Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Θα αδικούσε κανείς τη Βενετία εάν τη χαρακτήριζε απλώς μία πόλη. Στην πραγματικότητα είναι μια μυθιστορηματικής κοπής αφήγηση, μια ιδέα ανέγγιχτη από την πατίνα του χρόνου και βέβαια ένα ζωντανό παλίμψηστο εξουσίας, χρήματος και υψηλής αισθητικής.

Εκεί όπου άλλοτε οι Δόγηδες έχτιζαν παλάτια για να καθρεφτίσουν τον πλούτο και την ισχύ τους, σήμερα οι σύγχρονοι δισεκατομμυριούχοι στήνουν τα δικά τους πολιτιστικά οχυρά. Οπως η οικογένεια Γκούγκενχαϊμ στο παρελθόν, ή το Fondazione Prada πιο πρόσφατα, με το Ca’ Corner della Regina.

Βεβαίως, όταν βάζει κανείς δίπλα-δίπλα τις λέξεις Βενετία, τέχνη και business, το άθροισμα που προκύπτει δεν είναι άλλο από το όνομα του Φρανσουά Πινό.

Ο 89χρονος γάλλος μεγιστάνας, ορκισμένος αντίπαλος του έτερου αυτοκράτορα της πολυτέλειας Μπερνάρ Αρνό (LVMH), δεν αρκέστηκε απλώς στο να δηλώσει «παρών». Μετατρέποντας υποδειγματικά το εμβληματικό Palazzo Grassi και την Punta della Dogana σε υπερσύγχρονους ναούς της τέχνης, έχει ουσιαστικά εξαγοράσει τον τίτλο του σύγχρονου Δόγη της Γαληνοτάτης.

Στα ακόμα καλύτερα – για τον ίδιο – νέα, έχει αποκτήσει το προνόμιο να παραμένει ανέγγιχτος από ίντριγκες, μικροπολιτικές διαφωνίες και διπλωματικές έριδες, όπως αυτές που κλυδωνίζουν εσχάτως την ιστορική Μπιενάλε της Βενετίας, αποδεικνύοντας ότι το ιδιωτικό κεφάλαιο ενίοτε λειτουργεί ακόμα και ως προσωρινό θεσμικό καταφύγιο.

Η Μπιενάλε στη σκιά του πολέμου και της γεωπολιτικής θύελλας

Η 61η Διεθνής Εκθεση Τέχνης της Βενετίας, οι «Ολυμπιακοί Αγώνες της Τέχνης» όπως χαρακτηρίζεται η Μπιενάλε, που εγκαινιάστηκε το προηγούμενο Σάββατο και θα διαρκέσει σχεδόν έως τα τέλη Νοεμβρίου, προοριζόταν να είναι μια γιορτή της παγκόσμιας έκφρασης με προϋπολογισμό που αγγίζει τα 20 εκατομμύρια ευρώ και προσδοκίες για περισσότερους από 800.000 επισκέπτες.

Αντ’ αυτού, προτού ακόμη πραγματοποιηθούν τα θυρανοίξια, είχε γεννήσει ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στην πολυετή ιστορία του θεσμού.

Μόλις λίγες ημέρες πριν από τα επίσημα εγκαίνια, η παγκόσμια καλλιτεχνική κοινότητα πάγωσε: Η διεθνής κριτική επιτροπή, υπό την προεδρία της βραζιλιάνας επιμελήτριας Σολάνζ Φαρκάς, υπέβαλε σύσσωμη την παραίτησή της. Η αιτία; Μια αμιγώς πολιτική απόφαση που προκάλεσε την οργή της ιταλικής κυβέρνησης.

Η επιτροπή είχε ανακοινώσει πως αρνείται να εξετάσει προς βράβευση (με τους περίφημους Λέοντες) εθνικά περίπτερα χωρών των οποίων οι ηγέτες έχουν κατηγορηθεί από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ICC) για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας – φωτογραφίζοντας ξεκάθαρα τη Ρωσία και το Ισραήλ. Η πολιτική παρέμβαση ήταν άμεση.

