Με τις διατάξεις του άρθρου 30 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος ορίζεται η έννοια του ακαθαρίστου εισοδήματος από εμπορικές επιχειρήσεις καθώς και οι τρόποι προσδιορισμού του εισοδήματος αυτού.
Εννοια του ακαθαρίστου εισοδήματος: Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου, ακαθάριστο εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις είναι το σύνολο των ακαθαρίστων εσόδων από τις κάθε είδους εμπορικές συναλλαγές. Ειδικότερα, όπως έχει δεχθεί η διοίκηση, στα ακαθάριστα έσοδα ανήκουν το τίμημα των οριστικών πωλήσεων εμπορευμάτων ή πρώτων υλών, καθώς και το σύνολο των αμοιβών που πραγματοποιήθηκαν από την παροχή υπηρεσιών. Κατά τον προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων δεν ασκεί επίδραση ο τρόπος είσπραξης του εσόδου, αν δηλαδή αυτό εισπράχθηκε τοις μετρητοίς ή εισπράττεται με δόσεις, αρκεί το έσοδο να είναι οριστικό και εκκαθαρισμένο, δηλαδή να είναι αντικείμενο ασκητού δικαιώματος.
Προσδιορισμός του ακαθαρίστου εισοδήματος: Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 30 του ΚΦΕ, ο προσδιορισμός του ακαθαρίστου εισοδήματος από εμπορικές επιχειρήσεις γίνεται με τρεις τρόπους. Ετσι, ο προσδιορισμός του εισοδήματος αυτού γίνεται λογιστικά με βάση τα δεδομένα των βιβλίων της επιχείρησης, με βάση το κόστος των αγαθών αυξανόμενο με το μεικτό εμπορικό κέρδος, ενώ ο τρίτος τρόπος προσδιορισμού του εισοδήματος αυτού συνίσταται στην εφαρμογή εξωλογιστικής μεθόδου, δηλαδή με βάση πληροφορίες ή άλλα στοιχεία που συλλέγει ο προϊστάμενος της αρμόδιας ΔΟΥ.
α) Με βάση τα βιβλία και στοιχεία: Σύμφωνα με την περίπτωση α´ της παρ. 2 του άρθρου 30, στην περίπτωση επιχειρήσεων που τηρούν επαρκή και ακριβή βιβλία και στοιχεία της Β’ ή Γ’ κατηγορίας του ΚΒΣ, τα ακαθάριστα έσοδα προσδιορίζονται με βάση τα δεδομένα των βιβλίων αυτών.
Εξαιρετικά για επιχειρήσεις πρακτόρων κρατικών λαχείων, ως ακαθάριστα έσοδα λαμβάνονται για μεν τις λιανικές πωλήσεις λαχείων που διενεργούνται μέσω των καταστημάτων η προμήθεια που δικαιούνται, για δε τις χονδρικές πωλήσεις ποσοστό 1% επί της ονομαστικής αξίας των λαχείων για τη μεσολάβηση πώλησης αυτών.
β) Με βάση το κόστος αγαθών αυξανόμενο με το ποσοστό μεικτού κέρδους: Στην περίπτωση β’ της παρ. 2 του άρθρου 30 ορίζεται ότι για τις επιχειρήσεις που τηρούν επαρκή βιβλία Α’ κατηγορίας του ΚΒΣ τα ακαθάριστα έσοδα προσδιορίζονται με την προσθήκη του μεικτού εμπορικού ή βιομηχανικού κέρδους στο συνολικό κόστος των εμπορευσίμων αγαθών που αγοράστηκαν ή των ετοίμων προϊόντων που είχαν παραχθεί με πρώτες και βοηθητικές ύλες που αγοράστηκαν μέσα στη χρήση. Ο καθορισμός του κέρδους γίνεται με σύγκριση της πραγματικής τιμής απόκτησης των αγαθών που διέθεσε η επιχείρηση και της τιμής πώλησής τους. Αν όμως η επιχείρηση δεν έχει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ο συντελεστής του μεικτού κέρδους, λαμβάνεται υπόψη ο συντελεστής ομοειδών επιχειρήσεων.
Οταν όμως το μεικτό κέρδος καθορίζεται από το υπουργείο Εμπορίου (σήμερα υπουργείο Ανάπτυξης), λαμβάνεται υπόψη το ανώτατο όριο του καθοριζομένου από το υπουργείο συντελεστή μεικτού κέρδους, το οποίο αν είναι δραχμικό ανάγεται σε ποσοστιαίο.
Για την εξεύρεση των ακαθαρίστων εσόδων θεωρείται ότι πουλήθηκαν μέσα στη χρήση όλα τα αγαθά που έχουν αγοραστεί ή παραχθεί μέσα στη χρήση, ανεξάρτητα από τη χονδρική ή λιανική διάθεσή τους.
Για τις επιχειρήσεις που κάνουν έναρξη εργασιών μέσα στη χρήση, θεωρείται ότι από τα εμπορεύσιμα αγαθά που αγοράστηκαν πουλήθηκαν μέσα στον χρόνο τόσα δωδέκατα όσοι είναι οι μήνες λειτουργίας της επιχείρησης. Τμήμα του μήνα θεωρείται ολόκληρος μήνας. Το υπόλοιπο ποσό προστίθεται στις αγορές του αμέσως επόμενου έτους και λογίζεται ως αγορά του έτους αυτού.
