• Αναζήτηση
ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ

Ανεξάρτητος κινηματογράφος στην Ελλάδα

ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ Ανεξάρτητος κινηματογράφος στην Ελλάδα Τι είναι αυτό; Με αφοπλιστική ειλικρίνεια σκηνοθέτες και παραγωγοί της παλαιάς και της νέας γενιάς δηλώνουν: «Για να σοβαρευτούμε. Το σινεμά μπορεί να είναι τέχνη αλλά είναι και λεφτά!» Ο κινηματογράφος ξεκίνησε την πορεία του μέσα στις συναλλαγές. Πρώτα «εξαγόρασε» την αξία του, με μια τεχνική δυνατότητα: την αποτύπωση

Τι είναι αυτό; Με αφοπλιστική ειλικρίνεια σκηνοθέτες και παραγωγοί της παλαιάς και της νέας γενιάς δηλώνουν: «Για να σοβαρευτούμε. Το σινεμά μπορεί να είναι τέχνη αλλά είναι και λεφτά!»




Ο κινηματογράφος ξεκίνησε την πορεία του μέσα στις συναλλαγές. Πρώτα «εξαγόρασε» την αξία του, με μια τεχνική δυνατότητα: την αποτύπωση της κίνησης. Μετά αποκάλυψε στους εμπνευστές του τις πραγματικές δυνατότητές του. Κάποιοι είπαν ότι δημιουργήθηκε απλώς για να καταγράψει όσα γίνονται γύρω μας. Κάποιοι άλλοι ότι είναι μόνο ένα τεχνολογικό προϊόν του σύγχρονου πολιτισμού.


Στην πραγματικότητα όμως ο κινηματογράφος από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκε ήταν τέχνη. Αλλά ένα είδος ιδιαίτερης, «χαϊδεμένης» τέχνης, με αναγκαστικές «εξαρτήσεις». Οπως λένε σήμερα οι πιο ρεαλιστές: «Το σινεμά είναι λεφτά. Μπορείς να χωρέσεις μέσα του όλα τα όνειρα του κόσμου, φτάνει να έχεις να πληρώσεις!».


Αυτό ακριβώς είναι που δεν έχουν οι ανεξάρτητοι κινηματογραφικοί παραγωγοί και ίσως αυτό είναι που τους δίνει την εκφραστική δύναμή τους: χρήματα! Προστατευτική στέγη, «ενδοθεσμική» στράτευση ή απλώς τακτική στρατηγικών εμπορικών ελιγμών. Εχουν όμως κάτι άλλο: κινηματογραφόφιλους κινηματογραφιστές. Το είδος εκείνο των ανθρώπων που δεν θα μπορέσουν να ξανακοιμηθούν αν δεν πετύχουν αυτό που έχουν στο μυαλό τους. Κι έπειτα τι άλλο έχει αξία για μια τέχνη, τα «τέκνα» της οποίας μπορούν εύκολα να παραγνωριστούν ή να ξεχαστούν; Ο Ζαν Ρενουάρ απαντάει στις ερωτήσεις των Ζακ Ριβέτ, Φρανσουά Τρυφό, στα «Cahiers du Cinema» τον Απρίλιο του 1954 με μια χαρακτηριστική ερμηνεία: «Το σινεμά είναι κάτι το εφήμερο. Οπωσδήποτε όχι όσο η δημοσιογραφία αλλά λιγότερο διαρκής και λιγότερο ανθεκτική ως τέχνη απ’ όσο, ας πούμε, ένα βιβλίο».


Ανοίγοντας λοιπόν το «βιβλίο» του σινεμά στην Ελλάδα, συναντάμε μια… λευκή σελίδα, στον χώρο των λεγόμενων ανεξάρτητων κινηματογραφιστών. Στην Ελλάδα φαίνεται ότι παίζουμε μόνο στη μία πλευρά του γηπέδου.


