ΜΠΟΡΕΙ ο χρόνος να ενεργεί ευεργετικά στην αξία των έργων τέχνης, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με την «υγεία» τους. Για να διατηρήσει και να αυξήσει την αξία του ένα έργο τέχνης θα πρέπει να βρίσκεται σε καλή κατάσταση, δηλαδή να συντηρείται σωστά. Τα σημάδια του χρόνου μπορούν να «επουλωθούν» μόνο από το χέρι των ειδικών συντηρητών, οι οποίοι με τη χρήση σύγχρονων τεχνικών και μέσων μπορούν να «θεραπεύσουν» τις όποιες ζημιές έχουν υποστεί τα έργα σας και να τους ξαναδώσουν τη χαμένη τους λάμψη.


Συντήρηση είναι κάτι που χρειάζονται όλα τα έργα τέχνης, όπως άλλωστε και οι παλιές χειροποίητες εικόνες, σε τακτά χρονικά διαστήματα, ανεξάρτητα από την κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Ο λόγος είναι προφανής: με τη συντήρηση επιμηκύνεται ο χρόνος ζωής τους και διατηρείται όσο μεγαλύτερο διάστημα είναι δυνατόν η αρχική τους κατάσταση. Ετσι, με το πέρασμα του χρόνου, αντί να χάνουν την αξία τους λόγω της φθοράς που υφίστανται, την διατηρούν και την αυξάνουν.


«Η σωστή συντήρηση» λέει ο κ. Μ. Χατζηχρήστου, καθηγητής της Σχολής Συντήρησης Κέντρου Τεχνών Πλάκα και εισηγητής των διαλέξεων του οίκου Christie’s στην Ελλάδα, «ανεβάζει τη χρηματική αξία του έργου. Η δε αξία της» προσθέτει «είναι πολύ μεγάλη, αφού όχι μόνο προστατεύει το έργο και παρατείνει τη ζωή του, αλλά ταυτόχρονα μας δίνει περισσότερες συστάσεις για αυτό. Μετά το τέλος της συντήρησης» εξηγεί «είναι δυνατόν να αποκαλυφθούν στοιχεία ιδιαίτερα χρήσιμα για την αξιολόγηση του έργου, όπως είναι η υπογραφή του δημιουργού, η χρονολογία της δημιουργίας του καθώς και τυχόν κρυμμένα θέματα που κάποιος επιζωγράφισε σε μεταγενέστερο χρόνο».


Η συντήρηση δεν είναι απλό πράγμα. Ακόμη και οι τυπικοί κανόνες «περιποίησης» στα έργα τέχνης μπορεί να αποβούν μοιραίοι. «Κατά τον καθαρισμό ενός έργου» λέει ο κ. Χατζηχρήστου «δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε, π.χ., νωπό πανί ή λάδι, όπως συνήθως γίνεται, για να αποφύγουμε αφενός την υγρασία και αφετέρου διότι το λάδι ανοίγει τους πόρους του ξύλου ή του μουσαμά με αποτέλεσμα να συσσωρεύεται περισσότερη σκόνη και να ευνοείται έτσι η δημιουργία μικροοργανισμών. Ο συντηρητής» τονίζει «πρέπει να ακουμπά το έργο όσο η μέλισσα το λουλούδι». Αν θέλετε λοιπόν να περιποιηθείτε τους πίνακές σας ή τις παλαιές εικόνες σας, αρκεσθείτε στο καλό ξεσκόνισμά τους με ένα «φτερό».


Σύμφωνα με τους ειδικούς πάντως δεν υπάρχει καλή και κακή συντήρηση. Υπάρχει «συντήρηση ή καταστροφή του έργου με επιζωγραφίσεις και παρεμβολές». «Κάθε έργο τέχνης» λέει ο κ. Λ. Παπαδάκης, εργαστηριακός συνεργάτης των ΤΕΙ Αθήνας στο Τμήμα Συντήρησης Εργων Τέχνης και Αρχαιοτήτων, «έχει την ιδιαιτερότητά του και τη δική του ταυτότητα και πρέπει κατά τη διάρκεια της συντήρησης να αντιμετωπίζεται σαν τέτοιο. Η δουλειά του συντηρητή δεν είναι να παρεμβαίνει στον χαρακτήρα του έργου αλλά να τον αναδεικνύει μέσα από αυτήν. Κάθε έργο» προσθέτει «πρέπει κατά τη διάρκεια της συντήρησης να αντιμετωπίζεται διαφορετικά από κάθε άλλο, ακόμη και αν πρόκειται για έργα της ίδιας χρονικής περιόδου και έχουν χρησιμοποιηθεί τα ίδια υλικά κατά την κατασκευή τους, διότι, αν βρεθούν σε διαφορετικές συνθήκες φύλαξης και έκθεσης, τότε θα υποστούν άλλες ζημιές λόγω των διαφορετικών περιβαλλοντικών συνθηκών, δηλαδή της διαφορετικής θερμοκρασίας, υγρασίας κλπ.».


