Ο αχός των ημερών σε μορφή προθήματος

Του Μάρκου Καρασαρίνη

Εχοντας περιγράψει το 1997 στο βιβλίο Η μετανεωτερικότητα και τα δεινά της τη σύγχρονη συνθήκη ως ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας που χαρακτήριζε τη νεωτερική εποχή υπέρ της δεύτερης, ο κορυφαίος πολωνός κοινωνιολόγος Ζίγκμουντ Μπάουμαν προχώρησε σε μια αξιοσημείωτη διάκριση.

Στα έργα του που εκδόθηκαν μετά το 2000 αποφεύγει το πρόθημα «μετα-» αναπτύσσοντας το εννοιολογικό εργαλείο της «ρευστής νεωτερικότητας» προκειμένου να αναλύσει μια εξελισσόμενη διαδικασία απορρύθμισης που απολήγει στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο των ραγδαία μεταβαλλόμενων ανθρώπινων σχέσεων, των χαλαρών δικτύων, του διαχωρισμού πολιτικής και εξουσίας, των νέων κερδισμένων και των νέων παριών, της αυξανόμενης δυσφορίας εντός της κοινωνίας του ρίσκου.

Η διανοητική τόλμη του Μπάουμαν δεν έγκειται μόνο στην εμβέλεια της ανάλυσης, αρχίζει από την επιλογή του όρου: υπερβαίνοντας την πανταχού παρούσα λέξη του καιρού του, υποδεικνύει την ανάγκη ενός ακριβέστερου προσδιορισμού των συντελούμενων αναδιατάξεων. Αντιλαμβάνεται κανείς τη λογική του Ζίγκμουντ Μπάουμαν παρακολουθώντας στον δημόσιο διάλογο της τελευταίας δεκαετίας την πανσπερμία των κάθε είδους «μετα-» που καταγράφονται με περισσή ευκολία.

Ο μεταμοντερνισμός και η μετανεωτερικότητα άνοιξαν τον δρόμο στη «μεταπολιτική», τη «μεταδημοκρατία», τον «μετα-φιλελευθερισμό», τη «μετα-αλήθεια», τη «μετα-αποικιοκρατία», τον «μετακαπιταλισμό», τη «μεταϊδεολογία», τη «μεταμυθοπλασία», τον «μετανθρωπισμό» και πλήθος άλλων σύνθετων, δηλωτικών μιας διάδοχης κατάστασης του δεύτερου συνθετικού τους. Ενδεικτικό κοινών προβληματισμών, το μεταλεξιλόγιο φανερώνει άθελά του την αδυναμία να δοθεί συμπαγής μορφή στα φαινόμενα που εξελίσσονται: βλέποντας το είδωλό τους «δι’ εσόπτρου και εν αινίγματι» προσφεύγουμε στο ήδη γνωστό, σε μια όψη τους που έλκεται από το παρελθόν και αρκείται σε νύξεις για το μέλλον.

Γιατί, πρακτικά, σε ένα διαφορετικό επίπεδο, η πρόσφατη εξάπλωση του «μετα-» τείνει να ικανοποιεί την αδηφάγο όρεξη για νεολογισμούς με εγγυημένη δυνατότητα απόδοσης clicks, τη διαφαινόμενη απαίτηση για διαρκή κατανάλωση λέξεων στο υπερκείμενο πλαίσιο κατανάλωσης των πάντων που χαρακτηρίζει προγραμματικά τον «πολιτισμό της μεταβιομηχανικής Δύσης» (κατά τον τίτλο της γνωστής μελέτης του Ντάνιελ Μπελ). Το πόσα από τα πολυπληθή σημερινά παράγωγα με το δημοφιλές πρόθημα θα αποδειχθούν λυσιτελή, θα κριθεί όταν η εικόνα των πραγμάτων που έρχονται ξεκαθαρίσει οριστικά.