Ο ιταλός υπουργός Πολιτισμού έστειλε ελεγκτές στα γραφεία της Μπιενάλε στο Ca’ Giustinian, ενώ ο νέος πρόεδρος του θεσμού, ο συντηρητικός συγγραφέας Πιετράντζελο Μπουταφουόκο, αναγκάστηκε να μεταθέσει την τελετή απονομής των βραβείων για τον Νοέμβριο, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να κερδίσει χρόνο.

Στους ιστορικούς καταπράσινους Giardini della Biennale και τους αχανείς χώρους του Arsenale, παρά τις προσπάθειες αποκλιμάκωσης, η ατμόσφαιρα παραμένει ηλεκτρισμένη.

Ουκρανοί καλλιτέχνες διαδηλώνουν, παλαιστίνιοι ακτιβιστές και υποστηρικτές τους πραγματοποιούν σιωπηρές πορείες φέροντας στα ρούχα τους τα ονόματα νεκρών της Γάζας, ενώ νωπές είναι οι μνήμες από την προηγούμενη διοργάνωση, το 2024, όταν το εθνικό περίπτερο του Ισραήλ παρέμεινε κλειδωμένο κατόπιν επιθυμίας της καλλιτέχνιδας Ρουθ Πατίρ και των επιμελητών, οι οποίοι ζητούσαν τότε να υπάρξει επίσημη συμφωνία εκεχειρίας και απελευθέρωσης των ισραηλινών ομήρων.

Μέσα σε αυτό το θορυβώδες σκηνικό, που θυμίζει περισσότερο σύνοδο του ΟΗΕ σε κρίση παρά οικουμενική γιορτή της αισθητικής, τα ιδιωτικά ιδρύματα της πόλης – και κυρίως τα μουσεία του Πινό – φαντάζουν οάσεις σταθερότητας.

Palazzo Grassi – Punta della Dogana: Το real estate της τέχνης

Ο τρόπος που ο Φρανσουά Πινό κατάφερε να αποκτήσει τα δύο πολυτιμότερα «πετράδια» του real estate στέμματος της Βενετίας είναι αποτέλεσμα της επιχειρηματικής ευφυΐας, του ατσάλινου πείσματος και, βεβαίως, της ανεξάντλητης ρευστότητας του τραπεζικού του λογαριασμού.

Στις αρχές των 00s, ο γάλλος δισεκατομμυριούχος είχε κουραστεί από τη γραφειοκρατία της πατρίδας του που έθετε διαρκή αναχώματα στα σχέδιά του για ένα τεράστιο μουσείο στο Île Seguin, στο παλιό εργοστάσιο της Renault στο Παρίσι. Ετσι, άλλαξε ρότα και έστρεψε το βλέμμα του στην Ιταλία.

Το 2005 αγόρασε το περίφημο Palazzo Grassi. Δεν επρόκειτο για μια τυχαία αγορά. Το αριστουργηματικό νεοκλασικό μέγαρο του 18ου αιώνα, χτισμένο από τον αρχιτέκτονα Τζόρτζιο Μασάρι μεταξύ 1748 και 1772, ανήκε προηγουμένως στην οικογένεια Ανιέλι (τους πανίσχυρους ιδιοκτήτες της Fiat), η οποία το απέκτησε το 1983 για να το μετατρέψει σε εκθεσιακό κέντρο.

Μετά τον θάνατο του Τζιάνι Ανιέλι το 2003, η οικογένεια αποφάσισε να το πουλήσει. Ο Φρανσουά Πινό το «άρπαξε» αντί 29 εκατομμυρίων ευρώ και ανέθεσε αμέσως στον στενό του φίλο, τον βραβευμένο με Pritzker ιάπωνα μινιμαλιστή αρχιτέκτονα Ταντάο Αντο, την αναμόρφωση του εσωτερικού.