Οι έλληνες κινηματογραφιστές απαντάνε με μια αθώα όσο και αυθόρμητη ερώτηση όταν τους ρωτάς για τον ανεξάρτητο κινηματογράφο στην Ελλάδα: «Ποιο ανεξάρτητο σινεμά; Εδώ δεν έχουμε κοινό, πώς να έχουμε κινηματογραφική βιομηχανία;». Συμπέρασμα; Ανεξάρτητος κινηματογράφος ­ τουλάχιστον με όσα σημαίνει αυτή η ταυτότητα για τους κινηματογραφιστές του εξωτερικού ­ στην Ελλάδα δεν υπάρχει! Υπάρχουν προθέσεις, υπάρχουν όνειρα και σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχει αξιόλογο αποτέλεσμα. Αλλά σίγουρα δεν υπάρχει «ρεύμα». Η συζήτηση έγινε με τους λεγόμενους «εκφραστές» του είδους. Ιδού τι αποκάλυψε η δημοσιογραφική έρευνα:


«Οταν το ’69 ο Θ. Αγγελόπουλος γύριζε την «Αναπαράσταση» ή ο Αλ. Δαμιανός το «Μέχρι το πλοίο», ο ανεξάρτητος κινηματογράφος δεν υπήρχε αλλά έβρισκε σιγά σιγά τους εκφραστές του, μέσα στην τότε παντοκρατορία του Φίνου. Αυτές οι ταινίες είναι φτιαγμένες κυριολεκτικά με το αίμα των δημιουργών τους. Ο Αρβανίτης φώτιζε με λάμπες πετρελαίου για να γυριστούν οι σκηνές» θυμάται ο Στ. Τσιώλης, κατά πολλούς ο «πατέρας» του ελληνικού ανεξάρτητου κινηματογράφου. Ο ίδιος βέβαια θεωρεί πραγματικό πατέρα του είδους τον μεγάλο Τορνέ. «Αυτές οι δύο ταινίες έβαλαν τις πραγματικές βάσεις του ελληνικού ανεξάρτητου κινηματογράφου. Η έκρηξη έγινε γύρω στο ’66 με έξι πραγματικά σπουδαίες ταινίες. Η άνοιξη όμως τελικά δεν ήρθε» λέει ο Στ. Τσιώλης. «Γιατί; Μα απλώς γιατί ήρθε η τηλεόραση. Ο Φίνος έσβησε και οι εκπρόσωποι του κινηματογράφου αργά ή γρήγορα έπεσαν στην αγκαλιά του κράτους για να επιβιώσουν. Βέβαια σήμερα πρέπει να εκφράσουμε όλοι την ευγνωμοσύνη μας στο Κέντρο Ελληνικού Κινηματογράφου αλλά αν δεν υπήρχε η πολύτιμη βοήθειά του ο δρόμος του ελληνικού κινηματογράφου μπορεί να ήταν διαφορετικός. Πιο δύσκολος. Μπορούσε όμως να έχει δημιουργήσει λύσεις. Βρίσκοντας δρόμους για να γίνουν πραγματικά ανεξάρτητες ταινίες, μέσα στη βαθύτατη κρίση που υπήρχε».


Οι ταινίες και τα… αρκουδάκια


Ο Στ. Τσιώλης συνεχίζει με μια από τις χαρακτηριστικές παρομοιώσεις του: «Σήμερα το Κέντρο, διαισθανόμενο την ανάγκη να μας οδηγήσει σε έναν δρόμο, λειτουργεί όπως η αρκούδα που βγάζει τα αρκουδάκια της έξω για να ζήσουν μόνα τους, να αυτονομηθούν, να στηρίξουν τη δουλειά τους. Μπορεί το αρκουδάκι στην αρχή να κλαίει αλλά μετά πρέπει να επιβιώσει. Το Κέντρο υποστηρίζει περίπου επτά ανεξάρτητες παραγωγές τον χρόνο, με 40 εκατ. δρχ. περίπου την καθεμία, και αυτή είναι μια τολμηρή πράξη που σίγουρα θα φέρει αποτελέσματα. Οι τελευταίες επιτυχίες που εμφανίστηκαν από τον χώρο του ανεξάρτητου σινεμά άλλωστε ενίσχυσαν σε όλους μας την πεποίθηση ότι μπορούμε να συνεχίσουμε. Σήμερα έχουμε πια παραγωγούς που διακινδυνεύουν και βοηθάνε αποφασιστικά. Μπορεί να ξεπροβάλλουν ακόμη δειλά αλλά είμαι σίγουρος ότι έρχεται η ώρα που θα παίξουν καταλυτικό ρόλο». Ο Στ. Τσιώλης υπογραμμίζει μια εντολή: «Μην πιστεύεις κανέναν άλλο εκτός από μένα». Και συνεχίζει: «Το κοινό δεν διαμορφώνεται, όπως λένε οι πολιτικοί. Το κοινό μάς διαμορφώνει. Απαιτεί την αληθινή έκφραση της ζωής και των προβλημάτων του. Τουλάχιστον πέντε φετινές ελληνικές ταινίες ήταν καλύτερες από τις ταινίες που διαγωνίστηκαν φέτος στις Κάννες στο σύνολό τους. Φαίνεται όμως ότι για να καταδεχθούν να μας πάρουν πρέπει να ρίξουμε τον πληθωρισμό μας κάτω από το 2%. Πηγαίνει πακέτο μαζί με την ΟΝΕ!».


