Οταν πρόπερσι στο «Ενοχο αίμα» ο Κλιντ Ιστγουντ υποδύθηκε για τελευταία φορά αστυνομικό μπροστά σε κινηματογραφικό φακό, ο ήρωάς του, ούτε λίγο ούτε πολύ, ήταν συνταξιούχος και καρδιοπαθής. Παρά τις αδυναμίες της, η ταινία υπήρξε μια αξιοπρεπής στιγμή του ηθοποιού γιατί τον παρουσίαζε συμβιβασμένο με τα 70 έτη του. Μάλιστα ο Ιστγουντ, κατά μία έννοια, απομυθοποιούσε τον ίδιο τον εαυτό του καθώς ο διασημότερος ήρωας της φιλμογραφίας του δεν είναι άλλος από τον αδέκαστο, αδιάφθορο και ακούραστο επιθεωρητή «Dirty» Χάρι Κάλαχαν.
Στην τελευταία ταινία του «Οι μπάτσοι του Χόλιγουντ» («Hollywood homicide») ο Χάρισον Φορντ, ο οποίος στις 13 του περασμένου Ιουλίου γιόρτασε τα 61α γενέθλιά του, υποδύεται επίσης έναν αστυνομικό. Σε αντίθεση όμως με τον Ιστγουντ ή άλλους προχωρημένης ηλικίας ηθοποιούς που τα έχουν βρει με την ηλικία τους – π.χ., τον Τζακ Νίκολσον -, ο Φορντ, σύμφωνα με το φτωχότατο σενάριο που καλείται να υπηρετήσει, κάνει ό,τι μπορεί για να γελοιοποιήσει όχι μόνο τον ήρωα που ενσαρκώνει αλλά και τον εαυτό του. Και τα καταφέρνει θαυμάσια γιατί προσπαθεί αγχωμένα να αποδείξει ότι πίσω από το «σταφιδιασμένο» παρουσιαστικό του παππού στην πραγματικότητα ο Χάρισον Φορντ είναι ο Βιν Ντίζελ!
Το μεγαλύτερο όνομα
Κάτω από μια χάρτινη «ομπρέλα κωμωδίας» «Οι μπάτσοι του Χόλιγουντ» καταλήγουν κοινότοπη αστυνομική φάρσα. Για την ακρίβεια, το μοναδικό σεναριακό εύρημα της ταινίας, η διπλή επαγγελματική ιδιότητα ενός μεσηλίκου της εποχής μας, ενός αστυνομικού ο οποίος για να αυξήσει το πενιχρό εισόδημά του είναι αναγκασμένος να διατηρεί μια δεύτερη δουλειά (μεσίτης), μένει παντελώς ανεπεξέργαστο. Το ίδιο συμβαίνει και με τον νεαρό συνάδελφό του (Τζος Χαρτνέτ), ο οποίος διδάσκει… γιόγκα.
Αν κάτι θυμάσαι όταν πέφτουν οι τίτλοι του τέλους είναι ότι το κινητό τηλέφωνο του Φορντ χτυπούσε ανελλιπώς για… μεσιτικές υποθέσεις την ώρα που το όπλο του ήταν προτεταμένο λόγω των απαιτήσεων της «κανονικής» δουλειάς του στους κακόφημους δρόμους του νυχτερινού Λος Αντζελες. Γελάσατε; Εμείς διόλου. Παγώσαμε. Κυρίως από την ολοφάνερη αμηχανία του Φορντ να χειριστεί έναν ήρωα που ολοφάνερα δεν του ταίριαζε.
Ερευνα που πραγματοποιήθηκε πριν από μερικά χρόνια στις ΗΠΑ απέδειξε ότι ο Χάρισον Φορντ είναι ο εμπορικότερος ηθοποιός στην ιστορία του κινηματογράφου. Μόνο στην Αμερική οι ταινίες τού πάλαι ποτέ Χαν Σόλο (της τριλογίας «Ο Πόλεμος των Αστρων») και Ιντιάνα Τζόουνς έχουν αποφέρει κέρδη που συνολικώς υπερβαίνουν τα 3 δισ. δολάρια. Σε παγκόσμιο δε επίπεδο τα συνολικά κέρδη των ταινιών του ξεπερνούν τα 5 δισ. δολάρια! Σίγουρα λοιπόν ο Χάρισον Φορντ δεν έχει πλέον την ανάγκη να αποδείξει κάτι. Και ίσως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο τα τελευταία χρόνια δεν δείχνει ιδιαίτερο ζήλο σε ό,τι αφορά τις επιλογές του. Δεν πρέπει να μας προκαλεί απορία το γεγονός ότι «Οι μπάτσοι του Χόλιγουντ» μέσα σε έναν μήνα από την πρεμιέρα τους στην Αμερική, τον περασμένο Ιούνιο, δεν είχαν κατορθώσει να πλησιάσουν ούτε τα μισά από τα έξοδα παραγωγής, που έφθασαν τα 75 εκατ. δολάρια.