Και τι υπάρχει μετά το «μετά»;

Γράφει ο Σπύρος Βλαχόπουλος

Μεταδημοκρατία, μεταπολιτική, Μεταπολίτευση, μεταμοντέρνο, μετασυνταγματισμός, μετα-αποικιοκρατία, μετανεωτερικότητα, μετα-αλήθεια (λέξη της χρονιάς το 2016!), μετα-ουμανισμός, μεταδεδομένα. Αυτές είναι μερικές μόνον από τις λέξεις με πρώτο συνθετικό τo «μετά». Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ, που συλλαμβάνει το πνεύμα των καιρών, μετονόμασε το Facebook σε Meta. Η κατάχρηση του όρου «μετά» είναι κάτι περισσότερο από προφανής. Αναρωτιέται μάλιστα κανείς μήπως θα έπρεπε να ονομάσουμε την εποχή μας «μετα-εποχή». Πού όμως οφείλεται η τόσο συχνή χρήση του «μετά»;

Σίγουρα, δεν εμφανίζουν όλοι οι «μετα»-όροι την ίδια προβληματική. Ο όρος, λ.χ., «Μεταπολίτευση» έχει καθιερωθεί και σηματοδοτεί την πτώση της δικτατορίας και την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα το 1974-1975, αν και υπάρχει διαφωνία για το εάν αν θα πρέπει να χρησιμοποιείται και ως συνώνυμο της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας που διαρκεί έως σήμερα. Επίσης, ο όρος «μεταδεδομένα» έχει ένα συγκεκριμένο τεχνικό περιεχόμενο στο πλαίσιο της προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Από εκεί και πέρα όμως, η καθολική χρήση του όρου «μετά» φαίνεται να υποδηλώνει την αντίληψη του σύγχρονου ανθρώπου ότι βιώνει κάτι εντελώς καινούργιο, το οποίο δεν έχει καμία σχέση με την προηγούμενη πραγματικότητα. Εχουν όμως έτσι τα πράγματα; Οτι η εποχή μας είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα (και από θετική και από αρνητική άποψη) και ότι ο σύγχρονος άνθρωπος βιώνει πολλές και σημαντικές αλλαγές είναι κάτι αναμφισβήτητο. Ας σκεφθούμε μόνον το παράδειγμα της τεχνητής νοημοσύνης και πώς αυτή αλλάζει τη ζωή μας σε όλες τις εκφάνσεις της. Ωστόσο, είναι αρκετό αυτό για να δικαιολογήσει την αδιάκριτη χρήση του όρου «μετά»;

Η απάντηση στο ως άνω ερώτημα θα πρέπει να είναι αρνητική. Οσο σημαντικές και εάν είναι οι αλλαγές που βιώνουμε σήμερα, δεν παύουν να αποτελούν μια μικρή στιγμή στη μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας, συνιστώντας στις περισσότερες περιπτώσεις νέες φάσεις εξέλιξης του ίδιου φαινομένου. Από την άποψη αυτή, η κατάχρηση του όρου «μετά» μπορεί να σηματοδοτεί βαθύτερα χαρακτηριστικά του σύγχρονου ανθρώπου. Μπορεί, για παράδειγμα, να σηματοδοτεί (όπου ο όρος «μετά» έχει θετικό πρόσημο) την ελπίδα για κάτι νέο και τη ρήξη με το προβληματικό παρελθόν.

Ο όρος «μετά» φαίνεται να υποκρύπτει μια αμηχανία, ίσως και αδυναμία, να προσδώσουμε έναν χαρακτηρισμό και να βρούμε μια νέα λέξη για να περιγράψουμε ένα φαινόμενο και μια σημαντική εξέλιξη