Ο επίλογος για τον Στ. Τσιώλη είναι αισιόδοξος. «Ακόμη δεν έχουμε ανεξάρτητο σινεμά αλλά όλα κατευθύνονται προς τα εκεί. Μπορεί σήμερα να έχουν θάψει τον Τορνέ αλλά οι ρίζες του θα φανούν. Τα βλαστάρια του ώρα την ώρα τρυπάνε τη γη και βγαίνουν». (Σ.σ.: Ο Στ. Τσιώλης γυρίζει νέα ταινία, αυτή τη φορά στη Μακεδονία, με τον τίτλο «Καντίνα» και με πρωταγωνιστές ξανά τους Ζουγανέλη, Μπουλά, Μπακιρτζή. «Από την Κακιά Σκάλα μπορούμε να βλέπουμε την Πελοπόννησο σαν τον Οδυσσέα. Γιατί δεν μας έμεινε άλλη ελπίδα από τους Πελοποννήσιους» λέει χαρακτηριστικά ο ίδιος.)


Ο Βασίλης Βαφέας είναι ο άνθρωπος που διεκδικεί με ευκολία τον τίτλο του ανεξάρτητου σκηνοθέτη-παραγωγού. Το 1978 έκανε την «Ανατολική Περιφέρεια» με όσα χρήματα είχε και δεν είχε, και ανέλαβε τη διανομή της μόνος του. Είναι από εκείνους τους ανθρώπους που δεν μπορούν να βρουν την ηρεμία τους αν δεν καταφέρουν να κάνουν το όνειρό τους πραγματικότητα. Οπως λέει ο ίδιος: «Πρέπει να μπορείς να πετάξεις στον ουρανό αλλά ταυτόχρονα και να πατάς στη γη όταν χρειάζεται».


Η κουβέντα ξεκινάει με ένα πρόβλημα «ερμηνείας». Τι θα πει ανεξάρτητο σινεμά; «Πρέπει νομίζω να ξεκαθαρίσουμε τι σημαίνει αυτός ο όρος», δηλώνει, «ποιος είναι ο χρηματοδότης και ποιος ο παραγωγός. Ο Φίνος, ας πούμε, ήταν και τα δύο. Αν και στο εξωτερικό αυτές οι δύο ιδιότητες είναι χωριστές. Ο παραγωγός είναι αυτός που έχει μια ιδέα για μια ταινία, που συντονίζει τις ενέργειες και έχει την ευθύνη αποπεράτωσής της. Ψάχνει τους χρηματοδότες του, που μπορεί να είναι τράπεζες, κρατικοί φορείς, τηλεοράσεις, ιδιώτες, υπογράφει συμβόλαια μ’ αυτούς που έχουν ποινικές ρήτρες και χρονικό όριο αποπεράτωσης, αλλά στην πραγματικότητα είναι ελεύθερος να κάνει τους χειρισμούς που εκείνος θέλει για να τελειώσει την ταινία του όπως κρίνει. Αυτός είναι ο ανεξάρτητος κινηματογράφος και αυτοί οι παραγωγοί είναι εκείνοι που θα εισπράξουν τον έπαινο ή την ύβρι. Στο νέο ρεύμα του ελληνικού κινηματογράφου οι σκηνοθέτες έπαιξαν και τον ρόλο του παραγωγού, με όλα τα συν ή τα πλην αυτού του συγκεντρωτισμού. Σήμερα μέλλει να αποδεχθεί αν θα εμφανισθούν τελικά οι άνθρωποι που θα πάρουν μόνο το ρίσκο του παραγωγού, θα αγαπήσουν ένα είδος κινηματογράφου και θα βρουν τους τρόπους να το χρηματοδοτήσουν».


