Ενας από τους πιο διάσημους και δοξασμένους βρετανούς καλλιτέχνες και ο σημαντικότερος συνεχιστής της «ανθρωπιστικής παράδοσης» στη γλυπτική, ο Χένρι Μουρ γεννήθηκε το 1898 σε ένα μικρό χωριό ανθρακωρύχων, κοντά στο Λιντς της Βόρειας Αγγλίας. Μολονότι ο νεαρός Χένρι ήδη από την εφηβεία του ονειρευόταν τη γλυπτική, εκπαιδεύτηκε ως δάσκαλος, σύμφωνα με την επιθυμία του ανθρακωρύχου πατέρα του. Ο Α´ Παγκόσμιος Πόλεμος όμως διέκοψε τη σταδιοδρομία του ως δασκάλου. Ο Μουρ κατετάγη στον στρατό και το καλοκαίρι του 1917 τραυματίστηκε σοβαρά από αέρια. Μετά την επιστροφή του στην Αγγλία τού πήρε σχεδόν δύο χρόνια να αναρρώσει.
Το 1919, χρησιμοποιώντας το επίδομα που εδικαιούτο ως βετεράνος του πολέμου, ενεγράφη στη Σχολή Καλών Τεχνών του Λιντς, όπου σπούδασε για δύο χρόνια. Εκεί γνώρισε και τη συμφοιτήτριά του Μπάρμπαρα Χέπγουορθ, την έτερη σημαντική βρετανίδα γλύπτρια του 20ού αιώνα. Το 1921 ο Μουρ κέρδισε υποτροφία για να σπουδάσει γλυπτική στο Royal College of Art του Λονδίνου. Γοητευμένος από τα γλυπτά που έβλεπε στο Βρετανικό Μουσείο ο Μουρ άρχισε να αντιδρά στην ευρωπαϊκή γλυπτική παράδοση και να επηρεάζεται από την αιγυπτιακή, την ετρουσκική και την προκολομβιανή γλυπτική.
Το 1928 ο Χένρι Μουρ πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση στην γκαλερί Warren του Λονδίνου και το 1929 νυμφεύθηκε την Ιρίνα Ραντέτσκι, ζωγράφο ρωσοαυστριακής καταγωγής. Τέσσερα χρόνια αργότερα συνδέθηκε στενά με την καλλιτεχνική ομάδα «Unit One», της οποίας ηγούντο η Μπάρμπαρα Χέπγουορθ και ο σύζυγός της και ζωγράφος Μπεν Νίκολσον, με στόχο να εισαγάγουν το «αδιάφορο» βρετανικό κοινό στη μοντέρνα δυναμική της διεθνούς καλλιτεχνικής σκηνής.
Κατά τη διάρκεια του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου ο Μουρ βρήκε καταφύγιο σε ένα παλιό σπίτι στο Χάρτφορντσαϊρ, όπου και έζησε ως το τέλος της ζωής του. Η μεγάλη αποδοχή του έργου του ήταν αποτέλεσμα της παραγγελίας που του είχε κάνει η Εκκλησία του Αγίου Θωμά του Νορθχάμπτον. Ο Μουρ δημιούργησε το 1943 την «Παναγία και Θείο Βρέφος», η οποία όχι μόνο αναμετριόταν με την κολοσσιαία θρησκευτική παράδοση στη δυτική τέχνη αλλά επανέφερε και μια πιο «ρεαλιστική» θεώρηση, η οποία αποδείχθηκε πολύ ελκυστική για το μεγαλύτερο μέρος του κοινού. Αυτή η «ανθρωπιστική» προσέγγιση ήταν η βάση της διεθνούς φήμης που απέκτησε πολύ σύντομα ο βρετανός γλύπτης. Μολονότι από τη δεκαετία του 1960 και μετά ο Μουρ κλείστηκε ολοένα περισσότερο στον εαυτό του, συνέχισε να δέχεται παραγγελίες και να εργάζεται ακούραστα ως το τέλος της ζωής του.



