Μπορεί η «πολιτική ορθότητα» να φαίνεται πολλές φορές στην Ευρώπη ως μια καταπληκτική καρικατούρα, αλλά για τους Αμερικανούς φαίνεται ότι έχει γίνει δευτέρα φύση. Δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς τον τρόπο με τον οποίο σοβαροί ­ κατά τα φαινόμενα ­ κριτικοί και σχολιαστές υποβάλλουν την ολοκαίνουργη πλήρη αγγλική έκδοση των μύθων του Αισώπου, σε μετάφραση της Ολίβια και του Ρόμπερτ Τεμπλ (Penguin), στους όρους της political correctness. Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο καημένος ο Αίσωπος είναι για τους σημερινούς Αμερικανούς πολύ βίαιος, πολύ ρατσιστής και ύποπτος σεξουαλικά. Αυτό δεν είναι πολιτική ορθότης. Είναι μάλλον η κρυφή γοητεία της βικτωριανής ηθικής.



Οι αυτοβιογραφικές «Εξομολογήσεις» του Ζαν Ζακ Ρουσσώ, που παρουσιάζονται σε αυτό το φύλλο, με οδήγησαν σχεδόν συνειρμικά στη βιογραφία ενός ανθρώπου που φαινομενικά δεν έχει καμία σχέση με τον Ρουσσώ: είναι ο σκηνοθέτης Φριτς Λανγκ. «Η προσωπική μου ζωή δεν έχει καμία σχέση με τις ταινίες μου» έλεγε ο Φριτς Λανγκ. Η ρήση του μας θυμίζει ανάλογες ρήσεις του Ρουσσώ: γράφω για τον κόσμο χρησιμοποιώντας ως… πειραματόζωο την ίδια τη ζωή μου. Είναι δυνατόν να παρακολουθείς τις ταινίες του Φριτς Λανγκ και να μη βλέπεις τον δημιουργό τους μέσα σε αυτές; Αυτό φαίνεται ότι σκέφτηκε και ο βιογράφος του Λανγκ Patrick McGilligan και στο βιβλίο του «Fritz Lang, The Nature of the Beast» (Η φύση του θηρίου), που κυκλοφόρησε πρόσφατα στην Αμερική και στην Αγγλία, επιχειρεί πολυάριθμους παραλληλισμούς ανάμεσα στη ζωή και στο έργο του σκηνοθέτη. Αλλά ο Μακ Γκίλιγκαν δεν μένει μόνο εκεί. Δικαιώνει τον υπότιτλο του βιβλίου του δείχνοντας πραγματικά τη φύση του θηρίου.


Ο Λανγκ ήταν οπωσδήποτε θηρίο, με τη μυθολογική έννοια, όπως ο γρύπας, ένα μυθικό πλάσμα που συνενώνει στοιχεία πολύ πιο αντιφατικά από οποιονδήποτε από εμάς τους κοινούς θνητούς. Ο Μακ Γκίλιγκαν, ύστερα από εξονυχιστική έρευνα και με μια δόση θαυμασμού (σε όλο σχεδόν το βιβλίο τον φαντάζεται κανείς να κουνάει το κεφάλι του μαγεμένος), απλώνει αυτά τα στοιχεία μπροστά μας: τον σχεδόν διαβολικό καλλιτέχνη, τον σαδιστή με τους ηθοποιούς του τελειομανή, τον ένθερμο οπαδό της αλήθειας, τον διαστρεβλωτή των γεγονότων, τον κομψό αμοραλιστή, τον ακούραστο ερωτύλο, τον ενοχλητικό οραματιστή που στρέφει το βλέμμα στα γιγαντιαία δεινά της εποχής του.