Και ο Β. Βαφέας συνεχίζει: «Από τη στιγμή που η πραγματοποίηση μιας ταινίας αρχίζει να εξαρτάται από το ίδιο πρόσωπο ή τον ίδιο φορέα δεν είναι πια ανεξάρτητη. Αν ένα σενάριο έχει μοναδικό στόχο να περάσει τις συμπληγάδες της έγκρισης και δεν έχει μέσα του την τρέλα του δημιουργού του, τότε σε πολύ σύντομο διάστημα η ταινία που θα δημιουργηθεί θα πεθάνει. Υπάρχουν άνθρωποι που φλέγονται από επιθυμία για την πραγματοποίηση του οράματός τους. Για να κάνεις μια καλή παραγωγή πρέπει να πατάς τα πόδια σου στη γη, να μπορείς να πετάς και να ξαναγυρίζεις όταν χρειάζεται. Ο άνθρωπος που θέλει να κάνει μια ταινία πρέπει απλώς να βρει τον τρόπο να την κάνει. Για να διατηρηθεί ένα είδος άλλωστε πρέπει να ανανεώνεται. Και για να ανανεώνεται πρέπει να υπάρχει ρίσκο. Πρέπει να υπάρχει πάθος. Και στη δική μας γενιά φορτώθηκαν το πάθος οι σκηνοθέτες. Το ερωτηματικό τώρα είναι αν θα υπάρξει ο κινηματογράφος των παραγωγών». Ο Β. Βαφέας συνεχίζει με μια διαπίστωση: «Πρέπει να έχουμε συναίσθηση του ότι ο θεατής είναι πάντα πιο μπροστά από εμάς. Είναι ο πιο καλός αποκωδικοποιητής. Και αυτό γιατί τα βλέπει όλα. Εχει συνολική εικόνα της κινηματογραφικής παραγωγής απ’ όλο τον κόσμο. Πρέπει όταν φτιάχνουμε τις ταινίες μας να έχουμε στο μυαλό μας τον καλό θεατή. Τον καλό αποκωδικοποιητή. Αυτοί οι θεατές κρατάνε ζωντανό το σινεμά. Πρέπει όμως να ψάξεις για να βρεις. Είναι μια διαδικασία αγάπης…».


Το σινεμά είναι λεφτά


Στην ερώτηση «υπάρχει ανεξάρτητο σινεμά στην Ελλάδα;» ο Ανδρέας Μπέλης απαντάει με τη φράση: «Πες μου μία!». Ο Α. Μπέλης ασχολείται με τον ελληνικό κινηματογράφο πάνω από 20 χρόνια και στο διάστημα αυτό «πέρασε» από την Ευρώπη και την Αμερική, ως διευθυντής φωτογραφίας μεγάλων παραγωγών. Οι απαντήσεις του θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν από τους ρομαντικούς απαισιόδοξες. «Αν υπήρχε κοινό στην Ελλάδα, ίσως να υπήρχε και ανεξάρτητος κινηματογράφος», λέει, «αλλά όσο ανεξάρτητος και να είσαι χρειάζεσαι ένα υποτυπώδες κεφάλαιο. Μία φορά στη ζωή τους οι περισσότεροι κινηματογραφιστές μπορεί να τα καταφέρουν να κάνουν ταινία αλλά μετά τι θα κάνουν; Θα την πάρουν στο χέρι και θα τη γυρίζουν στις αίθουσες; Είναι σαν να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο. Ο κινηματογράφος είναι λεφτά. Οσο πιο πολλά έχεις τόσο καλύτερη ταινία κάνεις. Και για μια ολοκληρωμένη παραγωγή χρειάζονται τουλάχιστον 150 εκατομμύρια. Και ας μη γελιόμαστε. Ο μόνος που διακινεί χρήματα στην Ευρώπη σήμερα είναι ο Αγγελόπουλος».


Ο Α. Μπέλης συνεχίζει χαρακτηριστικά: «Στην Ελλάδα δεν έχουμε παραγωγούς αλλά εκτελεστές παραγωγής. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν πάρα πολλά νέα παιδιά σήμερα που προσπαθούν να κάνουν κάτι στον χώρο του σινεμά. Η γνώμη μου όμως είναι ότι μόνο αν μπει στον χώρο του σινεμά η


