Ανασκαφή σε νεκροταφείο της Εποχής του Χαλκού στην Ιταλία έφερε στο φως τις αρχαιότερες γνωστές ενδείξεις αιμομιξίας ανάμεσα σε πατέρα και κόρη, με τους ερευνητές να υποψιάζονται ότι επρόκειτο για σπάνια πρακτική που μπορεί ωστόσο να ήταν κοινωνικά αποδεκτή.
Στις περισσότερες κοινωνίες, αρχαίες ή σύγχρονες, η αιμομιξία θεωρείται ταμπού, πιθανώς επειδή οι άνθρωποι αντιλήφθηκαν από νωρίς ότι η τεκνοποίηση μεταξύ συγγενών αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης γενετικών νοσημάτων.
Παρ’ όλα αυτά, αρκετές περιπτώσεις αιμομιξίας έχουν τεκμηριωθεί στην αρχαιότητα, για παράδειγμα στις βασιλικές οικογένειες της Αιγύπτου. Ωστόσο οι περισσότερες γνωστές περιπτώσεις ήταν ενώσεις δευτέρου βαθμού, δηλαδή ενώσεις μεταξύ αδελφών.
Η νέα μελέτη αποκαλύπτει τώρα μια περίπτωση ένωσης πρώτου βαθμού, τον γιο που απέκτησε ένας άνδρας με την ίδια του την κόρη. Οι αρχαιολόγοι μελέτησαν τα ευρήματα στη σπηλιά «Grotta della Monaca» (εικόνα) στην Καλαβρία, η οποία χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο από το 1780 έως το 1380 π.Χ.
Απομόνωσαν DNA από 23 σκελετούς για να προσδιορίσουν τις μεταξύ τους σχέσεις και, όπως δηλώνουν, εξεπλάγησαν όταν βρήκαν ενδείξεις «ακραίας γονικής συγγένειας εξ αίματος».
Οι γενετικές αναλύσεις αποκάλυψαν το φύλο 6 γυναικών και 8 ανδρών. Οι διαφορές στο μιτοχονδριακό DNA, το οποίο κληροδοτείται στους απογόνους αποκλειστικά από τη μητέρα, σε συνδυασμό με τις διαφορές στο χρωμόσωμα Υ, το οποίο κληροδοτείται στα αγόρια από τον πατέρα, υποδεικνύουν ότι οι νεκροί διέφεραν ως προς την καταγωγή.
Το μη αναμενόμενο εύρημα ήταν δύο ανδρικοί σκελετοί που ανήκαν σε συγγενείς πρώτου βαθμού, δηλαδή σε πατέρα και γιο. Εκ πρώτης όψεως αυτό δεν είναι ασυνήθιστο, δεδομένου ότι σε αρκετούς πολιτισμούς τα παιδιά θάβονται στους ίδιους τάφους με τους γονείς τους.
Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση, πατέρας και γιος παρουσίαζαν μεγαλύτερη γενετική ομολογία από ό,τι θα περίμενε κανείς, τη μεγαλύτερη γενετική ομοιότητα «που έχει αναφερθεί μέχρι σήμερα σε βάσεις δεδομένων αρχαίων γονιδιωμάτων», όπως ανέφεραν οι ερευνητές σε ανακοίνωσή τους. Πρόκειται για «αδιαμφισβήτητες ενδείξεις ότι ο νεαρός άνδρας ήταν απόγονος μιας αιμομικτικής ένωσης πρώτου βαθμού» γράφουν στο «Communications Biology».
Ο σκελετός της μητέρας, πάντως, δεν βρέθηκε στο νεκροταφείο του «Grotta della Monaca».
H κοινότητα που ζούσε στην περιοχή δεν ήταν ιδιαίτερα μικρή και δεν έδειχνε να βασίζεται σε κάποια μορφή ιεραρχικής ή κληρονομικής εξουσίας στην οποία η αιμομιξία θα εξασφάλιζε τη συγκέντρωση πλούτου και εξουσίας. Παρ’ όλα αυτά, η ερευνητική ομάδα εικάζει ότι «η αναπαραγωγική ένωση ανάμεσα σε γονείς και απογόνους μπορεί να ανακλά μια κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά».
Η υποψία αυτή προκύπτει από το γεγονός ότι ο πατέρας ήταν ο μόνος ενήλικος άνδρας που βρέθηκε σε ένα νεκροταφείο γεμάτο σκελετούς γυναικών και παιδιών. Αυτό όμως είναι απλώς μια υποψία, αναγνωρίζει η ομάδα, δεδομένου ότι είναι αδύνατο να αποδειχθεί ότι δεν επρόκειτο για αποτέλεσμα εξαναγκασμού ή βίας.





