Λόγω οικογενειακών δεσμών, η ιστορία του υπογράφοντος με την πρωτεύουσα του Νομού Αργολίδας και το σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων θέρετρό της, το Τολό, είναι τόσο στενή, που ο κίνδυνος μέσα σε λίγες «ταξιδιωτικές» γραμμές να παραλειφθούν σημαντικές πληροφορίες είναι μεγάλος – κυρίως για το Ναύπλιο, που θεωρείται μία από τις ομορφότερες πόλεις της Ελλάδας. Ετσι, θα περιοριστώ σε όσα αποτελούν για εμένα σημεία αναφοράς, ξεκινώντας με μια πρόταση για διαμονή, φαγητό ή καφέ στο παλιό λιμάνι, με εκπληκτική θέα στο Μπούρτζι, το περίφημο Amphitryon Hotel, λίγα μέτρα από την πλαζ της Αρβανιτιάς – το μόνο σημείο μέσα στην πόλη του Ναυπλίου που προσφέρεται για μπάνιο.

Εκεί γυρίστηκε το κλασικό ερωτικό δράμα του Γιώργου Σκαλενάκη «Ντάμα σπαθί» (1966), με την Ελενα Ναθαναήλ ανάμεσα στον Σπύρο Φωκά και τον Θόδωρο Ρουμπάνη. Σε μικρή απόσταση, υπάρχουν ακόμα οι εγκαταστάσεις του Ξενία, που κάποτε, στη δεκαετία του 1970, ήταν η κορωνίδα των ξενοδοχείων της περιοχής. Εχω περπατήσει αμέτρητες φορές την παλιά πόλη του Ναυπλίου, έχω απολαύσει αμέτρητες φορές τον καφέ μου σε κάποιο από τα cafés της πλατείας Συντάγματος, αλλά περιέργως δεν έχω ανέβει ποτέ τα σκαλοπάτια του Παλαμηδίου – αν και θα έπρεπε. Σημεία που ξεχωρίζω στο ιστορικό κέντρο της πόλης είναι το εγκαταλελειμμένο σπίτι του ποιητή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς Νίκου Καρούζου (1926-1990) – έχει ανοίξει μόνο για πολιτιστικές εκδηλώσεις του Φεστιβάλ Ακροναυπλίας – στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου 35 και ο παλαιός σιδηροδρομικός σταθμός Ναυπλίου σχεδόν απέναντι.

Η πόλη αυτή θα είναι για πάντα βαθιά χαραγμένη στην καρδιά μου, όπως και το Τολό, το οποίο ανακάλυψα στα 80s και την τελευταία δεκαετία αδιαλείπτως περνώ εκεί τις καλοκαιρινές διακοπές μου. Δεν είμαι τόσο φαν της δημοφιλούς παραλίας Ψιλή Αμμος όσο, λίγο παρακάτω, των πλαζ πριν από το λιμάνι – δεν έχει υπάρξει φορά που να μπω στα νερά του Τολού και να μη μου αρέσουν. Παρότι η πολεοδόμηση της κωμόπολης δεν είναι ιδανική, η κεντρική οδός Σέκερη φέρει ακόμα κάτι από το παρελθόν και τη λατρεύω για τις απογευματινές βόλτες μου. Επί χρόνια πίνω τον πρωινό καφέ μου στου Ντίνου (σχεδόν απέναντι από το σουπερμάρκετ Λουλουδάκη), ενώ για γλυκό επιλέγω το Kleopatra’s Bakery λίγο παρακάτω. Λυπήθηκα όταν έκλεισε το εστιατόριο Chez Gilles του γάλλου σεφ Ζιλ, αλλά υπάρχει πάντα το Maria’s Restaurant με μεσογειακή κουζίνα. Τα κοντινά στο Τολό χωριά Βιβάρι, Δρέπανο και Ασίνη αποτελούν τον προσωπικό μου παράδεισο χάρη στην ομορφιά και την αυθεντικότητά τους.

Ενα έδεσμα που ανέκαθεν αποτελούσε μεγάλη αδυναμία μου είναι το τυρί. Λατρεύω όλα τα τυριά του κόσμου, αλλά κατά κύριο λόγο τα ελληνικά, και ανάμεσά τους έχω σε περίοπτη θέση το μετσοβόνε, προϊόν της ορεινής κωμόπολης των Ιωαννίνων που έχω επισκεφθεί πολλές φορές, κυρίως τους χειμερινούς μήνες. Οι πεζοπορικές διαδρομές και τα χιονοδρομικά κέντρα του Μετσόβου έχουν συμβάλει στη δημοφιλία του, ενώ οι διαδρομές από το Μέτσοβο προς τη Βοβούσα, στην καρδιά του Εθνικού Δρυμού Πίνδου (Βάλια Κάλντα), ή προς τα νότια (Χαλίκι, Συρράκο, Καλαρρύτες) είναι ιδανικές για όσους αγαπούν τη φύση και τη σωματική άσκηση. Μια τρίτη εντυπωσιακή ορεινή διαδρομή είναι αυτή προς τα βλαχοχώρια της περιοχής του Ανω Ασπροποτάμου στη νότια Πίνδο (ανάμεσά τους η Ανθούσα, η Κρανιά, το Κατάφυτο, η Μηλιά και το Στεφάνι).