Το αποτέλεσμα; Ενας μεγαλειώδης εκθεσιακός χώρος 5.000 τετραγωνικών μέτρων που άνοιξε τις πύλες του τον Απρίλιο του 2006, προκαλώντας δέος και μόνο από τον τρόπο που το φως λούζει το κεντρικό αίθριο.

Ομως, το Palazzo Grassi από μόνο του δεν ήταν αρκετό για το όραμα του γάλλου Κροίσου. Ο Πινό είχε βάλει στο μάτι το απόλυτο τοπόσημο: το εγκαταλελειμμένο κτίριο των παλαιών τελωνείων, την Punta della Dogana.

Το εμβληματικό τριγωνικό κτίριο, οι ρίζες του οποίου φθάνουν στον 15ο αιώνα – αν και η σημερινή του μορφή χρονολογείται μεταξύ 1677 και 1682 –, δεσπόζει ακριβώς στο σημείο όπου το Canal Grande συναντά το κανάλι Giudecca, στεφανωμένο από το μπρούντζινο άγαλμα της Τύχης (Fortuna) που περιστρέφεται με τον άνεμο.

Το κτίριο αυτό διεκδικούνταν σθεναρά και από το Ιδρυμα Guggenheim, του οποίου η διευθύντρια της συλλογής στη Βενετία ονειρευόταν μια επέκταση, επιστρατεύοντας μάλιστα τη διάσημη αρχιτέκτονα Ζάχα Χαντίντ για να σχεδιάσει μια εντυπωσιακή, φουτουριστική πρόταση.

Η μάχη μεταξύ των δύο κολοσσών ήταν ανελέητη, ένα κανονικό μπρα ντε φερ δισεκατομμυρίων. Ο Πινό τελικά κέρδισε τις τοπικές αρχές όχι μόνο με την οικονομική του επιφάνεια, αλλά με το αναλυτικότατο μουσειολογικό πλάνο που κατέθεσε.

Εξασφάλισε τη μακροχρόνια μίσθωση 33 ετών και επένδυσε αστραπιαία 20 εκατομμύρια ευρώ για την ανακαίνιση. Ο Ταντάο Αντο ανέλαβε ξανά δράση: αφαίρεσε τα εσωτερικά χωρίσματα δεκαετιών, αποκάλυψε τις αυθεντικές ξύλινες δοκούς της οροφής και τους τοίχους από εμφανή τούβλα, και έριξε το χαρακτηριστικό του λείο, γυαλισμένο σκυρόδεμα στα δάπεδα. Το 2009, η Punta della Dogana παραδόθηκε στο κοινό ως ένα από τα πιο υποβλητικά μουσεία του πλανήτη.

Τι βλέπουμε τώρα στα ιδρύματα του Πινό

Ενώ η Μπιενάλε της Βενετίας κλυδωνίζεται από εσωτερικές κρίσεις, τα μουσεία του Πινό συνεχίζουν απτόητα. Μάλιστα, αντί για μεγάλες ατομικές ρετροσπεκτίβες, παρουσιάζουν για πρώτη φορά ταυτόχρονα τέσσερις διαφορετικούς καλλιτέχνες στα δύο κτίρια.

Στο Palazzo Grassi φιλοξενείται ο γεννημένος στο Ναϊρόμπι Βρετανοκενυάτης Μάικλ Αρμιταζ. Με την έκθεση «The Promise of Change», ο 42χρονος ζωγράφος γράφει ιστορία ως ο νεότερος καλλιτέχνης που αποκτά ποτέ ατομική έκθεση στο συγκεκριμένο κτίριο. Στους εντυπωσιακούς χώρους του παλάτσο παρουσιάζονται 45 μεγάλων διαστάσεων πίνακες και πάνω από 100 σχέδια, τα οποία καλύπτουν περισσότερο από μία δεκαετία δημιουργίας.

Απορρίπτοντας τον παραδοσιακό δυτικό καμβά, ο Αρμιταζ ζωγραφίζει με λάδι αποκλειστικά επάνω σε Lubugo, ένα παραδοσιακό, τραχύ ύφασμα από φλοιό δέντρου από την Ουγκάντα, του οποίου οι τρύπες και οι ραφές ενσωματώνονται στα έργα.

