Αρχικά τον αποκάλεσαν «κόκκινο Πάνο». H πόρτα του γραφείου του, στην οδό Πειραιώς, στο υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, είναι πάντα ανοικτή για τους συνδικαλιστές. Προνομιακή μεταχείριση είχαν τους πρώτους μήνες της νέας διακυβέρνησης πρωτίστως οι συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ, που «κατελάμβαναν» το γραφείο και μονομαχούσαν ιδεολογικά με τον υπουργό κ. Π. Παναγιωτόπουλο συζητώντας περί μαρξισμού και λενινισμού. Ενας καθαρόαιμος εκπρόσωπος της αποκαλούμενης και «λαϊκής Δεξιάς» απέναντι στους κομμουνιστές. Εσχάτως περνάει δύσκολες ώρες. Οι αλλαγές στο εργασιακό, η μείωση του κόστους των υπερωριών και η διευθέτηση του χρόνου εργασίας είναι για τους πολιτικούς αντιπάλους του η βασική αιτία να χάσει ο κ. Παναγιωτόπουλος το χρώμα του. Από «κόκκινος Πάνος» να γίνει «σκούρος μπλε» και να αποδυναμωθούν οι «λαϊκές» αναφορές του.


Από την εποχή της αντιπολίτευσης, όταν ο κ. Παναγιωτόπουλος πρότεινε το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, πέρασε πολλές ώρες ξαναδιαβάζοντας Μαρξ, Λένιν και Ρόζα Λούξεμπουργκ. Πριν από μερικές εβδομάδες ήταν στο στόχαστρο της κριτικής μερικών συναδέλφων του, που τον κατηγορούσαν ότι κωλυσιεργεί και καθυστερεί τις μεταρρυθμίσεις. Αρκετά ευέλικτος, προσαρμόστηκε αμέσως στη νέα οδηγία του Πρωθυπουργού, καθ’ ότι άριστος γνώστης της αγοράς εργασίας, με επικοινωνιακή εμπειρία και άνεση λόγου, και ανέλαβε τη δύσκολη αποστολή να «μεταρρυθμίσει» τις εργασιακές σχέσεις.


* Προνομιακός συνομιλητής


Λειτουργώντας ως κυματοθραύστης της κυβέρνησης βρέθηκε απέναντι στους προνομιακούς συνομιλητές του, τα συνδικάτα, ακόμη και στους «γαλάζιους» συνδικαλιστές, της ΔΑΚΕ. H κατάθεση του νομοσχεδίου για το εργασιακό προχθές στη Βουλή σήμανε την έναρξη του πολέμου και ακούστηκαν τα πρώτα πολεμικά τύμπανα. Ο κ. Παναγιωτόπουλος πιστεύει ότι επέλεξε το ορθό και βρήκε τη χρυσή τομή των συμφερόντων των επιχειρηματιών και των εργαζομένων, καθώς και ότι η τελική ρύθμιση δεν δυναμιτίζει τις κοινωνικές σχέσεις.


Ο επικοινωνιακός χειρισμός της υπόθεσης του εργασιακού χαρακτηρίστηκε έξυπνος από αρκετούς υπουργούς. Ενας από αυτούς ήταν ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών κ. Γ. Αλογοσκούφης, η σχέση του οποίου με τον κ. Παναγιωτόπουλο πέρασε από πολλές διακυμάνσεις. Τους πρώτους μήνες της νέας διακυβέρνησης η έλλειψη «χημείας» των δύο ανδρών ήταν περισσότερο από εμφανής και η σχέση τους ήταν περισσότερο «υπηρεσιακή». H βασική διαφορά τους ήταν η φιλοσοφία τους. Ο ένας, ο κ. Αλογοσκούφης, ήταν περισσότερο φιλελεύθερος, ο άλλος, ο κ. Παναγιωτόπουλος, χαρακτηριζόταν «λαϊκοδεξιός». Οι σχέσεις τους ήταν εκρηκτικές και η επικοινωνία τους αρκετά δύσκολη. Περί τα μέσα του περασμένου Νοεμβρίου, ο πρωθυπουργός κ. K. Καραμανλής τους έδειξε τον δρόμο της συμφιλίωσης. Τους κάλεσε στο σπίτι του στη Ραφήνα και έθεσαν τις βάσεις για τις αλλαγές στα εργασιακά ζητήματα. Εκεί ακούστηκε για πρώτη φορά η διευθέτηση του χρόνου εργασίας.


* H «λαϊκή Δεξιά»


Ωσπου να φθάσουμε στην προχθεσινή κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή προηγήθηκαν πολλές ακόμη συναντήσεις, αρκετές εκ των οποίων μη ανακοινώσιμες. Πότε στη Ραφήνα πότε στο Μέγαρο Μαξίμου και άλλοτε στο διαμέρισμα που έχει ο Πρωθυπουργός στην οδό Στάθη Γεροδήμου, στις παρυφές του Λυκαβηττού. Ακολούθησαν συνεχείς συσκέψεις, αλλεπάλληλες τηλεφωνικές συνομιλίες του Πρωθυπουργού με τους δύο υπουργούς.