Μπορεί να υποδηλώνει επίσης την ανομολόγητη εγωιστική προδιάθεση του σημερινού ανθρώπου, ο οποίος θέλει να πιστεύει ότι αυτός είναι ο «τυχερός» και «εκλεκτός» που ζει τις μεγάλες αλλαγές στην ιστορία της ανθρωπότητας. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν ισχύει, αφού, λ.χ., ούτε τον τροχό ανακαλύψαμε εμείς, ούτε το πνευματικό ρεύμα του Διαφωτισμού θεμελιώσαμε, ούτε τις απαρχές της βιομηχανικής επανάστασης ζήσαμε. Κυρίως όμως ο όρος «μετά» φαίνεται να υποκρύπτει μια αμηχανία, ίσως και αδυναμία, να προσδώσουμε έναν χαρακτηρισμό και να βρούμε μια νέα λέξη για να περιγράψουμε ένα φαινόμενο και μια σημαντική εξέλιξη. Αντί λοιπόν να βρούμε τη νέα λέξη, προσθέτουμε σε αυτό που ήδη γνωρίζουμε το «μετά» και έτσι απαλλασσόμαστε από τη σχετική βάσανο. Με μια δόση υπερβολής, θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι η κατάχρηση του όρου «μετά» αποτελεί και μια εκδήλωση «πνευματικής οκνηρίας».

Η παρατήρηση αυτή δεν είναι καινούργια και ήδη προκύπτει από συνέντευξη του καθηγητή Φιλοσοφίας Ντίτερ Τόμα στη γερμανική εφημερίδα «Die Zeit» (20/3/2025).

Η έλλειψη προσπάθειας για ακριβέστερη περιγραφή των σύγχρονων εξελίξεων και αλλαγών μπορεί να αποβεί και επικίνδυνη, γιατί συχνά εξωραΐζει παθολογικές καταστάσεις. Ας πάρουμε, λ.χ., τον όρο «μεταδημοκρατία», ο οποίος χρησιμοποιείται συνήθως για να περιγράψει εκείνες τις πολιτειακές καταστάσεις όπου τυπικά γίνονται εκλογές και προστατεύονται οι ελευθερίες, οι σημαντικές όμως αποφάσεις δεν λαμβάνονται από τους πολίτες αλλά από εξωθεσμικά οικονομικά και υπερεθνικά κέντρα εξουσίας. Ωστόσο, η χρήση του όρου «μεταδημοκρατία» για την περιγραφή της πολιτειακής αυτής κατάστασης δεν είναι σωστή.

Οταν οι σημαντικές αποφάσεις παραμένουν τυπικά μόνο στον πολίτη ενώ στην πραγματικότητα λαμβάνονται από τρίτους, τότε δεν υπάρχει ούτε δημοκρατία ούτε «μεταδημοκρατία». Είναι ουσιαστικά το ίδιο λάθος που γίνεται με τον όρο «ανελεύθερες δημοκρατίες». Μια δημοκρατία είτε εγγυάται τις ελευθερίες είτε δεν είναι καθόλου δημοκρατία.

Μήπως λοιπόν ήρθε η ώρα να εγκαταλείψουμε την ευκολία του «μετά»;

Ο κύριος Σπύρος Βλαχόπουλος είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής στο ΕΚΠΑ.

Ολοένα έρχεται, δίχως ποτέ του να φτάνει

Γράφει ο Νίκος Α. Μάντης

Η πρώτη αναλυτική θεωρητική αναφορά στο μεταμοντέρνο εντοπίζεται στο βιβλίο του γάλλου φιλοσόφου Ζαν Φρανσουά Λυοτάρ, με τίτλο Η μεταμοντέρνα κατάσταση (1979). Εκεί, ο Λυοτάρ αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η νέα κατάσταση του τίτλου, ως ένα βήμα των δυτικών κοινωνιών πέρα και πάνω από την ως τότε γνωστή νεωτερικότητα, είναι εκείνη κατά την οποία οι μεγάλες, συνεκτικές αφηγήσεις του παρελθόντος, είτε αυτές αφορούσαν την πολιτική, είτε τη θρησκεία, την επιστήμη, τον Διαφωτισμό, τον μαρξισμό, αφηγήσεις που υποτίθεται έφεραν μέσα τους το βάρος και τον στόχο της ανθρώπινης χειραφέτησης, δεν λειτουργούν πια.