Αν έπρεπε να ξεχωρίσει κανείς έναν σκηνοθέτη που η ιδιοσυγκρασία και το στυλ του να αντιπροσωπεύουν καλύτερα αυτόν τον αιώνα, αυτός θα ήταν ο Φριτς Λανγκ. Γεννήθηκε στη Βιέννη το 1890, πήγε εκεί στο σχολείο και μεγάλωσε μέσα στην ατμόσφαιρα των βιεννέζικων καφενείων και ύστερα έφυγε για μερικά χρόνια περιπλάνησης ως ζωγράφος. Το 1914, όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, επέστρεψε στην πατρίδα του, κατετάγη τον επόμενο χρόνο στον αυστριακό στρατό, έγινε αξιωματικός, τραυματίστηκε δύο φορές και παρασημοφορήθηκε. Κάποια φορά που βρισκόταν στη Βιέννη με άδεια, του ζήτησαν ξαφνικά να συμμετάσχει σε ένα θεατρικό έργο. Η εμπειρία αυτή οδήγησε, μέσα από μια σειρά μερικών ακόμη τυχαίων γεγονότων, στη συγγραφή σεναρίων. Οταν τελείωσε ο Πόλεμος μετακόμισε στο Βερολίνο για να εργαστεί ως σεναριογράφος. Το 1919 άρχισε να σκηνοθετεί τα σενάριά του. Το 1920 γνώρισε την Τέα φον Χάρμπου, μια συγγραφέα που έγινε συνεργάτις του στη συγγραφή σεναρίων, ερωμένη του και τελικά δεύτερη σύζυγός του. Το 1921 καθιερώθηκε ως σημαντικός σκηνοθέτης με το «Der Mude Tod».


Το «Der Mude Tod» είναι ένα συμβολικό έργο για τον θάνατο που θα πρέπει να είχε προκαλέσει εξαιρετικά έντονα συναισθήματα σε έναν λαό που μόλις έβγαινε από έναν οδυνηρό πόλεμο και εξακολουθεί και σήμερα να προκαλεί ανάλογα. Δύο ταινίες του Λανγκ για τον αρχιεγκληματία Δρα Μαμπούζε δραματοποιούν, με εξπρεσιονιστική τεχνοτροπία, τη διαβολική θεωρία της ιστορίας. Οι «Ιππότες της ομίχλης» (1924) έγιναν για να τονώσουν το ηθικό των Γερμανών, σήμερα τονώνουν εμάς από αισθητική άποψη. Το «Μητρόπολις» (1927) παραμένει επίκαιρο και αξεπέραστο. Το «Ταξίδι στο φεγγάρι» (1929) περιέχει μερικές προφητείες για τα διαστημικά ταξίδια. Ο ίδιος ο Λανγκ θεωρούσε την καλύτερη ταινία του, τότε και αργότερα, το «Μ ο δολοφόνος» (1933). «Του είχε κολλήσει η ιδέα», γράφει ο Μακ Γκίλιγκαν, «ότι το “Μ ο δολοφόνος” ήταν το μοναδικό του αριστούργημα».


Το 1933 ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία και ο Λανγκ έφυγε για τη Γαλλία (η Τέα φον Χάρμπου προτίμησε να παραμείνει στη Γερμανία). Στη Γαλλία γύρισε το «Λίλιομ» με τον Σαρλ Μπουαγέ και στη συνέχεια πήγε στο Χόλιγουντ όπου και παρέμεινε ως τον θάνατό του. Η πρώτη αμερικανική ταινία του ήταν το «Νέμεσις» (1938). Οι τρεις τελευταίες ταινίες του ήταν μια περιπέτεια σε δύο μέρη που γυρίστηκε το 1959, εν μέρει στην Ινδία και, την επόμενη χρονιά, στη Γερμανία, μια επιστροφή στον αρχιεγκληματία Δρα Μαμπούζε. Το 1963 έπαιξε τον εαυτό του στην «Περιφρόνηση» του Ζαν – Λυκ Γκοντάρ και ύστερα επέστρεψε στην Καλιφόρνια. Πέθανε το 1976, σε ηλικία 85 ετών, στο Μπέβερλι Χιλς, χωρίς να έχει εγκαταλείψει τα μαρτίνι του και τα κολ γκερλς.


Σε πολλά από τα «γεγονότα» της ζωής του Λανγκ που παρουσίαζε ο ίδιος ο σκηνοθέτης, η έρευνα του Μακ Γκίλιγκαν θέτει ερωτηματικά. Είχε πράγματι ο Λανγκ πρώτη σύζυγο; Αν όχι, είχε πράγματι αναμειχθεί στον θάνατό της από πυροβολισμό αφού εκείνη τον είχε συλλάβει επ’ αυτοφώρω με τη φον Χάρμπου; Εφυγε πράγματι τρέχοντας από τη Γερμανία το 1933 όταν ο Γκέμπελς, εκ μέρους του Χίτλερ, του ζήτησε να γυρίσει ναζιστικές ταινίες ή καθυστέρησε μερικούς μήνες, προσπαθώντας να αποφασίσει; Παντρεύτηκε ποτέ τη Λίλι Λατέ, τη γυναίκα που έμεινε μαζί του για πολλά χρόνια, παρά τις σεξουαλικές ιδιοτροπίες του, ως το τέλος; (Η σχέση τους ήταν, ας πούμε, παράξενη. Εκείνος της είχε επιτρέψει για ένα διάστημα να έχει τον εραστή της στο σπίτι. Αλλες φορές ενθάρρυνε φίλους να κοιμούνται μαζί της). Ολα αυτά μου θυμίζουν πολύ τον Ρουσσώ και όσα έλεγε ο Βολταίρος γι’ αυτόν, ειδικά για το πώς μεταχειρίστηκε τη γυναίκα του, την Τερέζ Λεβασέρ.