Τα φώτα στο υπουργείο Απασχόλησης έμεναν αναμμένα, πολλές φορές ώρες μετά τα μεσάνυκτα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που στελέχη της ΔΑΚΕ, ο πρόεδρός της κ. K. Πουπάκης κ.ά., έμειναν εκεί επί ώρες, συμμετέχοντας σε εξαντλητικές συσκέψεις στις οποίες ο κ. Παναγιωτόπουλος προσπαθούσε να τους πείσει για την ορθότητα των κυβερνητικών επιλογών. Οι συσκέψεις τελείωσαν, όπως και ο… κοινωνικός «διάλογος… κωφών», και η κυβέρνηση νομοθετεί. Το οξύμωρο όμως είναι ότι σε ένα κρίσιμο νομοσχέδιο, που προκαλεί αντιδράσεις, εντάχθηκαν – με έξυπνο επικοινωνιακά τρόπο – αρκετές ευεργετικές φιλολαϊκές διατάξεις.


Στη B’ Αθηνών διαθέτει ισχυρή ομάδα με πυρήνες σε αρκετές λαϊκές συνοικίες και σε δήμους όπως το Αιγάλεω, το Περιστέρι και το Ηράκλειο. H επιρροή του, αλλά και η δύναμη που έχει λόγω του υπουργείου του, τον φέρνει αντιμέτωπο με τους συναδέλφους του βουλευτές και υπουργούς που εκλέγονται στην ίδια περιφέρεια. Αρκετοί εκ των οποίων τον κατηγορούν ότι τοποθέτησε δεκάδες «δικά του παιδιά» σε οργανισμούς και υπηρεσίες που εποπτεύει το υπουργείο.


Ανθρωπος της Εκκλησίας, δηλώνει με πάθος ότι είναι Χριστιανός Ορθόδοξος και διατηρεί άριστες σχέσεις με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κ. Χριστόδουλο, αλλά και με μητροπολίτες της εκλογικής του περιφέρειας. Είναι από τους λίγους που επιμένει να αποκαλεί τον κ. Χριστόδουλο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, φράση που έλεγε και εν μέσω της κρίσης της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Μαζί με άλλους βουλευτές της ΝΔ, όπως οι κκ. Γ. Γιακουμάτος, Γ. Καλός, N. Νικολόπουλος κ.ά., δεν παραλείπει να προβάλλει και να υποστηρίζει την Εκκλησία και τα αιτήματά της.


Είναι από τους κύριους εκφραστές της «λαϊκής Δεξιάς», την οποία εκφράζει με συνέπεια. Είναι χαρακτηριστική μια παλαιότερη δήλωσή του: «Ο όρος Δεξιά αποτελεί μία από τις συνιστώσες της παράταξής μας. Το κόμμα δεν μπορεί να αφήσει κατά μέρος τις έννοιες έθνος, πατρίδα, παράδοση και γλώσσα». Με εθνοκεντρικές θέσεις στα εθνικά θέματα, είχε επικρίνει παλαιότερα, προτού η ΝΔ γίνει κυβέρνηση, το Σχέδιο Αναν, υποστηρίζοντας ότι «οποιαδήποτε λύση θα δέχεται την τουρκική αξίωση περί ξεχωριστών κρατικών οντοτήτων, θα οδηγήσει σε περιπέτειες Κύπρο και Ελλάδα».


H ραγδαία άνοδος στην κομματική ιεραρχία * Πώς μετά τις σπουδές και τη δημοσιογραφική καριέρα βρέθηκε στα κοινοβουλευτικά έδρανα και στο υπουργείο


Παρά το γεγονός ότι σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο Vincennes στο Παρίσι, ακολούθησε τη δημοσιογραφία κάνοντας πλούσια καριέρα σε τηλεοπτικούς σταθμούς και εφημερίδες, ενώ είχε προηγηθεί και η ενασχόλησή του με τη δικηγορία. Ως δημοσιογράφος είχε πολλές επιτυχίες. Σε μία από αυτές, το 1992, ήταν αυτός που εκμαίευσε από τον τότε πρόεδρο της Σερβίας Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, μετά τη συνάντηση που είχε στην Αθήνα με τον τότε πρωθυπουργό κ. K. Μητσοτάκη, την πρότασή του για συνομοσπονδία μεταξύ Ελλάδας – Σερβίας. Υιοθετώντας τη ρήση που λέει ότι «η δημοσιογραφία σε οδηγεί παντού, αρκεί να την εγκαταλείψεις γρήγορα», διάβηκε τον Ρουβίκωνα της πολιτικής.


