Πάντως οι περισσότεροι μελετητές αποδίδουν τη φράση αυτή όπως και άλλες αντίστοιχες στο λογοτεχνικό στυλ του Παύλου. Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: τίποτε δεν στοιχειοθετεί ότι ο Παύλος είχε γνωρίσει κάποτε τον Χριστό χωρίς όμως και τίποτε να το αντικρούει.
Πώς χρονολογείται η ίδρυση των εκκλησιών στην Ευρώπη;
Η νέα τάση των μελετητών υποστηρίζει σήμερα ότι οι εκκλησίες των Φιλίππων, της Θεσσαλονίκης και της Κορίνθου ιδρύθηκαν νωρίτερα, κατά τη διάρκεια των 14 ετών που μεσολάβησαν ανάμεσα στις δύο πρώτες επισκέψεις του Παύλου στην Ιερουσαλήμ. Ο Λουκάς μεταθέτει τη δεύτερη αποστολική περιοδεία μετά τη σύνοδο της Ιερουσαλήμ δίνοντας την εντύπωση ότι ο Παύλος ίδρυσε τις εκκλησίες αυτές με τη σύμφωνη γνώμη των κεφαλών της εκκλησίας και δεν ήταν μόνος του, όπως φαίνεται από τις επιστολές του. Αν δεχθούμε αυτή την άποψη μετατίθενται επίσης διάφορες άλλες χρονολογίες. Η επιστολή προς Θεσσαλονικείς θα πρέπει να γράφτηκε νωρίτερα ενώ η προσαγωγή του Παύλου ενώπιον του ανθυπάτου Γαλλίωνα, η οποία τοποθετείται στο 51 μ.Χ. δεν είναι απαραίτητο να έγινε κατά τη διάρκεια της επίσκεψης στην οποία ο Παύλος ίδρυσε την εκκλησία της Κορίνθου (από τις επιστολές προκύπτουν τουλάχιστον τρεις επισκέψεις στην πόλη).
Τι συμφωνήθηκε στην Ιερουσαλήμ;
Τι ακριβώς συμφωνήθηκε στην αποστολική σύνοδο των Ιεροσολύμων; Ο τρόπος με τον οποίο ο Παύλος αναφέρει στην επιστολή Προς Γαλάτες ότι ο ίδιος ανέλαβε την εκκλησία των μη περιτετμημένων και ο Πέτρος εκείνη των περιτετμημένων αφήνει περιθώρια για εικασίες ότι επρόκειτο για μια κατανομή των εκκλησιών ανά περιοχές ή ανά εθνότητες. Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν φαίνεται να ευσταθεί και η πιο πειστική θεωρία μοιάζει να είναι εκείνη που μιλάει για μια διφορούμενη συμφωνία η οποία, επέτρεπε μεν στον Παύλο να μην απαιτεί την περιτομή των ειδωλολατρών, αλλά ταυτοχρόνως επέτρεπε και στον Πέτρο και τους υπολοίπους να αφήνουν τους Ιουδαίους που γίνονταν χριστιανοί να κρατούν τις παραδόσεις τους.
Υπήρξε τρίτη αποστολική περιοδεία;
Οι περισσότεροι μελετητές μιλούν για μια τρίτη αποστολική περιοδεία του Παύλου, της οποίας όμως η σύνδεση με τη δεύτερη παρουσιάζει δυσκολίες. Αν όμως δεχθούμε τη μετάθεση της δεύτερης από τον Λουκά (για την οποία μιλάμε πιο πάνω) όλα μπαίνουν σε μια σωστή σειρά. Στην πραγματικότητα ο Παύλος κατέβηκε στην Αντιόχεια ύστερα από την ίδρυση των εκκλησιών της Μακεδονίας, πήρε μαζί του τον Βαρνάβα και, συνοδευόμενοι από τον Τίτο, ανέβηκαν στην Ιερουσαλήμ. Υστερα από τη σύνοδο ο Παύλος ξαναγύρισε στην Αντιόχεια και, μετά το επεισόδιο με τον Πέτρο, έφυγε για να εγκατασταθεί στην Εφεσο ώσπου διέκοψε την εκεί παραμονή του για να επιστρέψει στην Κόρινθο όπου η παρουσία του ήταν απαραίτητη.