Στον Λανγκ άρεσαν τα σκοτεινά σημεία και οι αντιφάσεις. Τα τραύματά του στον πόλεμο είχαν επηρεάσει κατά κάποιον ανεξήγητο τρόπο την όρασή του αλλά, όπως βλέπουμε στις ωραιότατες φωτογραφίες που συνοδεύουν το βιβλίο, όταν ήταν νέος φορούσε ένα μονόκλ στο αριστερό μάτι του και αργότερα ένα κάλυμμα στο δεξί. Προς την τελευταία δεκαετία της ζωής του ήταν σχεδόν τυφλός, ωστόσο ­ η κορυφαία αντίφαση ­ έγινε πρόεδρος της κριτικής επιτροπής του Φεστιβάλ των Καννών το 1964. Μετά βίας έβλεπε την οθόνη. Ενας φίλος που καθόταν δίπλα του του ψιθύριζε τι γινόταν.


Οσο και αν διαστρέβλωνε ή συσκότιζε διάφορα σημεία σχετικά με τον εαυτό του ­ για παράδειγμα, όταν τον βόλευε, το γεγονός ότι η μητέρα του ήταν Εβραία ­, όσο σκληρός και αν ήταν με τους ηθοποιούς, όσο και αν παρουσίαζε συχνά εκρήξεις εγωμανίας ή δόλου, ο Λανγκ είναι ασφαλής πίσω από ένα ισχυρό φρούριο: την ποιότητα των καλύτερων ταινιών του. Η άποψη των κριτικών των τελευταίων ημερών θεωρεί ότι οι αμερικανικές ταινίες του βρίσκονται στο επίπεδο των πρώτων έργων του. Τουλάχιστον όμως από μια άποψη η πρώτη περίοδος της καριέρας του είναι συγκριτικά ανώτερη. Στη Γερμανία ήταν μια επιφανής προσωπικότητα στην πολιτιστική ζωή της χώρας. Στο Χόλιγουντ δεν υπήρχε τέτοια θέση για κανέναν. Οταν ο κόσμος τον ρωτούσε αν του έλειπε η Γερμανία, η απάντησή του ήταν απλή: «Μου λείπει να με αποκαλούν “δάσκαλε” όταν περπατάω στον δρόμο». Αυτό δεν είναι απλή ματαιοδοξία. Είναι ένας υπαινιγμός για τη θέση που κατέχει ο κινηματογράφος στους δύο πολιτισμούς.


Και επειδή μιλάω για δημιουργούς, επιστρέφω και πάλι στον χώρο των συγγραφέων. Ο εκδοτικός οίκος «Θεμέλιο» εξασφάλισε τα δικαιώματα για όλα τα βιβλία του τούρκου, κουρδικής καταγωγής, συγγραφέα Γιασάρ Κεμάλ. Είναι μια καλή είδηση, γιατί, όπως έχω ξαναγράψει, οι έλληνες εκδότες δεν μας έχουν συνηθίσει σε τέτοιες… αποκλειστικότητες. Εξαιρέσεις υπάρχουν και αφορούν τον Ισμαήλ Κανταρέ, του οποίου όλα τα βιβλία εκδίδονται από τον 21ο αιώνα, και τον Ναγκίμπ Μαχφούζ, που εκδίδονται από τον Ψυχογιό. Μόνο μια τέτοια αποκλειστικότητα βοηθάει στην καλύτερη παρουσίαση ενός συγγραφέα στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό αλλά και στον έλεγχο της μεταφραστικής ποιότητας. Και ξέρουμε πόσο έχουν… κακοπάθει διάφοροι ξένοι συγγραφείς στην ελληνική γλώσσα.