Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Η τραγωδία στην Ηλιούπολη, με την κοινή βουτιά θανάτου δύο 17χρονων κοριτσιών, άνοιξε – για ακόμη μία φορά – μια οδυνηρή συζήτηση. «Το Βήμα» δίνει τον λόγο σε ειδικούς, σε πανεπιστημιακούς, ψυχιάτρους και τους ίδιους τους μαθητές και μαθήτριες, επιχειρώντας να χαρτογραφήσει τον «λαβύρινθο» στον οποίο εγκλωβίζονται οι έφηβοί μας προτού καν γίνουν έφηβοι, όταν ακόμη κάνουν τα πρώτα τους βήματα στον κόσμο, αλλά και στη συνέχεια, όταν βγαίνουν στην αγορά εργασίας.

Αναδεικνύεται το πρόσωπο της Γενιάς Ζ, μιας γενιάς που, ενώ διεκδικεί την ψυχική της ισορροπία, βρίσκεται παγιδευμένη στην κουλτούρα των «likes» και των εξιδανικευμένων προτύπων. Παράλληλα, εξετάζεται η κρίση γονεϊκότητας, η κάθε πράξη αυτοκαταστροφής που προαναγγέλλεται βουβά και ένα εκπαιδευτικό σύστημα, που προσομοιάζει όμοιο με έναν σύγχρονο «Μινώταυρο», καταβροχθίζει τα όνειρα των παιδιών και τα μετατρέπει σε ένα ατέρμονο κυνήγι επιδόσεων.

Τα παιδιά και ο Μινώταυρος

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΙΤΣΑΡΑΣ / EUROKINISSI

Του Σάββα Σαββόπουλου

Το έμβρυο μεγαλώνει σε μια μήτρα που ονειρεύεται, φοβάται, ελπίζει, πλανάται. Οι γονείς, αδέξιοι, περιμένουν τη γέννηση ενός παιδιού. Πώς να είναι μητέρα και πατέρας τούς το λένε οι γονείς τους, οι γιαγιάδες, οι φίλοι, η τηλεόραση που ουρλιάζει, το Ινσταγκραμ, τα κότερα, τα πολυτελή αμάξια. Υπέρτατη αξία η επιτυχία, το χρήμα που αγοράζει τα πάντα. Ακόμη και τον παράδεισο.

Το παιδί που γεννήθηκε δυσκολεύονται να ακούσουν. Αυτό, στην αγκαλιά των γονιών, δεν νοιάζεται για χρήματα, να γίνει διάσημος. Μόνο μια ζεστή αγκαλιά, το γάλα-νέκταρ σκέφτεται, μέχρι χορτάτο να αποκοιμηθεί στον μαστό. Ονειρεύεται να ξανασυναντήσει το γενναιόδωρο στήθος, την αγκαλιά που το κράτησε. Να γνωρίσει τον πατέρα που αγκαλιάζει τη μητρική αγκαλιά. Τρεις άνθρωποι σε μια αγκαλιά. Ναι, αυτός μάλλον κάποτε υπήρξε ο παράδεισος.

Ενώ το παιδί ξεχνιέται στο όνειρο, δίπλα το ετοιμάζουν για ρόλο. Οχι να παραγάγει αγάπη, να έχει βλέμμα φωτεινό, όχι να παίξει ποδόσφαιρο για τη χαρά, να χορέψει για να πετάξει στο όνειρο. Παίζει για να γίνει Ρονάλντο, χορεύει για να είναι Σιλβί Γκιγιέμ. Αυτό μετράει. Η λάμψη. Τίποτα άλλο. Μια κρεατομηχανή επιθυμιών αναλαμβάνει τα παιδιά για να τα κάνει «κιμά», «χρήσιμους ανθρώπους», μηχανιστικούς ανθρώπους, κι αν δεν τα καταφέρουν μπορούμε να φτιάξουμε ρομπότ και τεχνητή νοημοσύνη. Τι κι αν δεν έχει συναίσθημα. Παράγει πλούτο. Θα μας κάνει θεούς. Τα παιδιά, τα αγόρια και τα κορίτσια, μπαίνουν στον λαβύρινθο του πολιτισμού όπου τους περιμένει ο Μινώταυρος. Ποιος Θησέας να βρεθεί, ποια Αριάδνη να δώσει το νήμα. Το εκπαιδευτικό σύστημα είναι ένας Μινώταυρος, το μόνο που ελπίζεις είναι το παιδί σου να είναι «Θησέας» και η κόρη σου «Αριάδνη». Οι άλλοι κινδυνεύουν να χαθούν. Εδώ ο βασιλιάς Αιγέας πήδηξε από τον βράχο στο Σούνιο στη θάλασσα. Δεν άντεξε το μαύρο πανί.