ιδιωτική πρωτοβουλία θα αλλάξει το τοπίο και θα έχουμε αποτελέσματα. Αυτή τη στιγμή οι μόνες χώρες στην Ευρώπη που συνεχίζουν να έχουν μεγάλη κινηματογραφική παραγωγή είναι η Αγγλία και η Γαλλία. Η Γερμανία έκανε ένα μεγάλο μπαμ τη δεκαετία του ’70 και μετά κατέρρευσε. Η Αμερική είναι πιο πονηρή από εμάς. Οταν κάποιος ξεχωρίζει, τον παίρνει αμέσως στο Χόλιγουντ. Οντας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ενωση, δε, κανείς δεν μας ζητάει συγκεκριμένη παραγωγή ταινιών. Λειτουργούμε σαν μια επαρχία, από την οποία θέλουν να έχουν μία ή δύο καλές υποψηφιότητες κάθε χρόνο που να αντιπροσωπεύουν την Ελλάδα προς τα έξω. Αυτό και τίποτε άλλο. Ενα ή δύο καλά ονόματα…».


Το προσωπικό στοίχημα


Ο Νίκος Γραμματικός είναι στο μεταίχμιο. Είναι ένας από τους εκφραστές της «νέας γενιάς» των σκηνοθετών αλλά ταυτόχρονα έχει προλάβει και να «παλιώσει». Απαντάει στο ερώτημα για την ύπαρξη του ανεξάρτητου κινηματογράφου με τη φράση «δεν ξέρω τι είναι αυτό»… Για να συνεχίσει: «Η λέξη ανεξάρτητο ορίζεται πάντα σε σχέση με κάτι άλλο. Στην Αμερική για παράδειγμα υπάρχει ανεξάρτητος κινηματογράφος παράλληλα ή σε σύγκρουση με τις μεγάλες εταιρείες που ελέγχουν τον κινηματογράφο παγκοσμίως. Στην Ελλάδα δεν μπορώ να καταλάβω τι σημαίνει ανεξάρτητος κινηματογράφος. Αν υποθέσουμε ότι το ανεξάρτητο ορίζεται σε σχέση με το Κέντρο Κινηματογράφου, που είναι και ο πιο σημαντικός αιμοδότης αυτής της υπόθεσης, εγώ μπορώ να πω ότι ολοκλήρωσα κάποιες ταινίες χωρίς τη χρηματοδότηση του Κέντρου. Την οποία όμως πήρα μετά. Χωρίς αυτή τη χρηματοδότηση θα ήταν σχεδόν αδιανόητο να συνεχίσω. Οταν μια ταινία των 110 εκατ. δρχ. πρέπει να κάνει 300.000 εισιτήρια για να αποσβέσει τα χρήματά της, τι περιμένεις;». Ο Ν. Γραμματικός εκφράζει απόψεις που μπορεί να ακούγονται αιρετικές αλλά ταιριάζουν στο «κάδρο» των ανεξάρτητων δημιουργών. «Δεν μπορώ να καταλάβω τη λογική που ορίζει ότι πρέπει να κάνουμε μια ταινία για να κάνει εισιτήρια» λέει. «Ο κινηματογράφος είναι μια προσωπική διαδρομή. Οι περισσότερες ταινίες που δημιουργούνται για να κάνουν εισιτήρια τελικά είναι σκουπίδια. Κάποιοι άνθρωποι τόσα χρόνια προσπαθούμε να κάνουμε κινηματογράφο και πιστεύω ότι καταφέραμε σιγά σιγά να του δώσαμε μια αξιοπιστία. Αυτή ακριβώς την αξιοπιστία που είχε χάσει τη δεκαετία του ’80. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει να ακούς για μια ελληνική ταινία και να νιώθεις ένα θετικό συναίσθημα». Ο Ν. Γραμματικός υπογραμμίζει τις επόμενες φράσεις του: «Το σινεμά είναι επικίνδυνο επάγγελμα στην Ελλάδα. Και σίγουρα είναι ένα προσωπικό στοίχημα. Δεν είναι εύκολο στη χώρα μας να ορίσεις το ανεξάρτητο σινεμά. Θα μπορούσα να πω μάλιστα ότι ο κινηματογράφος εν γένει είναι είδος προς εξαφάνιση στην Ελλάδα. Για μένα το σινεμά είναι κάτι που αλλάζει την ποιότητα του χρόνου μου. Και γύρω μου υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που είναι ακόμη μαγεμένοι απ’ αυτή την τέχνη και με τον τρόπο τους αποτίουν τον φόρο τιμής που της αντιστοιχεί».