Μέσα από αυτούς τους καμβάδες καταπιάνεται με τη βία, τη μεταναστευτική κρίση και τις αιματηρές πολιτικές αναταραχές, όπως ήταν η άγρια καταστολή στις εκλογές της Κένυας το 2017. Στον δεύτερο όροφο του ίδιου κτιρίου, ο ινδός εικαστικός και κινηματογραφιστής Αμάρ Κανουάρ παρουσιάζει το «Co-travellers». Το έργο που κλέβει την παράσταση είναι η πολυμεσική εγκατάσταση «The Torn First Pages» (2004-2008), ένας συγκλονιστικός φόρος τιμής στον αγώνα για δημοκρατία στη Μιανμάρ.

Διασχίζοντας το Μεγάλο Κανάλι προς την Punta della Dogana το σκηνικό αλλάζει. Σε μια στρατηγική συνεργασία με το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, η γεννημένη στο Μπρούκλιν Λόρνα Σίσμον παρουσιάζει την έκθεση «Third Person».

Συγκεντρώνοντας περίπου 50 έργα, η Σίμσον αντλεί αρχειακό υλικό από παλιά τεύχη των εμβληματικών αφροαμερικανικών περιοδικών «Ebony» και «Jet». Στον επάνω όροφο του παλιού τελωνείου ο Βραζιλιάνος Πάουλο Νασαρέ δημιουργεί μια βιωματική εμπειρία με την έκθεση «Algebra». Ο τίτλος δεν είναι τυχαίος: προέρχεται από το αραβικό «al-jabr», που ιστορικά σήμαινε την ιατρική ανάταξη των σπασμένων οστών.

Το στήσιμο της έκθεσης είναι ευφυές. Μια παχιά γραμμή από αλάτι διατρέχει όλες τις αίθουσες, σχηματίζοντας σταδιακά το περίγραμμα ενός «tumbeiro» – όπως αποκαλούσαν τα πορτογαλικά δουλεμπορικά πλοία που διέσχιζαν τον Ατλαντικό.

Το έργο του καλλιτέχνη, ο οποίος φημίζεται για τις επικές πεζοπορίες του, όπως αυτές στο πλαίσιο της σειράς «Notícias de América», όταν περπάτησε επί 10 μήνες από τη Βραζιλία έως τη Νέα Υόρκη εκθέτοντας στο τέλος τις φθαρμένες σαγιονάρες Havaianas του, επιχειρεί να ρίξει φως ακριβώς σε αυτά που τα κιτάπια του βενετσιάνικου τελωνείου αρνήθηκαν να καταγράψουν: τον ανθρώπινο πόνο, τη σκλαβιά και το αίμα πίσω από το παγκόσμιο εμπόριο.

Ο θησαυρός μιας ζωής

Η συλλογή του Φρανσουά Πινό – υπενθυμίζεται ότι στον ίδιο ανήκει από το 2021 και το Bourse de Commerce, το εντυπωσιακά ανακαινισμένο (με κόστος 195 εκατ. δολάρια) παλαιό χρηματιστήριο του Παρισιού – ξεκίνησε δειλά το 1972 με την αγορά του πίνακα «Αγρόκτημα στη Βρετάνη» του Πολ Σεριζιέ, του πρώτου έργου που τον συγκίνησε, καθώς του θύμιζε την ιδιαίτερη πατρίδα του.

Σήμερα το εικαστικό πορτφόλιό του αριθμεί πάνω από 10.000 έργα, δημιουργημένα από περίπου 400 μοντέρνους και σύγχρονους καλλιτέχνες. Η αξία τους, σύμφωνα με τους συντηρητικότερους υπολογισμούς των εκτιμητών, ξεπερνά το 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ. Από μινιμαλιστές και ιστορικούς εκπροσώπους της ιταλικής Arte Povera (όπως οι Πιστολέτο και Πενόνε), μέχρι τους απόλυτους σουπερστάρ της αγοράς, όπως ο Τζεφ Κουνς, ο Σάι Τουόμπλι, η Σίντι Σέρμαν και ο Μαουρίτσιο Κατελάν.