Στον Ισθμό της Κορίνθου – εκεί που χωρίζει γη και ενώνει τη θάλασσα – έπεσε μια νύφη που τα όνειρά της σκοτείνιασαν. Οταν στους νέους χάνεται το χρώμα, ποιος είναι κοντά τους; Αδιάφοροι τους προσπερνάμε. Μήπως δεν γνωρίζουν εκπαιδευτικοί, πολιτεία, γονείς ότι το εκπαιδευτικό σύστημα είναι Μινώταυρος; Από τότε που ήμουν παιδί έτσι ήταν. Ολοι το ξέρουμε· δεν βλέπουμε τίποτα.

Οι έφηβες προχθές κλείδωσαν την πόρτα στον Μινώταυρο. Δεν ακούσαμε την απελπισία τους. Εβαλαν τη μουσική που διάλεξαν για το πέρασμα σε έναν κόσμο που φαντάζονταν θα τις καταλάβει. Αγνοούσαν πως όταν η απόγνωση σε κυριεύει, μαυρίζει και ο παράδεισος. Πιάστηκαν χέρι-χέρι για να μην αφήσουν την ελπίδα να επαναστατήσει. Εμείς θα τα αφήσουμε έτσι να πέσουν; Δεν θα ξυπνήσουμε ούτε τώρα;

Ο κ. Σάββας Σαββόπουλος είναι ψυχίατρος, ψυχαναλυτής.

«Ακούγοντας» την εφηβεία»

Του Στέφανου Μαστροθεόδωρου

Η εφηβεία είναι εξ ορισμού μια περίοδος μετάβασης από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση. Ξεκινάει με μια σειρά ραγδαίων αλλαγών σε σωματικό, νοητικό, κοινωνικό και ψυχολογικό επίπεδο και ολοκληρώνεται με την ανάληψη νέων ρόλων που αντανακλούν περισσότερη αυτονομία. Η γνωστική ανάπτυξη διαφοροποιεί το πώς οι έφηβοι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τη θέση τους στον κόσμο. Παράλληλα, η μετάβαση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση σηματοδοτεί ένα νέο κοινωνικό πλαίσιο με ευκαιρίες για δραστηριότητες εκτός εποπτείας ενηλίκων, γεγονός που διευρύνει τις κοινωνικές εμπειρίες των εφήβων αλλά και τις προκλήσεις προσαρμογής. Ταυτόχρονα, οι έφηβοι έχουν ανάγκη από αυξανόμενη αυτονομία, όπως η ανεξάρτητη λήψη αποφάσεων, ενώ η τάση για ανάληψη ρίσκου συχνά λειτουργεί ως ευκαιρία για δοκιμή και ανάπτυξη δεξιοτήτων.

Οι αλλαγές αυτές συχνά οδηγούν σε αύξηση συγκρούσεων με τους γονείς, καθώς οι μεν γονείς θεωρούν ότι η εποπτεία τους είναι ακόμα απαραίτητη, οι δε έφηβοι διεκδικούν μεγαλύτερη ανεξαρτησία. Συχνά, οι έφηβοι αισθάνονται ότι δεν ακούγονται. Παρότι η εφηβεία συχνά παρουσιάζεται ως περίοδος ρήξης σε σχέση με την προηγούμενη φάση, η επιστημονική έρευνα σκιαγραφεί συχνότερα μια εικόνα συνέχειας, παρά ασυνέχειας. Δυσκολίες, όπως η χαμηλή αυτοεκτίμηση, οι συγκρούσεις με τους γονείς, η απόρριψη από τους συνομηλίκους καθώς και δυσλειτουργικά πρότυπα επικοινωνίας στην οικογένεια συχνά έχουν τις ρίζες τους πριν από την εφηβεία. Μπορεί η εφηβεία να είναι μια απαιτητική περίοδος για πολλούς εφήβους και γονείς, ωστόσο για όσους είχαν μια ισορροπημένη σχολική ηλικία αναμένεται η μετάβαση να είναι ομαλότερη. Ωστόσο, οι έφηβοι στις μέρες μας δείχνουν σημάδια επιδείνωσης της ψυχοκοινωνικής και σωματικής τους υγείας σε σχέση με τους εφήβους στις προηγούμενες 1-2 δεκαετίες.

