Είναι γνωστή η παραβολή του Κάφκα «Μπροστά στον νόμο» που περιλαμβάνεται στη Δίκη – ο αναγνώστης εύκολα θα τη βρει στο διαδίκτυο, στη μετάφραση της Τέας Ανεμογιάννη. Υπενθυμίζω την υπόθεση: ένας χωρικός καταφτάνει μπροστά στην πόρτα του νόμου, όπου ένας θυρωρός δεν του επιτρέπει να εισχωρήσει, «ίσως αργότερα», του λέει. Οταν ρίχνει μια κλεφτή ματιά προς τα μέσα, ο θυρωρός τον προειδοποιεί ότι ακολουθούν κι άλλες πόρτες με φρουρούς ακόμα πιο τρομακτικούς απ’ τον ίδιο, οπότε ο φτωχός μας ανθρωπάκος στέκεται εκεί και περιμένει την ευκαιρία του, εκλιπαρεί, δωροδοκεί τον θυρωρό με τις προμήθειές του, καταριέται την τύχη του, ώσπου μετά από χρόνια, πεθαίνοντας στο ίδιο σημείο αναρωτιέται: «Ολοι μάχονται για τον νόμο, πώς τυχαίνει να μη ζητά κανένας άλλος εκτός από μένα να μπει;». Κι ο θυρωρός του απαντά ότι «Κανένας άλλος δεν μπορούσε να γίνει δεκτός εδώ, γιατί η είσοδος ήταν για σένα προορισμένη. Πηγαίνω τώρα να την κλείσω».
Εκ πρώτης όψεως η αφήγηση – στους αντίποδες του Μιντράς Pesikta Rabbati, όπου ένας δυναμικός Μωυσής περνάει όλους τους φύλακες που του φράζουν τον δρόμο – αναφέρεται στις χαμένες, μοναδικές στη ζωή μας ευκαιρίες, στη μοιρολατρική παθητικότητα, στην έλλειψη εμπιστοσύνης στις δυνάμεις μας, στην παραίτηση. Στη μετάφραση όμως του Αλέξανδρου Κοτζιά (όπως η αρχαία γλώσσα των εκκλησιαστικών κειμένων δίνει την απαραίτητη ιεροπρεπή αποστασιοποίηση, το ίδιο συμβαίνει και με την απλή καθαρεύουσα του Κοτζιά), η πρώτη φράση πέφτει σαν πέτρα σε ήρεμα νερά: «Προ του Νόμου ίσταται φύλαξ». Με το που γράφεται ο νόμος με κεφαλαίο πρώτο γράμμα, οι θεολογικοί συνειρμοί παίρνουν μπροστά – άλλωστε την παραβολή αφηγείται στον Γιόζεφ Κ. ένας ιερέας φυλακών, δηλαδή ένας υπηρέτης γραφειοκρατικών αναγκαιοτήτων: μήπως ο εβραϊκής καταγωγής συγγραφέας αναφέρεται στη θεϊκή απαγόρευση στους πρωτόπλαστους (όπου η παραβίαση της κατηγορηματικής εντολής να μη φάνε απ’ τον απαγορευμένο καρπό κληροδοτεί συλλογική ενοχή στην ανθρώπινη κατάσταση) ή στον Νόμο της Παλαιάς Διαθήκης όπως τον περιφρουρούν οι Φαρισαίοι; Μήπως ο φύλακας (αντί θυρωρός) παραπέμπει και στην ψυχαναλυτική έννοια του απαγορευτικού Πατέρα μπροστά σε μια αξίωση ασαφούς και αβέβαιης απόλαυσης που επισείει, τελικά, την απειλή του θανάτου;
Από την άλλη, πιθανότατα πρόκειται για μία ακόμα καφκική παραβολή πολιτικού πεσιμισμού, με θύμα των πανίσχυρων νομικών μηχανισμών του κράτους έναν τυπικό εκπρόσωπο της «γυμνής ζωής» (Αγκάμπεν). Μήπως το πρόβλημα τελικά έγκειται στην τυφλή υπακοή στον Νόμο, όπως υποστηρίζει ο Λεάντρο Κοντέρ; Ας μην ξεχνάμε ότι στη Δίκη, ο Κ. ζούσε «σ’ ένα κράτος δικαίου, παντού βασίλευε ειρήνη, όλοι οι νόμοι βρίσκονταν σε ισχύ», όμως ο ήρωας δικάζεται χωρίς κατηγορητήριο, καταδικάζεται αναπολόγητος και στο τέλος εκτελείται βάναυσα. «Σαν το σκυλί»: ο Μικαέλ Λεβί διαβάζει αυτή τη φράση σαν κριτική στην εθελοδουλία του πρωταγωνιστή και κάλεσμα για αντίσταση.
Στην ερμηνεία του Ζακ Ντεριντά, ο υπομονετικός χωρικός μπροστά στην κλειστή θύρα εκφράζει τον άνθρωπο της υπαίθρου, ο οποίος δεν γνωρίζει τον νόμο, που είναι πάντα νόμος του άστεως. Το ζήσαμε πρόσφατα με τις κινητοποιήσεις των αγροτών, οι οποίοι αισθάνονται αποκλεισμένοι από ένα αντίστοιχο πρωτόκολλο αδιαφάνειας, που δεν τους επιτρέπει να προσεγγίσουν τον φρουρούμενο Νόμο. Παίρνουμε συχνά τη θέση του παραιτημένου ανθρώπου που νιώθει ότι οι φύλακες του Νόμου τον αγνοούν επιδεικτικά, αργοπορούν ή μεροληπτούν σε βάρος του. Δεν πρόκειται πάντα για θεωρίες συνωμοσίας, χρειάζεται επιμονή και προσπάθεια για να κατανικηθούν τα εμπόδια – το διαπιστώσαμε και πρόσφατα με την ιστορική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για το σκάνδαλο των υποκλοπών. Κάποιες φορές – για να θυμηθούμε τον Βέμπερ – η ηθική της πεποίθησης θα πρέπει να συγκρουστεί με την τελετουργική νομιμοφροσύνη, το θάρρος με την υποταγή στην παθητικότητα.
Ο κ. Δημήτρης Αγγελής είναι ποιητής, διευθυντής του περιοδικού «Φρέαρ» και εκπαιδευτικός.