Η αγωνία του σκηνοθέτη…


Ο Ρένος Χαραλαμπίδης και το «Νο budget story» του εκπροσωπεί σίγουρα μια νέα γενιά ανεξάρτητων ελλήνων σκηνοθετών. Η ταινία του γυρίστηκε σε έξι μήνες και το μοντάζ έγινε σε 15 ημέρες ο ίδιος εργαζόταν περίπου 24 ώρες την καθεμία… Στη συνέχεια η ταινία μεταφέρθηκε από το βίντεο στο φιλμ. «Θυμάμαι ακόμη το συναίσθημα που ένιωσα όταν η ταινία επρόκειτο να παιχθεί στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Δεν είχα προλάβει ακόμη να τη δω και δεν ξέραμε καν αν θα έχουμε εικόνα. Θυμάμαι που ρώτησα τον βοηθό σκηνοθέτη: «Εχουμε εικόνα;». Και μου απάντησε: «Δεν ξέρω, ίσως να έχουμε, ίσως όχι». Το μόνο που θυμάμαι μετά ήταν τα φώτα να σβήνουν σιγά σιγά ενώ εγώ σκεφτόμουν: «Κάπως έτσι πρέπει να είναι όταν σε θάβουν ζωντανό»». Η ερώτηση είναι αυθόρμητη. Και μετά; «Δεν θυμάμαι καθόλου. Ημουν τόσο σοκαρισμένος που τα ξέχασα όλα. Θυμάμαι μόνο τους διανομείς που όρμηξαν επάνω μου όταν τελείωσε η ταινία. Τελικά βέβαια είχαμε εικόνα και ήταν και καλή». Περί ανεξάρτητου σινεμά; «Η παραγωγή στην Ελλάδα είναι τόσο μικρή» λέει ο Ρ. Χαραλαμπίδης. «Εγώ όταν ξεκίναγα δεν ήξερα τι θα ακολουθήσει. Οταν κάνεις μια τέτοια ταινία, δεν ξέρεις καν αν θα φτάσεις στο τέλος. Τελείωσα τα γυρίσματα με 300.000 δρχ. Φυσικά δεν πληρώθηκε κανένας από τους συντελεστές γιατί ήταν όλοι καλοί φίλοι. Και τελικά η ταινία μου έφτασε στην Tribeca Film Center του Ρόμπερτ ντε Νίρο στη Νέα Υόρκη!». Και συνεχίζει: «Ανεξάρτητος είναι ο κινηματογράφος που σου δίνει την αίσθηση της ελευθερίας των επιλογών σε αισθητικό επίπεδο, όχι σε οικονομικό. Ελευθερία πέρα από το κλισέ και το στερεότυπο. Πέρα από το αναμενόμενο. Αυτό είναι που σπανίζει στην Ελλάδα. Το καινούργιο είναι ανάγκη ή απάτη. Με τον εγκέφαλο δείχνεις την απάτη, με την καρδιά την ανάγκη. Είναι όπως το φαγητό. Οταν πεινάς, δεν σκέφτεσαι ότι θέλεις μόνο ένα συγκεκριμένο είδος φαγητού. Απλώς πρέπει να φας. Εγώ αν δεν έκανα το «Budget» θα έσκαγα». (Σ.σ.: Ο Ρ. Χαραλαμπίδης γύρισε νέα ταινία στην οποία θα πρωταγωνιστήσει ο ίδιος μαζί με τον Μ. Ιατρόπουλο. Οπως λέει ο ίδιος, τα «Φτηνά τσιγάρα» του θα είναι μια ρομαντική κομεντί μαγικού ρεαλισμού…)