Οι νέοι αντιμετωπίζουν σήμερα εντονότερες πιέσεις στην ψυχοκοινωνική τους προσαρμογή και προκλήσεις για τη σωματική τους υγεία. Οι αλλαγές αυτές συνδέονται μερικώς με την αυξανόμενη πίεση που νιώθουν για να ανταποκριθούν στις σχολικές απαιτήσεις και στις προσδοκίες του περιβάλλοντος. Ωστόσο, πολλές από τις δυσκολίες που βιώνουν δεν είναι έκδηλες ή άμεσα ορατές στο οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον. Δυστυχώς, τα επιστημονικά δεδομένα για τους εφήβους στην Ελλάδα είναι περιορισμένα λόγω της ελλιπούς χρηματοδότησης, αλλά και αποφάσεων του υπουργείου Παιδείας. Κάποιοι έφηβοι φωνάζουν, πριν σιωπήσουν. Θα προλάβουμε να τους ακούσουμε;

Ο κ. Στέφανος Μαστροθεόδωρος είναι αναπληρωτής καθηγητής Αναπτυξιακής Ψυχολογίας και η δρ Ελλη Σπυροπούλου μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Τι (δεν) είπαν οι 17χρονες

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΥΡΟΥΝΗΣ/ILIALIVE.GR/EUROKINISSI

Του Στέλιου Στυλιανίδη

Οι επιδημιολογικές έρευνες στην Ευρώπη δείχνουν ότι σε κάθε αυτοκτονία αντιστοιχούν τουλάχιστον 15 απόπειρες που δεν καταγράφονται. Αυτό το στοιχείο κάνει ακόμη πιο σκοτεινή την πραγματικότητα που αναδύεται από το δεδομένο (ΠΟΥ, Eurostat) ότι στις ηλικίες 15-19 οι αυτοκτονίες είναι η δεύτερη αιτία θανάτου, ξεπερνώντας όλες τις αρρώστιες. Η σύνδεση ενός τόσο ακραίου διαβήματος με προβλήματα ψυχικής υγείας είναι αυτονόητη. Κάθε πράξη αυτοκαταστροφής προαναγγέλλεται βουβά. Οι επίδοξοι αυτόχειρες αποσύρονται στο δωμάτιό τους, αγκαλιά με την οθόνη, αποφεύγοντας το οικογενειακό περιβάλλον, δείχνουν αδιαφορία για τη σχολική ζωή, δεν χαίρονται, το βλέμμα τους είναι μελαγχολικό ή επιτηδευμένα χαρούμενο, τα χέρια τους συχνά χαρακωμένα, η σιωπή τους εκκωφαντική.

Πριν αποφασίσουν το άλμα στο κενό, το έχουν σκεφτεί πολύ, στη διάρκεια μιας περιόδου μοναξιάς και απελπισίας, στην οποία δεν ακούγονταν οι λέξεις ή οι λυγμοί τους. Τότε που οι γονείς τους δεν έχουν χρόνο, ενέργεια ή θάρρος για να παρατηρήσουν τα σημάδια, οι καθηγητές αντοχή και στήριξη για να ενδιαφερθούν, οι φίλοι τη γνώση για να προειδοποιήσουν. Η συνεργατική αυτοκτονία στην Ηλιούπολη ενέχει το στοιχείο της συγχώνευσης ταυτότητας δύο εφήβων, της αμοιβαίας τροφοδότησης της απόγνωσης και της ρομαντικοποίησης του θανάτου. Αυτό που προσπάθησαν να πουν πέφτοντας από τον έκτο όροφο το είχαν πει νωρίτερα με άλλους τρόπους που δεν έγιναν αντιληπτοί γιατί δεν ήταν θορυβώδεις.