Προσδιορισμός των ακαθαρίστων εσόδων λόγω αλλαγής της κατηγορίας των βιβλίων: Με ειδικές διατάξεις του άρθρου 30 του ΚΦΕ ορίζεται η κατά περίπτωση διαδικασία προσδιορισμού των ακαθαρίστων εσόδων στην περίπτωση που η επιχείρηση προβαίνει σε αλλαγή της κατηγορίας των βιβλίων που τηρεί.
1. Αλλαγή από την Α’ στη Β’ κατηγορία: Στην περίπτωση αυτή τα ακαθάριστα έσοδα της διαχειριστικής περιόδου κατά την οποία τηρήθηκαν για πρώτη φορά βιβλία Β’ κατηγορίας δεν είναι δυνατόν να υπερβούν τα ακαθάριστα έσοδα που προκύπτουν με βάση την αξία των εμπορευσίμων αγαθών που αγοράστηκαν ή των ετοίμων προϊόντων που παράχθηκαν μέσα στην περίοδο αυτή.
Οταν όμως τα ακαθάριστα έσοδα αυτής της περιόδου, που προκύπτουν με βάση τα δεδομένα των βιβλίων και στοιχείων, μειωμένα κατά τα ακαθάριστα έσοδα της προηγούμενης διαχειριστικής περιόδου κατά την οποία τηρήθηκαν βιβλία πρώτης κατηγορίας, είναι μεγαλύτερα από τα ακαθάριστα έσοδα της ίδιας περιόδου, που βρίσκονται με βάση τα αγορασθέντα εμπορεύσιμα αγαθά ή παραχθέντα έτοιμα προϊόντα, τότε τα μεγαλύτερα αυτά ακαθάριστα έσοδα θεωρούνται έσοδα της διαχειριστικής περιόδου κατά την οποία τηρήθηκαν για πρώτη φορά βιβλία Β’ κατηγορίας.
2. Αλλαγή από την Α’ στην Γ’ κατηγορία: Τα ακαθάριστα έσοδα της τελευταίας πριν από την αλλαγή της κατηγορίας βιβλίων διαχειριστικής περιόδου, προσδιορίζονται με βάση την αξία των εμπορεύσιμων αγαθών που αγοράστηκαν ή των ετοίμων προϊόντων που παράχθηκαν κατά την περίοδο αυτή, μειωμένα κατά την εμφανιζόμενη αξία των αγαθών στην απογραφή έναρξης της διαχειριστικής περιόδου κατά την οποία έγινε η αλλαγή της κατηγορίας βιβλίων.
3. Αλλαγή από τη Β’ ή Γ’ κατηγορία στην Α’: Στην περίπτωση αυτή τα ακαθάριστα έσοδα της διαχειριστικής περιόδου στην οποία τηρήθηκαν για πρώτη φορά βιβλία της Α’ κατηγορίας προσδιορίζονται με βάση την αξία των αγαθών που αποκτήθηκαν την περίοδο αυτή, προσαυξημένη κατά την εμφανιζόμενη αξία των αγαθών στην τελευταία απογραφή.
γ. Εξωλογιστικός προσδιορισμός των ακαθαρίστων εσόδων: Σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης γ’ της παρ. 2 του άρθρου 30 του ΚΦΕ, για τις επιχειρήσεις που δεν έχουν τηρήσει βιβλία και στοιχεία ή έχουν τηρήσει αλλά αυτά κρίθηκαν ανεπαρκή ή ανακριβή είτε τα τηρηθέντα βιβλία είναι κατώτερης κατηγορίας από την κατηγορία που ορίζεται από τις διατάξεις του ΚΒΣ, τα ακαθάριστα έσοδα προσδιορίζονται εξωλογιστικά με βάση τα στοιχεία που διαθέτει ο προϊστάμενος της ΔΟΥ, καθώς και με πληροφορίες που υπάρχουν σχετικά με την έκταση της συναλλακτικής δραστηριότητας της επιχείρησης και των συνθηκών λειτουργίας της. Για τον προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων σε αυτή την περίπτωση λαμβάνονται υπόψη:
* Οι αγορές και οι πωλήσεις της επιχείρησης.
* Το μεικτό κέρδος που εμφανίζει η επιχείρηση.
* Το μεικτό κέρδος που πραγματοποιούν άλλες ομοειδείς επιχειρήσεις, οι οποίες λειτουργούν με παρόμοιες συνθήκες με την ελεγχόμενη.
* Το προσωπικό που απασχολείται στην επιχείρηση.
* Το ύψος των κεφαλαίων που έχουν επενδυθεί, καθώς και το ύψος των ιδίων κεφαλαίων κίνησης.
* Το ποσό των δανείων και των πιστώσεων.
* Το ποσό των εξόδων παραγωγής και διάθεσης των εμπορευμάτων.
* Το ποσό των εξόδων διαχείρισης και γενικά κάθε επαγγελματική δαπάνη.
Κρίση με βάση τα δεδομένα της κοινής πείρας: Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 30, κατά τον εξωλογιστικό προσδιορισμό των ακαθαρίστων, καθώς κατά τον προσδιορισμό αυτών με βάση το κόστος των αγαθών, το οποίο αυξάνεται με το ποσοστό του μεικτού κέρδους, η κρίση του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας δεν θα πρέπει να απέχει από τα δεδομένα της κοινής πείρας.
Πωλήσεις λουλουδιών: Με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 30 του ΚΦΕ ορίζεται ότι ειδικά η πώληση λουλουδιών, η οποία διακανονίζεται με τη μεσολάβηση επιτηδευματιών ή άλλων προσώπων, συνιστά πώληση αγαθών για τον ανθοπώλη που εκτελεί την παραγγελία. Τα έσοδα από την πώληση αυτή μειώνονται με τα ποσά των προμηθειών.