Για να γίνει λοιπόν σωστή συντήρηση θα πρέπει, σύμφωνα με τους ειδικούς, να διενεργηθεί εργαστηριακός έλεγχος, κατάλληλος ώστε να αναγνωρισθούν με ακρίβεια τα υλικά που έχουν χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή του έργου και να υπάρξει και η ανάλογη αντιμετώπισή του κατά τη συντήρηση. Επιπλέον γίνονται αναλύσεις οι οποίες εξετάζουν και τις μετέπειτα επεμβάσεις που τυχόν έχουν γίνει στο έργο.


Οι εικόνες είναι πιο ευαίσθητες από τους ζωγραφικούς πίνακες διότι προβλήματα φθοράς εμφανίζονται εκτός από τη ζωγραφισμένη επιφάνεια και στο ξύλο. Τα προβλήματα στο ξύλο των παλαιών εικόνων, λένε οι ειδικοί, είναι συχνότερα και οφείλονται στο σαράκι και στην υγρασία. «Στην περίπτωση των εικόνων» λέει ο κ. Παπαδάκης «η συντήρηση ξεκινά από το ξύλο, στο οποίο γίνονται ενέσεις για απεντόμωση και τόνωση. Στη συνέχεια προχωρεί στην αποκατάσταση του ζωγραφικού μέρους της εικόνας και σε καμία περίπτωση ο συντηρητής δεν πρέπει να παρεμβαίνει με επιζωγράφιση. Ακόμη και στην περίπτωση που λείπουν κομμάτια από την εικόνα ή από το ξύλο δεν θα πρέπει να αντικαθίστανται».


Τα μοντέρνα έργα τέχνης είναι πιο δύσκολο να συντηρηθούν, διότι συνήθως είναι κατασκευασμένα από πολλά διαφορετικά υλικά, δηλαδή από γυαλί, μέταλλο, χαρτί, χρώμα κλπ. «Τα έργα μεικτής κατασκευής» λέει ο κ. Χατζηχρήστου «δεν έχουν δοκιμαστεί στον χρόνο και έτσι δεν είναι εύκολος ο προσδιορισμός του τρόπου συντήρησής τους».


Πάντως για να προστατεύσετε τα έργα που έχετε καλό είναι να ακολουθείτε μερικούς απλούς κανόνες. Οι ειδικοί λοιπόν λένε ότι δεν πρέπει να τα τοποθετείτε σε σημεία εκτεθειμένα στον ήλιο ή κοντά σε εστίες θερμότητας, δηλαδή κοντά στο καλοριφέρ ή στο τζάκι. Επίσης, αν θέλετε να αναδείξετε το έργο σας με κάποιον φωτισμό, θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε τον κατάλληλο, ειδικό, φωτισμό ο οποίος δεν τα επηρεάζει αρνητικά με επιπλέον θερμότητα. Οι ιδανικές συνθήκες θερμοκρασίας για την προστασία ενός πίνακα, σύμφωνα πάντα με τους ειδικούς, είναι 8-12 βαθμοί Κελσίου. Η φθορά και η τεχνική διαμορφώνουν το κόστος


Η συντήρηση ενός έργου τέχνης καλό είναι να γίνεται κάθε 8-10 χρόνια για να παραμένει το έργο σε καλή κατάσταση. Η διαδικασία της συντήρησης ανάλογα με τη φθορά του έργου, την τεχνοτροπία του καλλιτέχνη και το μέγεθος του έργου μπορεί να διαρκέσει από 15 ημέρες ως και τέσσερις μήνες.


Π.χ., για μια εικόνα μικρού μεγέθους η οποία έχει ζωγραφιστεί με γνωστά υλικά και δεν έχει επιζωγραφιστεί θα χρειαστούν για τη συντήρηση της περί τις 15 ημέρες. Αν όμως πρόκειται για έναν πίνακα μεγάλου μεγέθους και ηλικίας ο οποίος έχει επιζωγραφιστεί και έχει υποστεί μεγάλες ζημιές λόγω υγρασίας ή άλλων παραγόντων, τότε μπορεί να χρειαστούν ακόμη και περισσότεροι από τρεις μήνες για τη συντήρησή του.


Ανάλογα με τον χρόνο της συντήρησης, το κόστος κυμαίνεται συνήθως από 10.000 δρχ. ως και 500.000 δρχ. Αν στο έργο έχουν γίνει πολλές παρεμβάσεις μετά την κατασκευή του που έχουν αλλοιώσει τον χαρακτήρα του, τότε θα χρειαστούν περισσότεροι εργαστηριακοί έλεγχοι και μεγαλύτερη γκάμα χημικών ειδών για τον καθαρισμό του, που αυξάνουν το κόστος συντήρησης.