Η βαθιά κρίση της γονεϊκότητας – ιδιαίτερα της πατρικής λειτουργίας – και η «ερήμωση» του σχολείου είναι βασικές αιτίες για την περιπλάνηση των εφήβων στο αδιέξοδο που παράγεται από τον εθισμό στο Διαδίκτυο, τον εγκλωβισμό σε εικονικές σχέσεις, την απουσία νοήματος, την κουλτούρα του κενού και της επίδοσης. Το αδιανόητο θα επαναληφθεί αν συνεχίσουμε απλώς μοιρολογώντας. Απαιτείται ένα reset – εκπαιδευτικό, θεσμικό, κοινωνικό. Οι πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις διεθνώς περιλαμβάνουν ενίσχυση της παρουσίας σχολικών ψυχολόγων (με σοβαρή εκπαίδευση και εποπτεία), προγράμματα πρόληψης μπούλινγκ, έγκαιρη ανίχνευση ψυχικών δυσκολιών, μείωση της εξετασιοκεντρικής πίεσης, κοινωνικοσυναισθηματική μάθηση, συμμετοχή των μαθητών στη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, συστηματική συνεργασία σχολείου – οικογενειών. Γονείς και εκπαιδευτικοί χρειάζονται διαρκή στήριξη, ουσιαστική και όχι προσχηματική από δήθεν ειδικούς που παρεμβαίνουν σποραδικά χωρίς να αξιολογούνται. Παιδιά και έφηβοι χρειάζονται πρόσβαση σε ένα δημόσιο σύστημα ψυχικής υγείας συνδεδεμένο με τους τοπικούς θεσμούς και την κοινότητα, μέσα στην οποία, εφόσον είναι ζωντανή και ικανή να εμπεριέχει τις αγωνίες αλλά και τη δημιουργικότητα των εφήβων, υπάρχει το αντίδοτο στην αυτοκαταστροφή.

Ο κ. Στέλιος Στυλιανίδης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής, ψυχαναλυτής.

Η Γενιά Ζ και οι ψηφιακοί αξιολογητές

Του Αλέξη Αρβανίτη

Η Γενιά Ζ (σχολιάζοντας συνολικά την ηλικιακή περίοδο από 14 έως 29 ετών) είναι η πρώτη γενιά που μεγάλωσε με smartphones και συνεχή ψηφιακή συνδεσιμότητα. Από νεαρή ηλικία έμαθε να ζει σε έναν κόσμο όπου οι εικόνες της κοινωνικής αποδοχής και της επιτυχίας των άλλων τη συνόδευαν αδιάκοπα στην τσέπη της, στην παλάμη της και στην κίνηση του αντίχειρά της.
Τώρα, που έχει πλέον εισέλθει δυναμικά στον χώρο εργασίας, δεν φαίνεται να υιοθετεί πλήρως το παραδοσιακό μοντέλο επαγγελματικής επιτυχίας των προηγούμενων γενεών. Διεθνείς έρευνες δείχνουν ότι οι νέοι δίνουν μεγαλύτερη σημασία στην ψυχική ισορροπία και την ποιότητα ζωής παρά στην παραδοσιακή επαγγελματική ανέλιξη ή την κοινωνική θέση. Ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες ηλικίες της Γενιάς Ζ, πολλοί νέοι έρχονται αντιμέτωποι με την αβεβαιότητα της αγοράς εργασίας, τη στεγαστική κρίση και έναν κόσμο ενηλίκων που συχνά μοιάζει απαιτητικός ή ακόμη και εχθρικός απέναντί τους. Ωστόσο, η ίδια γενιά που δηλώνει ότι θέλει να απεγκλωβιστεί από το παραδοσιακό κυνήγι της καριέρας μοιάζει συχνά παγιδευμένη σε μια νέα μορφή αξιολόγησης. Τα μέλη των προηγούμενων γενεών, μετά την ενηλικίωσή τους, αξιολογούνταν κυρίως από θεσμούς, όπως το πανεπιστήμιο και οι επιχειρήσεις. Η Γενιά Ζ, αντίθετα, έχει μεγαλώσει μέσα σε ένα διαδικτυακό περιβάλλον όπου η κοινωνική αξιολόγηση δεν συμβαίνει περιστασιακά, μέσω θεσμοθετημένων πρακτικών, αλλά αδιάκοπα, μέσα από τα αμφιλεγόμενα κριτήρια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της κουλτούρας των «likes». Οι νέοι εμμέσως καλούνται να συγκριθούν με τα κυρίαρχα διαδικτυακά πρότυπα με έναν τρόπο που υπονομεύει τις βασικές τους ψυχολογικές ανάγκες της ικανότητας, της αυτονομίας και της σύνδεσης με τους άλλους.

Η συνεχής έκθεση σε πρότυπα επιτυχίας διαβρώνει την αίσθηση ικανότητας, καθώς πολλοί νέοι αισθάνονται ανεπαρκείς απέναντί τους. Παράλληλα, περιορίζεται η αυτονομία τους, αφού επιδιώκουν να ανταποκριθούν σε αυτά τα πρότυπα αντί να εστιάσουν σε προσωπικούς στόχους ή επιθυμίες. Την ίδια στιγμή, πολλοί νέοι βιώνουν έντονη μοναξιά, καθώς οι διαδικτυακές σχέσεις συχνά στερούνται τη θέρμη τής διά ζώσης επαφής.