Ιδρυσε ο Παύλος εκκλησίες στην Ιλλυρία;
Ορισμένοι υποστηρίζουν πως ναι, καθώς στην επιστολή Προς Ρωμαίους αναφέρει ότι κήρυξε το Ευαγγέλιο από την Ιερουσαλήμ ως την Ιλλυρία. Το πρόβλημα είναι αν τα δύο αυτά όρια περιλαμβάνονται ή δεν περιλαμβάνονται στο πεδίο δράσης του. Ο περιορισμός όμως που προσθέτει σχετικά με την αποστολική του δράση (ότι κηρύσσει μόνο εκεί όπου ο Χριστός δεν είναι γνωστός) αποκλείει την Ιερουσαλήμ, εφόσον εκεί η εκκλησία προϋπήρχε. Αρα και η Ιλλυρία (σημερινή Αλβανία) θα πρέπει να αποκλειστεί από το πεδίο δράσης του.
Ποια ήταν τα τελευταία ιεραποστολικά του σχέδια;
Στο τέλος της επιστολής Προς Ρωμαίους ο Παύλος αναφέρει στους παραλήπτες ότι επιθυμεί να τους επισκεφθεί πηγαίνοντας στην Ισπανία και ότι θα ήθελε τη βοήθειά τους για να πραγματοποιήσει το ταξίδι αυτό στην Ιβηρική. Είναι πάρα πολύ πιθανό η Ισπανία, ένας τόπος όπου ο Χριστός δεν ήταν ήδη γνωστός, να ήταν ο επόμενος προορισμός του και να ήθελε να πάει εκεί ως απεσταλμένος της ισχυρής εκκλησίας της Ρώμης, όπως μέχρι πρότινος ταξίδευε ως απεσταλμένος της εκκλησίας της Αντιόχειας. Δυστυχώς όμως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως θα ήθελε. Πήγε μεν στη Ρώμη, αλλά ως κατηγορούμενος, ελπίζοντας ότι ο Αυτοκράτορας θα τον απήλασσε από τις κατηγορίες που του είχαν απευθύνει οι Εβραίοι της Ιερουσαλήμ. Ακόμη και αν δεχθούμε την εκδοχή ότι έφυγε όταν αφέθηκε ελεύθερος, η αποστολή αυτή δεν στέφθηκε με επιτυχία. Ο Κλήμης της Ρώμης πάντως αναφέρει σε επιστολή του 95 μ.Χ. ότι ο Παύλος έφθασε ως «τα όρια της Δύσης», τα οποία για έναν Ρωμαίο της εποχής δεν μπορεί να είναι άλλα από τα δυτικά σύνορα της Αυτοκρατορίας.
Η συνεισφορά του Παύλου έγινε αποδεκτή;
Ο Παύλος δεν έγραψε για αυτό το θέμα και ορισμένοι θεωρούν ύποπτη τη σιωπή του Λουκά. Πιστεύουν ότι η εκκλησία της Ιερουσαλήμ αρνήθηκε τη συνεισφορά των εκκλησιών του Παύλου και ότι ο ευαγγελιστής το αποσιωπά όπως συνηθίζει για κάθε περιστατικό που μαρτυρεί διχόνοια ή έστω ασυμφωνία μεταξύ των εκκλησιών. Πολλοί πάντως θεωρούν υπερβολική αυτή την ερμηνεία καθώς ο Λουκάς αναφέρεται εμμέσως στη συνεισφορά, βάζοντας τον Παύλο να μιλάει γι’ αυτήν. Το σημαντικότερο επιχείρημα είναι όμως ότι, μέσα στο τεταμένο ιστορικό πλαίσιο της εποχής, οι χριστιανοί της Ιερουσαλήμ, από πολλές απόψεις, είχαν τόσο μεγάλη ανάγκη από αυτή τη συνεισφορά που δεν ήταν σε θέση να την αρνηθούν.