H κομματική του εξέλιξη ήταν ραγδαία. Στις βουλευτικές εκλογές του Απριλίου του 2000 έκανε την έκπληξη και ήρθε τρίτος στο ψηφοδέλτιο της ΝΔ, συγκεντρώνοντας 108.498 σταυρούς. Εξάλλου, εκτός από την εμπειρία που απέκτησε στη δημοσιογραφική του πορεία, αλλά και την παρουσία του στην ηγεσία της ΟΝΝΕΔ, είχε την τύχη να ζήσει από κοντά ένα ιστορικό στέλεχος της ΝΔ, τον αείμνηστο Αθανάσιο Τσαλδάρη, ο οποίος ήταν πεθερός του.


Εναν χρόνο μετά, τον Απρίλιο του 2001, κάνει δυναμική είσοδο και στο κομματικό κατεστημένο. Στις εκλογές για το Πολιτικό Συμβούλιο εκλέγεται τέταρτος με 168 ψήφους, μετά τον νυν υφυπουργό Πολιτισμού κ. Γ. Ορφανό (228 ψήφους), τη δήμαρχο Αθηναίων κυρία Ντόρα Μπακογιάννη (227 ψήφους) και τον νυν υφυπουργό Εθνικής Αμυνας κ. B. Μιχαλολιάκο (189 ψήφους).


Ο κ. Καραμανλής αναγνωρίζει την κοινοβουλευτική του παρουσία και τον Δεκέμβριο του 2002 τον τοποθετεί εισηγητή για τον προϋπολογισμό, μια απόφαση που, όπως ελέχθη τότε, ελήφθη για να ενισχυθεί η γραμμή της «λαϊκής Δεξιάς» σε κοινωνικό πεδίο. Με τη νίκη της ΝΔ τον Μάρτιο του 2004, ο Πρωθυπουργός δίνει σε έναν εκπρόσωπο της «λαϊκής Δεξιάς» ένα δύσκολο χαρτοφυλάκιο.


Στο υπουργείο του η κατάσταση δεν είναι και η καλύτερη. Παρά τις επικοινωνιακές προσπάθειες που γίνονται για να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο κ. Παναγιωτόπουλος τα έχει καλά με τους υφυπουργούς του κκ. Γερ. Γιακουμάτο (αντίπαλός του στη B’ Αθηνών) και N. Αγγελόπουλο, η σχέση τους δεν είναι καλή. Το ίδιο συμβαίνει και με τον διοικητή του IKA κ. I. Βαρθολομαίο, αλλά και τον γενικό γραμματέα Κοινωνικών Ασφαλίσεων κ. Δ. Κωστόπουλο. Υπόγειο πόλεμο έχει και με τον υπουργό Μεταφορών κ. M. Λιάπη, αλλά και με βουλευτές όπως οι κκ. Π. Καμμένος κ.ά., με τους οποίους εκλέγεται στην ίδια εκλογική περιφέρεια.


Ο κ. Παναγιωτόπουλος βρέθηκε στη «δίνη του κυκλώνα» και με την υπόθεση της μεταφοράς της αργίας της Εργατικής Πρωτομαγιάς. Ο ίδιος, μη θέλοντας να υπάρξουν εργαζόμενοι δύο ταχυτήτων, διαφώνησε με την απόφαση να μη μεταφερθεί η αργία και «φωτογράφισε» άλλα στελέχη της κυβέρνησης ως υπεύθυνα του πρωτοφανούς αλαλούμ.


Οι ημέρες της αντιπολίτευσης, όταν αγόρευε στα μπαλκόνια και στα τηλεοπτικά παράθυρα υπέρ της νέας διακυβέρνησης, πέρασαν και η ΝΔ έγινε εξουσία. Ο κ. Παναγιωτόπουλος λέγεται ότι αρχικά ένιωσε άβολα – όπως και οι περισσότεροι «λαϊκοδεξιοί» – παρατηρώντας τον κ. Καραμανλή να ακολουθεί φιλελεύθερη στροφή. Εξάλλου ο ίδιος ήταν αντίθετος σε ακραίες λύσεις, όπως στην αύξηση του ορίου των απολύσεων. Εγινε υπουργός και εξελίχθηκε ως ο άνθρωπος των δύσκολων αποστολών για τον Πρωθυπουργό. «Το υπουργείο μου μοιάζει με τη φλεγόμενη Βαγδάτη» συνηθίζει να λέει και δεν έχει άδικο με τις αντιδράσεις που υπάρχουν.


Οσο για το μέλλον του, μετά και τις εξελίξεις στο εργασιακό, λέγεται ότι ο Πρωθυπουργός θα συνεχίσει να τον περιβάλλει με την εμπιστοσύνη του, και στον επικείμενο ανασχηματισμό θα τον διατηρήσει στο υπουργείο Απασχόλησης. Στο εσωτερικό της ΝΔ όμως έχει διατυπωθεί η πρόβλεψη ότι αν υπάρξουν «καραμπόλες» υπουργών στον ανασχηματισμό και αναβαθμιστεί ο κ. Γ. Βουλγαράκης, ίσως μετακομίσει στην Κατεχάκη, στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης, μια αλλαγή την οποία δεν θα απέρριπτε.