Καθότι «τυράς», αναπόφευκτος σταθμός μου όποτε πηγαίνω στο Μέτσοβο είναι φυσικά το πρότυπο τυροκομείο του Ιδρύματος Βαρώνου Μιχαήλ Τοσίτσα στο τεράστιας έκτασης κτήμα της περιοχής. Το τυροκομείο δεν έπαψε ποτέ να μου προκαλεί εντύπωση με την αξιοθαύμαστη απλότητά του – και ίσως για αυτή ακριβώς να ξεχωρίζει και να αποτελεί υπόδειγμα από το 1958. Εκεί παράγεται το πασίγνωστο μετσοβόνε, μια μείξη αγελαδινού (κατά το μεγαλύτερο μέρος) και κατσικίσιου γάλακτος, ένα τυρί που με την πικάντικη, καπνιστή γεύση του μπορεί να προκαλέσει… μέθη στους λάτρεις του τυριού.

Μιλώντας για μέθη, μνεία οφείλει να γίνει στο εξίσου διάσημο κρασί της περιοχής (στο Μέτσοβο βρίσκονται οι πιο ορεινοί αμπελώνες της Ελλάδας), το οποίο – αν μη τι άλλο – ταιριάζει γάντι με το τυρί! Προϊόν του οινοποιείου Κατώγι Αβέρωφ, δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τα αντίστοιχα κρασιά του Μπορντό – το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για τις εγκαταστάσεις του οινοποιείου, που διαρκώς ανανεώνονται και από το 2008 περιλαμβάνουν και ξενοδοχείο, πρότυπο οινοτουριστικής μονάδας στην Ελλάδα.

Αρχικώς γνωστό ως Κατώγι Μετσόβου, το οινοποιείο άλλαξε όνομα μετά τον θάνατο του Ευάγγελου Αβέρωφ, το 1990. Χάρη σε εκείνον, άλλωστε, η αμφιθεατρικά χτισμένη πόλη στις πλαγιές της Πίνδου, σε υψόμετρο 1.200 μ., άρχισε σιγά-σιγά να αναπτύσσεται στα τέλη της δεκαετίας του 1950, αποτελώντας πατρίδα σπουδαίων ευεργετών, από τον Γεώργιο Αβέρωφ και τον Μιχαήλ Τοσίτσα μέχρι τον Νικόλαο Στουρνάρα.

Γνωστή τηλεοπτική σειρά των καιρών μας έχει αποτελέσει την καλύτερη διαφήμιση για τη γραφική κωμόπολη, όμως η αλήθεια είναι ότι αυτή η «αρχοντοπούλα» στα νότια του Νομού Φωκίδας δεν έχει ιδιαίτερα την ανάγκη της, καθότι πασίγνωστη εδώ και πολλές δεκαετίες ως ένας από τους πιο όμορφους και ιστορικούς παραθαλάσσιους τόπους της Ελλάδας. Χτισμένο στον Κρισσαίο όρμο του Κορινθιακού Κόλπου, το Γαλαξίδι χρειάστηκε πολλή δουλειά (και αρκετή τύχη) ώστε να αναδειχθεί όπως έπρεπε. Εως το 1963 παρέμενε απομονωμένο από ξηράς και επικοινωνούσε με τον «έξω κόσμο» μόνο με… βάρκες και πλοιάρια, κάτι που θα άλλαζε όταν ολοκληρώθηκε ο δρόμος Ιτέας – Ναυπάκτου. Στην ανάπτυξή του σημαντικό ρόλο έπαιξε και το ότι το 1978 χαρακτηρίστηκε διατηρητέος οικισμός – από τα πετρόκτιστα αρχοντικά έως τα περίφημα καπετανόσπιτα, τα κτίσματα στο κέντρο έχουν διατηρήσει την ταυτότητά τους και βέβαια πολλά από αυτά έχουν μετατραπεί σε προσεγμένα, φιλόξενα καταλύματα.

Η ναυτιλία ήταν ανεπτυγμένη στο Γαλαξίδι πολύ πριν από την Επανάσταση του 1821. Η μεγαλύτερη ακμή της ήταν κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, με τα ιστιοφόρα της ναυτικής πολιτείας να φθάνουν ως τη Μαύρη Θάλασσα και τον Δούναβη. Η κάμψη ήρθε με την εμφάνιση των ατμόπλοιων, στην αυγή του 20ού αιώνα, και με την κατασκευή του Ισθμού της Κορίνθου. Επτά χιλιόμετρα έξω από το Γαλαξίδι, οι μνήμες της ένδοξης ναυτοσύνης ξαναζωντανεύουν στη θέα του Φάρου στη χερσόνησο Ψαρομύτα, που εγκαινιάστηκε το 1894. Η ναυτική ιστορία του τόπου πάντως είναι καταγεγραμμένη στο Ναυτικό και Ιστορικό Μουσείο Γαλαξιδίου, το πρώτο του είδους του στη χώρα μας, όπου εκτίθενται από ημερολόγια καταστρώματος και ναυτικοί χάρτες έως αντικείμενα πλοίων και αρχαιολογικά ευρήματα. Η πολιτιστική κληρονομιά του τόπου φυλάσσεται και στο Λαογραφικό Μουσείο, στο Αρχοντικό Αγγελή.

Ιδανικό για πρωινό καφέ δίπλα στη θάλασσα είναι το Καφφενείον ο Θεμιστοκλής, στην Ακτή Οιάνθης, το πιο παλιό καφενείο του Γαλαξιδίου και χαρακτηριστικό δείγμα της τοπικής αρχιτεκτονικής, χτισμένο στα τέλη του 19ου αιώνα. Οι καλοφαγάδες θα πρέπει να έχουν υπόψη ότι το παραδοσιακό φαγητό του τόπου, ήτοι κρεμμύδια γεμιστά με κιμά και ρύζι, είναι τα Σλεγόμενα «κελέμια», ενώ στις γλυκές γεύσεις πρωτοστατεί το ραβανί φτιαγμένο με ρύζι.