ΜΕ «μάχες εκ του συστάδην» θα εξαντληθεί ως το τέλος του έτους ο πόλεμος κατά του πληθωρισμού. Το διυπουργικό όργανο που συνεστήθη υπό την προεδρία του υφυπουργού Ανάπτυξης κ. Μ. Χρυσοχοΐδη, ως «ομάδα κρούσης» έχει πλέον όλη την αρμοδιότητα των ελέγχων των τιμών. Πάντως η σύσκεψη της Πέμπτης ­ στην οποία συμμετείχαν οι υπουργοί Εθνικής Οικονομίας κ. Ι. Παπαντωνίου, Ανάπτυξης κυρία Βάσω Παπανδρέου, ο υφυπουργός Ανάπτυξης κ. Χρυσοχοΐδης, ο σύμβουλος του Πρωθυπουργού κ. Τ. Γιαννίτσης, ο πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων κ. Ι. Στουρνάρας και ο γενικός γραμματέας της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας κ. Γ. Καραβίτης ­ απεφάσισε ότι δεν πρόκειται να γίνει καμία αύξηση σε τιμολόγια αν δεν δώσει το «πράσινο φως» αυτή η διυπουργική επιτροπή.


Ακόμη μία όμως εξίσου σημαντική απόφαση έλαβε το κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο: στο τελευταίο τετράμηνο του χρόνου δεν πρόκειται να μειωθεί κανένας έμμεσος φόρος, διότι το έλλειμμα του προϋπολογισμού δεν επιτρέπει αυτή την «πολυτέλεια».


Τη συζήτηση άνοιξε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας ο οποίος αναφέρθηκε γενικότερα στο πρόβλημα του πληθωρισμού και στις δομικές αιτίες του, λέγοντας συγκεκριμένα αναφερόμενος στα οπωροκηπευτικά ότι «δεν μπορεί να γίνει και τίποτα περισσότερο· ο Μιχάλης κάνει ό,τι μπορεί».


Τον λόγο έλαβε στη συνέχεια η υπουργός Ανάπτυξης, η οποία συμφώνησε και ακολούθως ο υφυπουργός Εμπορίου πρότεινε τη διαμόρφωση μιας ενιαίας κυβερνητικής στρατηγικής, η οποία τελικώς και έγινε αποδεκτή.


Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι παρεμπιπτόντως ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας ανέφερε μεταξύ άλλων ­ περισσότερο ως ένδειξη προβληματισμού παρά ως ειλημμένη απόφαση ­ ότι στη διάρκεια του 1998 δεν πρόκειται να αυξηθούν ούτε οι έμμεσοι φόροι αλλά ούτε και τα τιμολόγια των δημοσίων υπηρεσιών και οργανισμών.


Ο υφυπουργός Ανάπτυξης, λοιπόν, επωμίστηκε την πολιτική ευθύνη να φέρει σε πέρας τον (αναθεωρημένο) κυβερνητικό στόχο για πληθωρισμό 5,5% στο τέλος του έτους. Ο γενικός γραμματέας της ΕΣΥΕ μετά την απαισιόδοξη πρόβλεψη του Αυγούστου (5,7%), που έγινε γνωστή στη διάρκεια των προηγούμενων ημερών, ήταν συγκρατημένα αισιόδοξος.


Είπε, συγκεκριμένα, ότι αν τα στοιχεία των τιμοληψιών της επαρχίας είναι τόσο καλά όσο και της Αττικής, τότε ο τιμάριθμος του Αυγούστου θα «τρέχει» με 5,55% περίπου, έναντι 5,4% του Ιουλίου. Το παράδοξο στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι αυτή η μάλλον θετική εξέλιξη οφείλεται κυρίως στα οπωροκηπευτικά!


Ποιοι είναι οι στόχοι και οι προβλέψεις του υπουργείου Ανάπτυξης στους επόμενους μήνες; Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες του «Βήματος», εντός των προσεχών ημερών κατατίθεται στη Βουλή η τροπολογία για τα δίδακτρα των ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και των Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης. Για τη σχολική χρονιά 1997 – 1998 ορίζονται αυξήσεις 4%, γεγονός που θα αποκλιμακώσει τον τιμάριθμο κατά δύο δέκατα της μονάδας. Βέβαια για την τήρηση αυτή της απόφασης απαιτούνται, σημειώνουν οι ίδιοι παράγοντες, αυστηροί έλεγχοι.


Στο υπουργείο αναμένουν νέα μείωση της τιμής του ελαιολάδου και εκτιμούν ότι θα έχουν όφελος κατά 0,05%. Οφελος επίσης θα υπάρξει και από τη μείωση των τιμών των οπωροκηπευτικών κατά 0,1%. Από την άλλη πλευρά θα υπάρξει επιβάρυνση του πληθωρισμού κατά 0,15% από την επαναφορά των τιμών στα προ των εκπτώσεων επίπεδα. Στόχος του υπουργείου είναι ο τιμάριθμος του Σεπτεμβρίου να κινηθεί στα επίπεδα του 5,3% – 5,4%.


