Από την εποχή του Ιωάννη Κωλέττη, «πρωτομάστορα» του ρουσφετιού ως εργαλείου ελέγχου και άσκησης εξουσίας επί των ψηφοφόρων, έχουν παρέλθει σχεδόν δύο αιώνες. Το εγχώριο κομματικό σύστημα πέρασε από σαράντα κύματα. Ωστόσο, οι πελατειακές σχέσεις αποτέλεσαν τη μοναδική σταθερά. Πού αρχίζει όμως και πού τελειώνει το ρουσφέτι και ποιος ο ρόλος του βουλευτή σήμερα;

Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και η διαδικασία άρσης των ασυλιών των 11+2 βουλευτών της ΝΔ, οι οποίοι ελέγχονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για την άμεση ή έμμεση εμπλοκή τους στην προώθηση ή διαβίβαση αιτημάτων παραγωγών προς τη διοίκηση προκειμένου να λάβουν τις νόμιμες επιδοτήσεις που δικαιούνταν, όπως υποστήριξαν οι ίδιοι στις τοποθετήσεις τους, κορύφωσε τη δυσαρέσκεια στο εσωτερικό της «γαλάζιας» Κοινοβουλευτικής Ομάδας όσον αφορά τον ρόλο που επιφυλάσσεται για τον βουλευτή. Μπορεί το «αντάρτικο» που φοβόταν το Μέγαρο Μαξίμου στην ψηφοφορία για τις άρσεις της ασυλίας να μην επιβεβαιώθηκε – άλλωστε και οι ίδιοι είχαν ζητήσει την άρση της ασυλίας τους ώστε «να καθαρίσουν το όνομά τους» –, όμως εκδηλώθηκε για πρώτη φορά τόσο ηχηρά και ξεκάθαρα η βούληση των βουλευτών να αντιδράσουν στο «τσουβάλιασμα» που τους επιφυλάχθηκε από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, αλλά και για το «άδειασμα» του Μεγάρου Μαξίμου, όπως αυτό τουλάχιστον εκφράστηκε μέσω της ανάρτησης του υπουργού Επικρατείας Ακη Σκέρτσου για την παθογένεια των πελατειακών σχέσεων και την «κοινωνία των πελατών».

Η οργή των βουλευτών δεν κρύβεται, όπως και η αποφασιστικότητά τους να διατηρήσουν τον ρόλο του «διαμεσολαβητή» μεταξύ κρατικής διοίκησης και πολιτών. Τα μαζικά πηγαδάκια στο Εντευκτήριο και οι ζυμώσεις αποτυπώνουν τον διάχυτο γενικευμένο θυμό που υπάρχει: «Ως πότε θα φορτώνουν τα πάντα στους βουλευτές;» έλεγε ένας εκ των «13», τονίζοντας ότι «δεν μπορεί να ποινικοποείται η δράση του βουλευτή». Οι βουλευτές διεκδίκησαν το δικαίωμά τους να προωθούν «τα δίκαια και νόμιμα αιτήματα των ψηφοφόρων τους», τα οποία δεν θεωρούν ρουσφέτια, καθότι το ρουσφέτι, σύμφωνα με τον Χαράλαμπο Αθανασίου (ψήφισε «παρών» για την άρση της ασυλίας του), «ενέχει το στοιχείο της παράνομης πράξης». «Ο ρόλος του βουλευτή δεν είναι ρόλος παρατηρητή» και «δεν μπορεί να στέκεται απαθής απέναντι στα προβλήματα» είναι το βασικό μότο όσων δηλώνουν ότι «δεν θα κλείσουμε τις πόρτες των γραφείων μας στους πολίτες των οποίων είναι χρέος μας να προασπίζουμε τα νόμιμα συμφέροντα». Μέσα από αυτή την αμφίδρομη σχέση οι βουλευτές αντλούν δύναμη και ψήφους. Είναι τόσο βαθιά ριζωμένη η πρακτική αυτή που κανείς εξ αυτών δεν τη διαπραγματεύεται.