Ο «Φυγάς» που δεν ξέφυγε
Το αμερικανικό κοινό έχει αρχίσει να στρέφει την πλάτη του προς τον δυναμικότερο «μέσο Αμερικανό» της δεκαετίας του 1980, ο οποίος τελικά έχασε αυτό που τον έκανε τόσο ξεχωριστό: την πειθώ του. Οι «Μπάτσοι», των οποίων ο εμπορικός κύκλος έχει κλείσει στις αίθουσες των ΗΠΑ, θεωρούνται ήδη αποτυχημένη ταινία. Και δεν είναι η πρώτη μέσα στα τελευταία δέκα χρόνια που αποδεικνύει ότι ακόμη και ένας Χάρισον Φορντ μπορεί να χάσει το παιχνίδι.
Περιέργως η σταδιακή πτώση του Χάρισον Φορντ άρχισε λίγο μετά τη χρονιά του «Φυγάδα», το 1993, όπου χωρίς αμφιβολία βρέθηκε στην καλύτερη στιγμή του. Από τότε ελάχιστες ταινίες έγιναν (στην Αμερική) τα blockbusters που δικαιολογούσαν τον παχυλό μισθό του σταρ (ανά ταινία κυμαίνεται από 20 ως 25 εκατ. δολάρια!). Ανάμεσά τους το «Air Force One» (1997), όπου ο Φορντ ενσαρκώνει έναν φανταστικό πρόεδρο των ΗΠΑ με δυνάμεις… Superman, και ο «Αμεσος κίνδυνος», η δεύτερη περιπέτειά του ως Τζακ Ράιαν (πολιτικός αναλυτής – κρυφός… Τζέιμς Μποντ), που ποιοτικώς δεν ήταν παρά ένας μέτριος κλώνος της προηγούμενης ταινίας, των «Παιχνιδιών ολέθρου».
H απόπειρα του Χάρισον Φορντ να διαμορφώσει ένα πιο ανάλαφρο image από αυτό της «ηγετικής προσωπικότητας – συνηθισμένου άντρα» με το οποίο είχε καταξιωθεί έγινε άτσαλα. Στη «Σαμπρίνα», ένα πέρα για πέρα αχρείαστο ριμέικ της ομότιτλης ταινίας του Μπίλι Γουάιλντερ, ο Φορντ ήταν πληκτικός στον ρόλο που πρωτόπαιξε ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, ενώ στην εξωτική περιπέτεια «Εξι μέρες, έξι νύχτες» θύμιζε περισσότερο θείο παρά εραστή τής Ανν Χεκ. Ακόμη και όταν έπαιξε έναν αρνητικό ήρωα στην άλλη όχθη του ποταμού, τον δολοφόνο στο «Ενοχο μυστικό», έδινε την εντύπωση ότι το έκανε απλώς για να το κάνει, ενώ ας μην αναφερθούμε καλύτερα στην περυσινή πανωλεθρία του «Υποβρυχίου K19», όπου ο Φορντ, ο απόλυτος all-american παλικαράς, είχε τη φαεινή ιδέα να ενσαρκώσει έναν… ρώσο κυβερνήτη υποβρυχίου (ήταν το πιο ενοχλητικό στοιχείο της ταινίας).
Τα ίδια και τα ίδια
Μέσα στα τελευταία δέκα χρόνια ο ηθοποιός επέστρεφε συχνά σε κάτι που ήξερε καλά υποδυόμενος τον έμπειρο και κάπως «κουρασμένο» αστυνομικό που χρειάζεται «κάτι» για να ξυπνήσει. Το μόνο όμως που διέφερε από τη μία ταινία στην άλλη ήταν οι σκοτούρες στο κεφάλι του ήρωα. Στον «Τρομοκράτη» του Αλαν Πάκιουλα ο Φορντ είναι ο αστυνομικός που έρχεται σε σύγκρουση με τον IRA (o Μπραντ Πιτ ενσαρκώνει τον ρόλο του τίτλου), ενώ στα «Παιχνίδια της τύχης» του Σίντνεϊ Πόλακ είναι και πάλι ένας αστυνομικός, τούτη τη φορά ερωτευμένος με μια πολιτικό (Κριστίν Σκοτ Τόμας) της οποίας ο σύζυγος όχι μόνο ήταν ο εραστής της γυναίκας του πρώτου αλλά σκοτώθηκε μαζί της σε αεροπορικό δυστύχημα. Ειδικά αυτή η ταινία σεναριακώς δεν έχει λόγο ύπαρξης. Ολα δείχνουν ότι «Οι μπάτσοι του Χόλιγουντ» θα είναι το τελικό χτύπημα στην… αστυνομική καριέρα του Χάρισον Φορντ. E, καιρός ήταν.
Τώρα το αν ο Στίβεν Σπίλμπεργκ θα σταθεί ικανός να σώσει την καριέρα του Φορντ με έναν τέταρτο Ιντιάνα Τζόουνς, ταινία που βρίσκεται στο στάδιο της προπαρασκευής, αυτό θα το γνωρίζουμε στο μέλλον.



