«Για την ιστορία μας». Αυτό απάντησαν οι Ελληνες στην ερώτηση διεθνούς έρευνας του Pew Research Center: «Τι σας κάνει να νιώθετε περήφανοι για τη χώρα σας;». Εντάξει. Δεν είναι παράλογο. Στο κάτω-κάτω, για την Ελλάδα μιλάμε. Για τι θα ήμασταν περήφανοι δηλαδή; Για τη βιομηχανική μας δύναμη;

Από την άλλη, κάτι ο Καποδίστριας που επανήλθε δριμύτερος μετά την ομώνυμη ταινία, κάτι οι φωτογραφίες-ντοκουμέντο από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή, η συγκυρία δίνει ωραία αφορμή για προβληματισμό. Ποια ιστορία γνωρίζουμε; Πόσο ακριβής είναι αυτή η ιστορική γνώση και – κυρίως – πόσο μας απασχολεί αυτό το τελευταίο;

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως και εδώ, όπως και σε κάθε άλλον τομέα σχεδόν, το μυαλό μας λειτουργεί με σλόγκαν. Δεν καιγόμαστε για την ιστορική μνήμη. Αρκεί να φουσκώνει τα στήθη μας με περηφάνια, κι ας είναι και απάτη. Ο Καποδίστριας του Σμαραγδή το αποδεικνύει περίτρανα. Και στον αντίποδα όμως: καθόλου δεν θέλουμε να στεκόμαστε μπροστά σε σελίδες πιο σκοτεινές. Είτε τις προσπερνάμε με αλλεργία είτε (αν δεν «κουμπώνουν» στον μύθο που έχει κατασκευάσει ο καθένας μας για το ωραιότερο οικόπεδο της Γης) προσπαθούμε με κάθε τρόπο να τις αποδομήσουμε.

Κι έτσι, ενώ κάποιοι βανδάλιζαν το μνημείο στην Καισαριανή αντιδρώντας σε αυτές τις εικόνες, άλλοι επιχειρούσαν κάτι αντίστοιχο στο Διαδίκτυο. Είπαν πως οι φωτογραφίες έχουν ξαναδημοσιευθεί εδώ και χρόνια, άρα δεν έχουν το βάρος που τους δίνεται. Αλλοι πως οι προς εκτέλεση νόμιζαν ότι πηγαίνουν περίπατο. Κι άλλοι έφτασαν στο σημείο να νομιμοποιήσουν το έγκλημα εκείνης της ημέρας.

Ογδόντα δύο χρόνια έχουν περάσει κι όμως το ταμπού παραμένει. Αυτή η δυσκολία μας να «τακτοποιήσουμε» στον εθνικό μας ψυχισμό και στη συλλογική μας συνείδηση ό,τι σχετίζεται με τον Εμφύλιο. Δεν είναι πρωτόγνωρο το μοτίβο. Οι εμφύλιες συρράξεις είναι πάντα ένα αγκάθι για τους λαούς και την ιστορία τους. Εδώ όμως, όπως σημειώνουν και αρκετοί ιστορικοί, η πολιτική μας ζωή καθορίζεται από τον διχασμό. Η διαιώνισή του μοιάζει να μας τρέφει. Σαν να χρειαζόμαστε το ρήγμα, γιατί χωρίς αυτό θα έπρεπε να βρούμε κάτι πιο χρήσιμο να κάνουμε με τις τύχες μας.

Και δεν είναι βέβαια μόνο οι πολίτες. Η επιλογή του υπουργού Υγείας τις προάλλες να μιλήσει για «κομμουνιστική βία», αναφερόμενος στα συμβάντα στο Γενικό Νοσοκομείο της Νίκαιας, είναι ενδεικτική. Οσοι αναζητούν το δίπολο της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης, επιλέγουν να αγνοούν ότι τα αντίπαλα στρατόπεδα μας ακολουθούν εδώ και δεκαετίες – τόσο ώστε να έχουν γίνει πια ταυτοτικό γνώρισμα του Ελληνα. Αλλοτε πρωταρχικό και άλλοτε δευτερεύον. Αλλά σχεδόν πάντα παρόν.

Η ιστορία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πολύτιμο εργαλείο αυτογνωσίας. Οσο περισσότερο τη χρησιμοποιούμε για να χωριζόμαστε, τόσο λιγότερο θα μας χρησιμεύει για να γνωριστούμε.