Οι συνέπειες για τη Γενιά Ζ αποτυπώνονται σε αυξημένα επίπεδα άγχους, χαμηλής αυτοεκτίμησης και καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται ούτε στη θεμιτή ανθρώπινη φιλοδοξία για βελτίωση ούτε κατ’ ανάγκην στην ίδια τη χρήση της τεχνολογίας ή στις αυξανόμενες δυσκολίες της σύγχρονης αγοράς εργασίας. Ανακύπτει πρωτίστως όταν η ανθρώπινη αξία και η αυτοεκτίμηση εξαρτώνται ολοένα και περισσότερο από την επιδίωξη εξιδανικευμένων διαδικτυακών προτύπων επιτυχίας και από τη συνεχή αναζήτηση δημόσιας επιβεβαίωσης.

Ο κ. Αλέξης Αρβανίτης είναι αναπληρωτής καθηγητής Κοινωνικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Τι λένε οι μαθητές και οι μαθήτριες

ΚΩΣΤΑΣ ΤΖΟΥΜΑΣ/EUROKINISSI

«Όταν κάθε συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τα μόρια, το άγχος διογκώνεται. Φταίει το κράτος, φταίνε οι γονείς, αλλά φταίμε κι εμείς που κλείνουμε τα αφτιά μας όταν μας μας λένε ότι “δεν χάθηκε και ο κόσμος”» – Γιάννης Τσουγκριάνης, 17 ετών

«Είμαστε μια γενιά παγιδευμένη στον φαύλο κύκλο της “κοινωνίας της επίδοσης” και όλα θυσιάζονται στο βωμό της βαθμολογίας. Γιατί πρέπει να βρεθούμε μπροστά σε μια τραγωδία για να αναλογιστούμε τα λάθη μας ως κοινωνία;» – Στέλλα Πασχαλίδου, 17 ετών

«Το σχολείο θα μπορούσε να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια και όχι έναν απρόσωπο ψυχολόγο ελάχιστες ώρες την εβδομάδα και ένα παιδαγωγικό σύστημα πιο ελεύθερο που να μας βοηθάει να αναδείξουμε τους εαυτούς μας και όχι να μας περιορίζει σε έναν διαγωνισμό αποστήθισης» – Γιάννης Μ., 17 ετών

«Μπορώ να κατανοήσω τις σκέψεις αυτών των κοριτσιών καθώς αυτό που σίγουρα, όσο και να προσπαθώ, δεν μπορώ να αποβάλω από τη σκέψη μου είναι το άγχος να μην δυσαρεστήσω αυτούς που πιστεύουν σε εμένα» – Γεωργία Καραμανώλη, 17 ετών

«Εύχομαι ότι κάποια στιγμή επιτέλους η κοινωνία θα δείξει απτό ενδιαφέρον για την ψυχολογία των εφήβων, θα κατεβάσει τις μάσκες και θα προχωρήσει στις προαπαιτούμενες μεταρρυθμίσεις» – Παναγιώτης, 16 ετών

«Αναπόσπαστος συνοδός στις Πανελλαδικές είναι ο ψυχολογικός φόρτος, η πίεση και η ταύτιση του εφήβου με τη βαθμολογία του. Η κοινωνία μας δεν ξεχωρίζει ολοκληρωμένες προσωπικότητες – μάλλον τις καταπνίγει – αλλά άρτια βιογραφικά» – Ευάγγελος Γκολογιάννης, 17 ετών

«Ως μαθητές, δεχόμαστε συχνά πιέσεις από το σπίτι, το σχολείο και την κοινωνία. Φτάνοντας στη Γ’ Λυκείου έχουμε επιπλέον άγχος και απαιτήσεις για το μέλλον μας. Αν δεν μπορείς να εκφράσεις τα συναισθήματά σου, όλα αυτά συσσωρεύονται και πολλές φορές είναι αργά» – Μαρία Γ. 17 ετών

«”Ατέλειωτο” άγχος και πίεση, από παντού, σε συνδυασμό με το αίσθημα της αποτυχίας να είναι αρκετά έντονο. Οι γονείς και οι καθηγητές πρέπει να μας στηρίζουν, για να μην υπάρξουν άλλα τέτοια περιστατικά» – Γεωργία Ν., 17 ετών