Το Σύνταγμα της Ελλάδας εξακολουθεί να προβλέπει, στο άρθρο 47, τη δυνατότητα αμνηστίας αποκλειστικά για πολιτικά εγκλήματα και, στο άρθρο 97, την εκδίκασή τους από μεικτά ορκωτά δικαστήρια. Πρόκειται για διατάξεις που κουβαλούν το βάρος ενός άλλου αιώνα. Ενός αιώνα εμφυλίων, διχασμών και καθεστωτικών συγκρούσεων, όπου η διάκριση μεταξύ «πολιτικού» και «κοινού» εγκλήματος είχε μια πολιτική λειτουργία: να μην αντιμετωπίζεται ο αντίπαλος ως απλός εγκληματίας.
Αυτή η εποχή έχει τελειώσει. Σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία δεν υπάρχουν «ευγενή» εγκλήματα. Δεν υπάρχουν πράξεις βίας που να αποκτούν διαφορετική νομική μεταχείριση επειδή επικαλούνται πολιτικό σκοπό. Η δημοκρατία δεν έχει να φοβηθεί την αυστηρότητα του νόμου. Εχει να φοβηθεί την ασάφεια.
Η έννοια του «πολιτικού εγκλήματος» είναι τέτοια: μια αόριστη, ελαστική κατηγορία σε έναν χώρο που απαιτεί απόλυτη ακρίβεια. Αφήνει περιθώρια ερμηνειών, υπαινιγμών, ακόμα και πολιτικών εργαλειοποιήσεων. Σε ένα κράτος δικαίου, αυτό δεν είναι απλώς περιττό. Είναι επικίνδυνο.
Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η νομολογία έχει ουσιαστικά εγκαταλείψει την έννοια. Εδώ και χρόνια, τα δικαστήρια την ερμηνεύουν τόσο στενά ώστε στην πράξη δεν εφαρμόζεται. Οταν ένα συνταγματικό κατάλοιπο επιβιώνει μόνο τυπικά και όχι ουσιαστικά, το ερώτημα δεν είναι γιατί δεν το χρησιμοποιούμε. Είναι γιατί το διατηρούμε.
Εξίσου αποκαλυπτική είναι η ευρωπαϊκή εμπειρία καθώς αντίστοιχες προβλέψεις δεν συναντιούνται σε κανένα Σύνταγμα στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Οι απειλές κατά της δημοκρατίας αντιμετωπίζονται με σαφήνεια: ως εγκλήματα κατά του κράτους, ως τρομοκρατία, ως οργανωμένη βία. Χωρίς αστερίσκους. Χωρίς ιστορικά κατάλοιπα.
Αυτό ασφαλώς δεν πρέπει να συγχέεται με το δικαίωμα αντίστασης απέναντι σε όποιον επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα με τη βία. Το άρθρο 120 παράγραφος 4 παραμένει θεμέλιο της συνταγματικής μας τάξης. Είναι η έσχατη εγγύηση της δημοκρατίας. Αλλά δεν έχει καμία σχέση με τη διατήρηση μιας θολής κατηγορίας «πολιτικών εγκλημάτων».
Η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση είναι μια ευκαιρία να πούμε το αυτονόητο, που για χρόνια αποφεύγαμε. Να ελευθερώσουμε το Σύνταγμα από έννοιες που ανήκουν στο παρελθόν. Η διατήρηση της έννοιας του «πολιτικού εγκλήματος» δεν προστατεύει τη δημοκρατία. Ανήκει σε μια εποχή όπου η δημοκρατία ήταν αδύναμη και ανασφαλής. Σήμερα, η δημοκρατία οφείλει να είναι ακριβώς το αντίθετο: σίγουρη για τον εαυτό της και ξεκάθαρη στους κανόνες της.
Να τελειώνουμε, επιτέλους, με τα «πολιτικά εγκλήματα» και να στείλουμε ένα μήνυμα κατά της βίας από όπου και αν προέρχεται.