Αντί επιλόγου, η άποψη ενός ανθρώπου που ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Ο πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου Μάνος Ευστρατιάδης δηλώνει περί του ανεξάρτητου σινεμά στην Ελλάδα: Στην Ελλάδα και κάτω από τις σημερινές συνθήκες παραγωγής και διανομής των ταινιών δεν είναι εύκολο να ορίσουμε με καθαρότητα και ακρίβεια τον ανεξάρτητο κινηματογράφο στα καθ’ υμάς. Ισως γιατί δεν υπάρχει στη χώρα μας το πανίσχυρο αντίπαλο δέος, η οργανωμένη βιομηχανία του σινεμά, που θα επέτρεπε και τη σταθερή αμφισβήτησή της με τη μορφή ενός ευδιάκριτου φαινομένου. Παλαιότερα βέβαια, από το ’55 ως το ’75, οι κινηματογραφιστές που αμφισβητούσαν τους κατεστημένους τρόπους παραγωγής και ιδεολογικής έκφρασης του ψυχαγωγικού κινηματογράφου της εποχής δημιούργησαν με τον τρόπο τους ένα ανεξάρτητο ρεύμα έκφρασης. Μετά τη σαρωτική κρίση του ’70-’80 η υποδομή σε επίπεδο βιομηχανίας και παραγωγής καταστράφηκε και η μοίρα του σηματοδοτήθηκε ως και τις μέρες μας από την αδυναμία απόσβεσης του κόστους ταινιών που γυρίζονταν. Αυτό βέβαια οδήγησε στην αναπόφευκτη και αναγκαία κρατική οικονομική στήριξη. Ο ελληνικός κινηματογράφος επιβίωσε για να παρουσιάσει τα τελευταία χρόνια σημαντικές ενδείξεις ανάκαμψης». Ο Μ. Ευστρατιάδης συνεχίζει με μια σημαντική διαπίστωση: «Οσο εντυπωσιακές και αν γίνουν αυτές οι ενδείξεις τα επόμενα χρόνια, η απόσβεση του κόστους των ταινιών θα παραμείνει δυσπρόσιτος στόχος. Αυτό σημαίνει ότι η συμπληρωματική χρηματοδότηση της παραγωγής από το κράτος θα παραμείνει αναγκαία συνθήκη για την ήδη διαφαινόμενη ανάπτυξη του ελληνικού κινηματογράφου. Οι νέες ευνοϊκές συνθήκες που δημιουργούνται στον χώρο της παραγωγής και της εκμετάλλευσης βέβαια επιβάλλουν τη μεγαλύτερη δυνατή κινητοποίηση του ιδιωτικού τομέα και τη διαμόρφωση των ευρύτερων δυνατών συνεργασιών στον οπτικοακουστικό χώρο. Συνηθίσαμε να αποκαλούμε ανεξάρτητη την παραγωγή που γίνεται χωρίς ή με την ελάχιστη ενίσχυση του Κέντρου. Οι παραγωγές αυτές γίνονται με μεγάλη δυσκολία, χαμηλό κόστος και προσωπική θυσία των δημιουργών τους. Ως σήμερα ως φαινόμενο είχαν αποσπασματικό χαρακτήρα και οδηγούνταν από την καθ’ όλα θεμιτή επιθυμία ανθρώπων στους οποίους το Κέντρο αρνήθηκε πλήρη χρηματοδότηση. Πολλές απ’ αυτές τις προσπάθειες είχαν αξιοσημείωτο αποτέλεσμα αλλά δεν συγκροτούν ευδιάκριτο ρεύμα ανεξάρτητων κινηματογραφιστών στην Ελλάδα». Ποια είναι η πολιτική του Κέντρου; Ο Μ. Ευστρατιάδης απαντάει: «Το Κέντρο έχει προβλέψει από το ’97 περιορισμένη οικονομική ενίσχυση παρόμοιας προσπάθειας στο πλαίσιο του προγράμματος «Κίνητρο 1». Πιστεύω ότι το ζητούμενο στις μέρες μας είναι πραγματικά η εμφάνιση και η ευδόκιμη παρουσία στον ελληνικό κινηματογραφικό χώρο ανεξάρτητων παραγωγών, που να μπορούν με τη συμπληρωματική στήριξη της πολιτείας και με την εκμετάλλευση των δυνατοτήτων της χρηματοδότησης, που σιγά σιγά διευρύνονται, να πραγματοποιούν ταινίες με υψηλό επίπεδο αλλά και δυνατότητα απόσβεσης των χρημάτων τους. Αυτό είναι και το αναπτυξιακό σκέλος της πολιτικής του Κέντρου στο πλαίσιο του προγράμματος «Κίνητρο 2», το οποίο και προβλέπει συμπληρωματική χρηματοδότηση ανεξάρτητων παραγωγών σε σημαντικό ύψος, αρκεί να διασφαλίζεται ο επαγγελματισμός της προσπάθειας και οι προβλεπόμενες από τον κανονισμό του Κέντρου ιδιωτικές επενδύσεις. Με τον τρόπο αυτό ίσως αποκτήσουμε τελικά ανεξάρτητο κινηματογράφο».

Archive
Σίβυλλα
Helios Kiosk