Αλλωστε, ποιος μπορεί να ξεχάσει την έκθεση-υπερπαραγωγή του Ντέιμιεν Χιρστ με τίτλο «Treasures from the Wreck of the Unbelievable» το 2017 στα δύο μουσεία του Πινό στη Βενετία, η οποία κόστισε 50 εκατομμύρια δολάρια και έγραψε ιστορία;

Ο ίδιος ο Πινό έχει δηλώσει κυνικά στο παρελθόν πως όταν αποφασίζει να αγοράσει τέχνη, νιώθει σαν να βγαίνει παγανιά με το καρότσι του σουπερμάρκετ. Και βέβαια δεν περιμένει τις δημοπρασίες για το επόμενο απόκτημά του.

Επισκέπτεται ατελιέ, ανακαλύπτει νέα ταλέντα, τα χρηματοδοτεί και, με μια του μόνο αγορά, ανεβάζει τις μετοχές τους στο χρηματιστήριο της τέχνης, τοποθετώντας τα εν μιά νυκτί στο πάνθεον του art world.

Ιντριγκες, χρήμα και Χόλιγουντ: Η δυναστεία Πινό

Η στρατηγική και η μεθοδικότητά του είναι παροιμιώδεις. Και εντυπωσιακές, ειδικά εάν αναλογιστεί κανείς πως μιλάμε για έναν αυτοδημιούργητο άνθρωπο που παράτησε το σχολείο στα 16 του (επειδή του έκαναν bullying για την επαρχιώτικη προφορά του) και ξεκίνησε την επαγγελματική σταδιοδρομία του τη δεκαετία του ’60 δουλεύοντας στην επιχείρηση ξυλείας του πατέρα του στη Βρετάνη. Σήμερα, η προσωπική περιουσία της οικογένειας Πινό κυμαίνεται, σύμφωνα με το «Forbes», πέριξ των 27 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Αν και οδεύει προς τα 90, ο Πινό δεν αφήνει την αυτοκρατορία που δημιούργησε στην τύχη της. Εχοντας παραδώσει από το 2003 τα κλειδιά του ομίλου της Kering, φροντίζει τώρα για την τρίτη γενιά.

Το 2024, για παράδειγμα, τοποθέτησε τον νεαρό εγγονό του Φρανσουά Λουί Νικολά Πινό στο διοικητικό συμβούλιο του θρυλικού οίκου δημοπρασιών Christie’s, τον οποίο κατέχει εξ ολοκλήρου από το 1998.

Ωστόσο, ο πραγματικός σύγχρονος ηγέτης και διάδοχός του είναι ο γιος του, ο 63χρονος Φρανσουά-Ανρί Πινό (γνωστός στους κύκλους ως FHP). Ο FHP εκτελεί χρέη CEO του κολοσσού Kering, που ελέγχει βαριά χαρτιά της παγκόσμιας μόδας όπως οι οίκοι Gucci, Balenciaga, Saint Laurent και Bottega Veneta (με ετήσιο κύκλο εργασιών που φθάνει τα 16 δισεκατομμύρια ευρώ).

Παράλληλα, είναι πρόεδρος της οικογενειακής επενδυτικής εταιρείας Artémis, η οποία λειτουργεί ως η «ομπρέλα» της δυναστείας: κατέχει το θρυλικό οινοποιείο Château Latour στο Μπορντό, την εταιρεία πολυτελών κρουαζιερών Ponant, τo περιοδικό «Le Point», και από το 2023 τάραξε τα νερά της βιομηχανίας του θεάματος αγοράζοντας το πλειοψηφικό πακέτο του πρακτορείου ταλέντων του Χόλιγουντ Creative Artists Agency (CAA), έναντι 7 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Αναμφίβολα, τα επιχειρηματικά deals της δυναστείας, όπως και οι τεράστιες αγαθοεργίες της (η οικογένεια κατέβαλε ακαριαία 100 εκατομμύρια ευρώ για την ανακατασκευή της Παναγίας των Παρισίων το 2019 μόλις μερικές ώρες μετά την καταστροφική πυρκαγιά), αφήνουν ένα υπερμέγεθες αποτύπωμα στην οικονομία.

