Με τις «Ευτυχισμένες μέρες» του Σάμιουελ Μπέκετ πραγματοποιείται η επιθυμία της Αννας Κοκκίνου να συνεργαστεί με τη Χλόη Ομπολένσκι, την ελληνίδα διεθνή σκηνογράφο που έχει διαπρέψει στο πλάι του Πίτερ Μπρουκ. H πρώτη σκέψη της ηθοποιού και σκηνοθέτιδος ήταν να δουλέψουν μαζί στον «Καραγκιόζη». Ο χρόνος όμως δεν επέτρεψε τη συνεργασία. Αντίθετα, το έργο του Μπέκετ, γνώριμο στην Ομπολένσκι, και η στιγμή που η Αννα Κοκκίνου επέλεξε να το ανεβάσει οδήγησαν στην ευτυχή κατάληξη. Ανάμεσα στα πολλά της ταξίδια έστησε την παράσταση που ανεβαίνει αυτές τις μέρες στο θέατρο Σφενδόνη, με την ηθοποιό να ερμηνεύει τη Γουίνι, παγιδευμένη μέσα στον λόφο της.
«Είναι ένα έργο το οποίο έχω ξαναδουλέψει» λέει η Χλόη Ομπολέσνκι. «Τελειώνοντάς το (σ.σ.: το 1997 – παρουσιάστηκε και στη Θεσσαλονίκη – Πολιτιστική Πρωτεύουσα) σκεφτόμουν ότι θα ήθελα να μου δοθεί η ευκαιρία να το ξανακάνω. Οσο ευτυχής κι αν είναι η πρώτη φορά, το βέβαιο είναι ότι σου ανοίγονται πολλά παράθυρα. Κι ενώ ο ηθοποιός έχει την ευχέρεια, με την επανάληψη των παραστάσεων, να το ξαναδουλέψει, ο σκηνογράφος δεν έχει αυτή τη δυνατότητα. Διότι η δουλειά του έχει τελειώσει, πρέπει να έχει τελειώσει. Ιδανικό θα ήταν να μπορούσε να χτίζει και να γκρεμίζει συνέχεια. Οπότε οι επόμενες ευκαιρίες σού επιτρέπουν να προχωρήσεις. Και αυτό είναι πολύ δελεαστικό». Βέβαια παραδέχεται ότι η επιθυμία να επιστρέψεις σε ένα έργο δεν συμβαίνει πάντα. «Υπάρχουν έργα στα οποία πας αυθόρμητα και άλλα που τα ανακαλύπτεις». Αυτή την εποχή δουλεύει πάνω στο «Ονειρόδραμα» του Στρίντμπεργκ που της προκάλεσε, στην αρχή τουλάχιστον, πολλά ερωτήματα.
H πρόταση της Αννας Κοκκίνου τη βρήκε αμέσως σύμφωνη για τις «Ευτυχισμένες μέρες»: «Αισθάνθηκα ότι ο ρόλος της Γουίνι της ταίριαζε. Και έτσι είπα ότι σ’ αυτή τη δουλειά θα ήθελα να συμβάλω». Πιστεύει ότι το σκηνικό αποτελεί μέρος του συνόλου μιας παράστασης και επισημαίνει ότι δεν την ενδιαφέρει η προβολή της δικής της δουλειάς, ερήμην του «όλου». Μαζί με την ηθοποιό (που συν-σκηνοθετεί το έργο με τη Μίρκα Γεμεντζάκη) δούλεψαν και συζήτησαν πολύ. «Στη σκηνογραφία δεν αρχίζεις από μια εικόνα αλλά από ένα συναίσθημα. Το θέμα είναι πώς θα το διαχειρισθείς. Και μόνο όταν τελειώσεις μια δουλειά καταλαβαίνεις γιατί έκανες τη μία και όχι την άλλη επιλογή». H Αννα Κοκκίνου άλλωστε συμφωνεί ότι ο ηθοποιός επηρεάζεται από το σκηνικό. Πόσο μάλλον στην περίπτωση του συγκεκριμένου έργου του Μπέκετ, όπου το σκηνικό καθορίζει την ίδια τη δομή. «Ομολογώ» λέει η ηθοποιός «ότι ο λόφος που αποτελεί το σκηνικό στις “Ευτυχισμένες μέρες” πάντα προβληματίζει. Το πρώτο που σκέφτεσαι είναι αν υπάρχει άλλος τρόπος να γίνει αυτός ο συγκεκριμένος λόφος. Πέρασαν πολλά από το μυαλό μου, για να καταλήξω ότι τελικά δεν μπορεί να γίνει τίποτε άλλο εκτός από αυτό που ζητά ο Μπέκετ».