Το μήνυμα που στέλνουν προς το Μέγαρο Μαξίμου είναι ευθύ: «Κάτω τα χέρια από τους βουλευτές». Αλλωστε πιστεύουν ότι στην περίπτωση των 11+2 συναδέλφων τους η όποια διαμεσολάβηση έγινε αυστηρά στο πλαίσιο των πολιτικών τους αρμοδιοτήτων χωρίς να προκύπτει αξιόποινη πράξη και οικονομική ζημιά ή όφελος. Ούτε είναι διατεθειμένοι να αντιμετωπιστούν ως «πολίτες δεύτερης κατηγορίας», όπως έλεγε σε συνομιλητές του ο Χρήστος Μπουκώρος, εξηγώντας ότι «ένας πολίτης δεν έχει καμία επίπτωση μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, ο βουλευτής όμως έχει!». Και πράγματι, όπως εξηγούσε στην ομήγυρη των συναδέλφων του που είχαν συγκεντρωθεί στο Περιστύλιο της Βουλής ο Μάκης Βορίδης, κάποιοι εκ των ελεγχομένων – όσων οι υποθέσεις δεν αρχειοθετηθούν και οδηγηθούν στο ακροατήριο – κινδυνεύουν την περίοδο των εκλογών να είναι κατηγορούμενοι, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την πολιτική τους τύχη. Γι’ αυτό και με αισθήματα ανακούφισης άκουσαν τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη να διευκρινίζει ότι οι εμπλεκόμενοι θα είναι κανονικά στα ψηφοδέλτια του κόμματος, αν και κάποιες αρχικές διαρροές άφηναν ανοιχτό το αντίθετο, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά που έχει ανάψει και θα απασχολήσει την προσεχή συνεδρίαση της ΚΟ. Εκεί αναμένεται να τεθούν τα θέματα επί τάπητος, με τους βουλευτές να διεκδικούν τον ρόλο που τους αναλογεί.

«Δεν είμαστε αναλώσιμοι, ούτε απλοί χειροκροτητές, αλλά ο ιμάντας σύνδεσης της κυβέρνησης με την κοινωνία» λένε, σχολιάζοντας με νόημα: «Αν νομίζουν κάποιοι ότι τις εκλογές τις κερδίζει μόνος του ο πρόεδρος, κάνουν λάθος». Είναι οι «λασπωμένοι» και οι «μπαρουτοκαπνισμένοι» στη μάχη για τον σταυρό για τους οποίους μίλησε ο κ. Βορίδης, αλλά και άλλοι βουλευτές (Γιώργος Βλάχος, Γιάννης Οικονόμου, Γιάννης Μπούγας, Ανδρέας Κατσανιώτης), βάζοντας στο στόχαστρό τους τον πρωθυπουργικό συνεργάτη κ. Σκέρτσο και όσους κάνουν κριτική «αφ’ υψηλού» φορτώνοντας στον βουλευτή όλα τα δεινά του φαύλου πελατειακού κράτους, το οποίο καλά κρατεί παρά τις διακηρύξεις του επιτελικού κράτους περί εκσυγχρονισμού του πολιτικού συστήματος. «Θέλουμε βουλευτές που να έχουν ανοιχτή πόρτα, που να δέχονται κάθε πολίτη, ανεξαρτήτως αν είναι ψηφοφόροι ή πολιτικοί τους φίλοι» δήλωσε ο γενικός γραμματέας της ΚΟ της ΝΔ Μάξιμος Χαρακόπουλος διερμηνεύοντας τα αισθήματα του συνόλου των βουλευτών.

Στον απόηχο μάλιστα των διακηρύξεων περί ασυμβίβαστου μεταξύ βουλευτή και υπουργού και των εξαγγελιών για αλλαγή του εκλογικού χάρτη, η δυσπιστία που υπάρχει αποκτά άγνωστες εσωκομματικές προεκτάσεις.