Οχι δηλαδή ότι δεν απασχολούν τον διεθνή Τύπο και με την ιδιώτευσή τους, μετατρέποντας συχνά το επιχειρηματικό ρεπορτάζ σε σκανδαλοθηρικό ανάγνωσμα. Ειδικά αν μιλάμε για τον βίο του Πινό υιού.

Το 2006, ο Φρανσουά-Ανρί ξεκίνησε να βγαίνει με τη μεξικανή σταρ του Χόλιγουντ, Σάλμα Χάγεκ, δημιουργώντας την απόλυτη γέφυρα μεταξύ της μόδας του Παρισιού και του κόκκινου χαλιού του Λος Αντζελες. Τον Σεπτέμβριο του 2007 γεννήθηκε η κόρη τους, Βαλεντίνα Παλόμα, και το 2009 το ζευγάρι παντρεύτηκε με δόξα και τιμή στο Παρίσι, ανανεώνοντας μάλιστα τους όρκους τους λίγους μήνες μετά στο αγαπημένο τους θέρετρο, τη Βενετία, φυσικά (το ξαναέκαναν το 2018 στη Γαλλική Πολυνησία).

Θα μιλούσαμε για την τέλεια οικογενειακή ευτυχία, εάν λίγο μετά δεν ανακαλύπτονταν σκελετοί στην ντουλάπα της ιδιωτικής ζωής του CEO. Συγκεκριμένα, η σύντομη σχέση του με το αλλοτινό supermodel των 90s Λίντα Εβαντζελίστα, η οποία διήρκεσε από τον Σεπτέμβριο του 2005 έως τον Ιανουάριο της επόμενης χρονιάς, είχε αποδώσει καρπό: έναν γιο, τον Ογκουστίν Τζέιμς, που ήρθε στον κόσμο τον Οκτώβριο του 2006 – μόλις 11 μήνες προτού γεννηθεί η κόρη του Πινό με τη Χάγεκ.

Η Εβαντζελίστα κράτησε αρχικά την ταυτότητα του πατέρα μυστική από τα media, αλλά όταν κατέφυγε στα δικαστήρια της Νέας Υόρκης ζητώντας το ιλιγγιώδες ποσό των 46.000 δολαρίων τον μήνα για διατροφή (το μεγαλύτερο που είχε ζητηθεί ποτέ από οικογενειακό δικαστήριο για ένοπλους σωματοφύλακες και νταντάδες σε 24ωρη βάση), το σκάνδαλο έλαβε παγκόσμιες διαστάσεις. Τελικά, η υπόθεση λύθηκε εξωδικαστικά, με ένα ποσό το ύψος του οποίου που δεν αποκαλύφθηκε ποτέ.

Ο Πινό αναγνώρισε και αγκάλιασε τον γιο του, διατηρώντας πλέον ισορροπίες. Σήμερα, η Σάλμα Χάγεκ – που λειτουργεί ως άτυπη, αλλά πανίσχυρη πρέσβειρα της Kering – ποζάρει χαμογελαστή στο Instagram μαζί με τον 19χρονο πλέον Ογκουστίν, αποδεικνύοντας πως το savoir faire, οι σωστές δημόσιες σχέσεις και τα δισεκατομμύρια μπορούν να λειάνουν ακόμα και τα πιο ακανθώδη σκάνδαλα. Οπως ακριβώς, δηλαδή, η συλλογή του πεθερού της λειαίνει και καλλωπίζει τις ρωγμές στον ιστορικό θεσμό και την έξωθεν καλή μαρτυρία της Βενετίας.