Τι ξέρουμε για το μαρτύριό του;
Ο Λουκάς κλείνει τις πράξεις με τη σύλληψη του Παύλου στην Ιερουσαλήμ, τη δίκη του ενώπιον των επαρχιακών αρχών, το ταραγμένο ταξίδι του και την άφιξή του στη Ρώμη. Οι σχολιαστές που δέχονται ως αυθεντική την Προς Τίτον Β’ υποστηρίζουν ότι απελευθερώθηκε και πραγματοποίησε την αποστολή στην Ιβηρική, καθώς και μια ακόμη στις ανατολικές επαρχίες και το Αιγαίο και στη συνέχεια συνελήφθη και μαρτύρησε. Ωστόσο τα περισσότερα από τα παραπάνω δεν μπορούν να στηριχθούν και είναι προτιμότερο να δηλώνει κανείς άγνοια. Το μαρτύριο του Παύλου μάς είναι γνωστό μόνο από την εκκλησιαστική παράδοση, η οποία όμως είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί καθώς δοξασίες και κείμενα συγκλίνουν. Ο ιστορικός Ευσέβιος από την Καισαρεία αναφέρει τη μαρτυρία του χριστιανού ρωμαίου συγγραφέα Τερτυλλιανού, ο οποίος την τοποθετεί στο πλαίσιο του διωγμού του Νέρωνα.«Λέγεται» γράφει ο Ευσέβιος «ότι επί της βασιλείας του έκοψαν το κεφάλι του Παύλου στη Ρώμη και ότι παρομοίως ο Πέτρος σταυρώθηκε εκεί και η αφήγηση αυτή επιβεβαιώνεται από το όνομα του Πέτρου και Παύλου που ως σήμερα δίνεται στα νεκροταφεία αυτής της πόλης». Πιστεύεται ότι η ιστορία έχει ως εξής: μετά την πυρκαγιά της Ρώμης (Ιούλιος του 64 μ.Χ.), σύμφωνα με τον Τάκιτο η ευθύνη επιρίφθηκε στους χριστιανούς για να απαλλαγεί ο Νέρων (άνοιξη του 64). Στη συνέχεια εκτυλίχθηκαν οι φρικιαστικές σκηνές που περιγράφονται στα Χρονικά ΧΙ. Είναι πολύ πιθανό ότι ο Πέτρος σταυρώθηκε τότε. Αντιθέτως ο αποκεφαλισμός του Παύλου προϋποθέτει μια κανονική δίκη, η οποία πρέπει να έγινε αργότερα αλλά πάντως πριν από την αυτοκτονία του Νέρωνα (Ιούνιος του 68), ίσως το 67 μ.Χ.
6 π.Χ.
Γέννηση του Παύλου στη Γαλιλαία.
Πρώτα χρόνια του 1ου μ.Χ. αιώνα
Οι γονείς του απελαύνονται στην Ταρσό της Κιλικίας.
Γύρω στο 15 μ.Χ.
Ο Παύλος σπουδάζει στην Ιερουσαλήμ.
33 μ.Χ.
Μεταστροφή του Παύλου καθ’ οδόν προς τη Δαμασκό.
34 μ.Χ.
Παραμονή στους Ναβαταίους Αραβες.
37 μ.Χ.
Επιστρέφει στη Δαμασκό αλλά ξαναφεύγει για να ξεφύγει από τον εθνάρχη του βασιλιά Αρέτα (39 μ.Χ.).
37 μ.Χ.
Πρώτη επίσκεψη στην Ιερουσαλήμ.
Επιστρέφει στη Συρία και στην Κιλικία (Ταρσό), επανέρχεται στην Αντιόχεια και διδάσκει τους νέους χριστιανούς.
41 μ.Χ.
Διάταγμα του Κλαύδιου εναντίον ορισμένων Εβραίων της Ρώμης.
Ταραχές εξ αιτίας του «Χριστός».
Πρώτη αποστολική περιοδεία με τον Ιωάννη-Μάρκο και αρχηγό τον Βαρνάβα (Κύπρος, Αντιόχεια).
Χειμώνας 45-46 μ.Χ. στην Αντιόχεια
Δεύτερη αποστολική περιοδεία με τον Σίλα χωρίς τον Βαρνάβα. Ο Παύλος είναι αρχηγός και φθάνει ξανά στο κέντρο της Ανατολίας.
Καλοκαίρι του 46 μ.Χ.
Πορεία προς τη Βόρειο Γαλατία και, στη συνέχεια, διδασκαλία στη Μακεδονία: ίδρυση της εκκλησίας των Φιλίππων, της Θεσσαλονίκης, της Βέροιας, της Αθήνας.
Παραμονή και δράση στην Κόρινθο (18 μήνες;).
Ο Παύλος φθάνει στην Καισαρεία, κατεβαίνει στην Αντιόχεια.
49-50 μ.Χ.
Αποστολική σύνοδος των Ιεροσολύμων με τον Βαρνάβα και τον Τίτο («μετά 14 έτη», Προς Γαλάτας 2,1).
Ο Παύλος στην Αντιόχεια.
Επεισόδιο με τον Πέτρο.
50 μ.Χ.
Ο Παύλος εγκαθίσταται στην Εφεσο η οποία γίνεται το κέντρο της αποστολικής ακτινοβολίας του.
51-52 μ.Χ.
Ανθυπατεία του Γαλλίωνα στην Κόρινθο.
Ο Παύλος προσάγεται ενώπιόν του κατά τη διάρκεια μιας από τις επισκέψεις του στην πόλη αυτή.



