Περπατώντας στο κέντρο της Αθήνας μού κάνει εντύπωση πόσο έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια οι χώροι που εξυπηρετούν τις παραλαβές δεμάτων. Είτε είναι εσωτερικοί χώροι που φιλοξενούν ένα παζλ ντουλαπιών διαφόρων μεγεθών είτε αυτό το παζλ έχει τοποθετηθεί πάνω στο πεζοδρόμιο. Σκέφτομαι ότι αυτή η έντονη παρουσία τους στην πόλη οφείλεται από τη μία στην εδραίωση των εξ αποστάσεως αγορών (που εκτοξεύτηκαν επί πανδημίας) και από την άλλη στην όλο και αυξανόμενη πραγματική ανάγκη μεγάλης μερίδας των καταναλωτών για φθηνά προϊόντα, που κατεξοχήν προσφέρουν οι διαδικτυακές πλατφόρμες χιλιοτυλιγμένα σε πλαστικό. Η άνθιση αυτού του είδους κατανάλωσης άλλαξε και τον τρόπο παράδοσης των προϊόντων. Η μαζικότητα τον έκανε, ταιριαστά, πολύ πιο απρόσωπο. Πλέον δεν υπάρχει καμιά άμεση επικοινωνία με τους διανομείς. Πηγαίνεις και παραλαμβάνεις ό,τι ώρα θες πατώντας κάτι ψηφία. Κάτι σαν παράδοση κατ’ οίκον και παραλαβή από το κατάστημα μαζί. Συνεισφέρει, υποθέτω, στο φαινόμενο και η ανασφάλεια των μικροϊδιοκτητών ακινήτων. Προτιμούν να διαθέσουν τον μικρό, ισόγειο χώρο τους σε μια δραστηριότητα που μοιάζει ότι θα μείνει σταθερή για χρόνια, παρά να ψάχνουν για το ενοίκιο τον μικροεπιχειρηματία που μπορεί να γίνει πιο δυσεύρετος κι από βίντεο που δείχνει γιατρό να χτυπά τον υπουργό Υγείας στο νοσοκομείο της Νίκαιας.

Στους ίδιους δρόμους ξεφυτρώνουν τελευταία και άλλου είδους μαγαζιά. Αυτοί οι καλαίσθητοι χώροι που διαθέτουν χειροποίητα ρούχα ή αντικείμενα με μια αίσθηση μοναδικότητας ή οι μετα-φούρνοι που προσφέρουν ψωμί και μικρογεύματα από επιλεγμένα άλευρα της τάδε ή της δείνα εξωτικής προέλευσης. Πέρα από το γούστο των ιδιοκτητών/τριών τους, οι επιχειρήσεις αυτές αποπνέουν ένα άρωμα «εξευγενισμού», μια κάποια εκλεκτικότητα, μια αίσθηση ότι απευθύνονται και σε αυτούς και αυτές που ήρθαν να ζήσουν τον μύθο τους στην Ελλάδα. Διότι δεν πουλάνε μόνο εμπόρευμα, πουλάνε και την εξατομικευμένη εμπειρία. Δεν θα αρκεστούν να επιβεβαιώσουν μόνο την τιμή που γράφει πάνω στο ταμπελάκι το χειροποίητο κεραμικό ή να σου σερβίρουν το σάντουιτς με βουβαλίσιο σουτζούκι και μανούρι.

Μικρομέτοχος

Θα σου πιάσουν τη συζήτηση για τις ποιότητες των υφασμάτων και για τη βιολογική αγορά από όπου παίρνουν τα λαχανικά τους, θα σε ρωτήσουν τι κάνεις στη ζωή σου, θα δημιουργήσουν ένα κλίμα, όπου θα είσαι κάτι ανάμεσα σε πελάτισσα/ης και συνέταιρος. Ε, και με αυτές τις τιμές, μάλλον δικαιούσαι να αισθανθείς μικρομέτοχος.

Και έχει ενδιαφέρον η συνύπαρξη αυτών των καινοφανών φρούτων, που αρχικά μοιάζει παράταιρη, αλλά μάλλον λειτουργεί συμπληρωματικά. Γιατί δίπλα στους υποφωτισμένους ναΐσκους με τα ντουλάπια που περιέχουν τα μικροπροϊόντα μαζικής παραγωγής να μην παρατάσσονται τα κομψά καταστήματα για απαιτητικούς ουρανίσκους και εκλεπτυσμένα γούστα; Θα χαρακτήριζε κανείς αντίφαση τη μία μέρα να φοράς τα «καλά» σου για να πας στη δουλειά και την άλλη να βγεις για βόλτα με κάτι πρόχειρο; Να τρως το μεσημέρι κάτι ιδιαίτερο και το βράδυ κάτι απλό;

Και όπως ανάμεσα σε αυτά τα δύο – ας τα ονομάσουμε – άκρα, το τοπικό επιχειρείν (ο Θεός να το κάνει) εκπροσωπείται από τα γνωστά καφέ-τυροπιτάδικα, τα ψιλικατζίδικα των μεταναστών, τα πανταχού παρόντα φοροτεχνικά γραφεία, τα μικρά κέντρα αισθητικής και πάει λέγοντας, ένα αντίστοιχο φάσμα «πωλητών» και «αγοραστών» συνθέτει τον ιστό μιας κοινωνίας. Ολες και όλοι προσπαθούμε να πουλήσουμε τις αρετές και τις δεξιότητές μας, ώστε σε δεύτερη φάση να μπορέσουμε να αγοράσουμε κάτι που να μπορεί να γεμίσει το πιάτο μας ή να μας ζεστάνει όταν κάνει κρύο.

Αυτή την περίεργη περίοδο που εδώ και χρόνια ζει ο πλανήτης, βοηθά να επιστρέφουμε στα βασικά αυτού του κοινωνικού φάσματος. Η συμβίωσή μας καλό είναι να μην αντιμετωπίζεται ως παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, σε αυτή τη συνθήκη ας είμαστε συμπαίκτες κι όχι αντίπαλοι.