Παράλληλα εντός του Σεπτεμβρίου πρόκειται να έχουν ολοκληρωθεί, από τις αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου, οι έρευνες σε κρίσιμους, για τον τιμάριθμο, κλάδους της βιομηχανίας και των υπηρεσιών, έτσι ώστε τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο να γίνει δυνατή η σύναψη «συμφωνιών κυρίων» για την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού ως το τέλος του έτους.


Οι κλάδοι των υπηρεσιών που βρίσκονται στο «στόχαστρο» του υπουργείου Ανάπτυξης είναι των υδραυλικών, ηλεκτρολόγων, συντηρητών, κομμωτών, νομικών, ιατρικών εργαστηρίων και τελετών. Ο Οκτώβριος εκτιμάται ότι είναι ένας μάλλον ήρεμος μήνας, εν αντιθέσει με τον Νοέμβριο που αρχίζει η τιμοληψία του πετρελαίου θέρμανσης και εμπλέκονται οι λεγόμενοι «αστάθμητοι παράγοντες» (πετρέλαιο – δολάριο), όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στη σύσκεψη της Πέμπτης, οπότε ισχύει μάλλον το «βλέποντας και κάνοντας».


Ο πίνακας που δημοσιεύεται παραπλεύρως δείχνει την εξέλιξη των επιμέρους δεικτών των ομάδων προϊόντων και υπηρεσιών που απαρτίζουν τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή. Για να εξαχθούν όμως ασφαλή συμπεράσματα για την επίδραση του δείκτη τής κάθε ομάδας είναι σκόπιμο να αναφερθεί ότι: η ομάδα «διατροφή και μη οινοπνευματώδη ποτά» συμμετέχει στο «καλάθι» του τιμαρίθμου με συντελεστή στάθμισης περίπου 21% και η επιβάρυνσή της είναι 20%, η ομάδα «οινοπνευματώδη ποτά και καπνός» συμμετέχει στο «καλάθι» με συντελεστή στάθμισης 3,5% και η επιβάρυνσή της είναι 6%, η ομάδα «ένδυση και υπόδηση» συμμετέχει με 11% και η επιβάρυνσή της είναι 11%, η ομάδα «στέγαση» συμμετέχει με 13,5% και η επιβάρυνσή της είναι 0,7%, η ομάδα «διαρκή αγαθά – είδη νοικοκυριού και υπηρεσίες» συμμετέχει με περίπου 8,31% και η επιβάρυνσή της είναι 10%, η ομάδα «υγεία» συμμετέχει με 5,7% και η επιβάρυνσή της είναι 4,25%, η ομάδα «μεταφορές» συμμετέχει με 13,5% και η επιβάρυνσή της είναι 12%, η ομάδα «επικοινωνίες» συμμετέχει με 1,8% και η επιβάρυνση της είναι 1,8%, η ομάδα «αναψυχή – πολιτιστικές δραστηριότητες» συμμετέχει με περίπου 5% και η επιβάρυνσή της είναι 6,6%, η ομάδα «εκπαίδευση» συμμετέχει με 2,7% και η επιβάρυνσή της είναι 5%, η ομάδα «ξενοδοχεία – καφέ – εστιατόρια» συμμετέχει με 8,2% και η επιβάρυνσή της είναι 12% και η ομάδα «διάφορα αγαθά και υπηρεσίες» συμμετέχει με 5,6% και η επιβάρυνσή της είναι 10%. Ο ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΤΑΙ


ΟΤΑΝ μιλούμε για δημόσιες επιχειρήσεις εννοούμε ένα μεγάλο τομέα με έντονη οικονομική δραστηριότητα. Το 1996 το οικονομικό αποτέλεσμα 48 δημόσιων επιχειρήσεων ανήλθε σε 268,7 δισ. δρχ., ενώ σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό εφέτος επρόκειτο να είναι 363,9 δισ. ή άλλως 1,11% του ΑΕΠ. Οι συνολικές επενδύσεις των ΔΕΚΟ έχουν εφέτος προϋπολογισθεί 1.299,3 δισ. δρχ. κυρίως στους τομείς των τηλεπικοινωνιών, της ενέργειας και των μεταφορών, παρουσιάζοντας έτσι μια αύξηση 18,8%. Η κυβέρνηση ελπίζει πάντως ότι παρά την προσδοκώμενη τεράστια αύξηση των επενδύσεων ο καθαρός δημοσιονομικός δανεισμός θα παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα: να μην ξεπεράσει το 0,23% του ΑΕΠ, λένε.