«Πράγματι» προσθέτει η σκηνογράφος. «Και εγώ πέρασα από την ίδια εμπειρία. Τελικά, αν θέλεις να βγει η ουσία από το νόημα του Μπέκετ, δεν μπορείς παρά να τον ακολουθήσεις». Και οι δύο συμφωνούν ότι στη δική του αφαίρεση οποιαδήποτε άλλη αφαίρεση ή πρόσθεση θα ήταν πλεονασμός.
Για να επιτύχει μια συνεργασία, λένε οι δύο κυρίες, πρέπει να κινούνται στην ίδια κατεύθυνση, να προχωρούν μαζί. Καμιά τους δεν πιστεύει ότι η σκηνογραφία μπορεί να λειτουργήσει εκτός σκηνοθεσίας. Στις «Ευτυχισμένες μέρες» πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη τους και τις αυστηρές οδηγίες του ιρλανδού νομπελίστα συγγραφέα. «Μα δεν με δεσμεύουν» σχολιάζει η Αννα Κοκκίνου. «Δεν αντιστρατεύονται κάτι που εγώ σκέφτομαι ή βλέπω. Καταλαβαίνω ότι ακολουθώντας τις οδηγίες αναδεικνύεται το νόημα, ο ρυθμός. Οπότε σαφώς και θες να τις ακολουθήσεις. Και θέλει ψάξιμο… Στον Μπέκετ γίνεσαι όργανο. Σου ζητά να είσαι ένα “τίποτα”, να γίνεις ανάλαφρος. Και αυτό είναι το ωραίο». Και η Χλόη Ομπολένσκι προσθέτει: «Το έργο δεν είναι απαισιόδοξο. Εχει μια σκληράδα. Μας λέει ότι τελικά υπάρχει ο θάνατος. Αλλά δεν μας λέει ότι μετά τον θάνατο υπάρχει ο Παράδεισος».
Γραμμένο το 1961, το έργο του Μπέκετ πρωτοπαίχθηκε την ίδια χρονιά στη Νέα Υόρκη, σε σκηνοθεσία Αλαν Σνάιντερ, με τη Ρουθ Γουάιτ στον ρόλο της Γουίνι. Στην Ελλάδα την ηρωίδα του Μπέκετ ερμήνευσε το 1966 και το 1973 η Χριστίνα Τσίγκου. Ακολούθησαν η Βάσω Μανωλίδου, η Ρούλα Πατεράκη, η Δέσπω Διαμαντίδου και η Αντιγόνη Βαλάκου.
Το έργο του Σάμιουελ Μπέκετ «Ευτυχισμένες μέρες» ανεβαίνει στη μετάφραση της Χριστίνας Τσίγκα. Σκηνοθεσία Μίρκα Γεμεντζάκη και Αννα Κοκκίνου, σκηνικά-κοστούμια Χλόη Ομπολένσκι, φωτισμοί Ανδρέας Σινάνος. Παίζουν: Αννα Κοκκίνου και Στέλιος Ιακωβίδης. Στο θέατρο Σφενδόνη (Μακρή 4, Μακρυγιάννη).