Και ότι δεν συνιστούν πλέον κάτι περισσότερο από εκείνο που δηλώνει η ίδια η λέξη: αφηγήσεις. Ιστορίες που λέμε στον εαυτό μας και που μπορούν κάλλιστα να τεθούν απέναντι σε άλλες, ανταγωνιστικές εξιστορήσεις, αφού έτσι λειτουργεί ο κόσμος του ύστερου καπιταλισμού: δημιουργώντας, μέσα απ’ τους μεγεθυντικούς φακούς των ΜΜΕ, της πληροφορικής και των απέραντων αναδιπλασιασμών της εικονικής αναπαραξιμότητας των πάντων, ένα καλειδοσκόπιο όπου χωρούν τα πάντα, δίχως η πρωτοκαθεδρία να ανήκει σε τίποτα.

Είναι περίπου η συνθήκη στην οποίο ζούμε και σήμερα, με την απίστευτα ενισχυτική προσθήκη του πολλαπλασιαστή που λέγεται ίντερνετ και φυσικά, κοινωνικά δίκτυα. Εκείνο που στην εποχή του Λυοτάρ φάνταζε έως και καταστροφολογική υπερβολή, σήμερα αποτελεί κοινό τόπο: στον δυνητικά ανεξάντλητο κέντρωνα του Διαδικτύου χωρούν τα πάντα – οι υποστηρικτές της επίπεδης Γης παρέα με τους αρνητές των εμβολίων, ο νεοναζισμός, ο μισογυνισμός μαζί με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ατελείωτες εκδηλώσεις προσωπικών αισθημάτων αγάπης – όλα βρίσκουν την ισότιμη θέση τους δίχως άνωθεν κρίσεις ή προτεραιοποιήσεις, σε μια χοάνη όπου ο καθένας μπορεί να ανακαλύψει την παρανοϊκή θεωρία θέασης των πραγμάτων που ανταποκρίνεται στην εσωτερική του διασάλευση.

Το πρόθημα «μετα-» δείχνει να έχει γίνει κάτι σαν μια βολική μέθοδος έκφρασης της γνωσιακής απορίας που συνοδεύει καθολικά την παρούσα φάση του πολιτισμού μας

Παράλληλα, ο όρος «μετά» φαίνεται πλέον ότι διαχέεται παντού. Διαβάζουμε για «μεταδημοκρατία», για «μεταπολιτική», ακόμα και για «μετανθρωπισμό» και «μετανθρώπους», οι οποίοι αναμένεται να αντικαταστήσουν τους γνωστούς «προανθρώπους» (εμάς δηλαδή) σε μερικές μονάχα δεκαετίες. Το πρόθημα «μετα-» δείχνει να έχει γίνει κάτι σαν μια βολική μέθοδος έκφρασης της γνωσιακής απορίας που συνοδεύει καθολικά την παρούσα φάση του πολιτισμού μας. Ολοι συνειδητοποιούμε ότι θεμελιώδεις πυλώνες της παλιάς, φιλελεύθερης κοινωνικής συναίνεσης έχουν μετακινηθεί ανεπιστρεπτί, ενώ εκείνοι που κανοναρχούσαν τη δημόσια συζήτηση πλέον αμφισβητούνται και μαραίνονται (καθοδηγητές γνώμης και πυλωροί της ενημέρωσης, ταγοί των τεχνών και κορυφαίοι επιστήμονες, μεγάλες εφημερίδες και ερευνητική δημοσιογραφία).

Ενας κόσμος όπου η αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν αντιμετωπίζεται πια ως πανάκεια, όπου η Σύμβαση της Γενεύης για τους Πρόσφυγες θεωρείται ξεπερασμένη και όπου ακόμα και ο ΟΗΕ μπορεί να αντικατασταθεί από κάτι άλλο… Ωστόσο ελάχιστοι είναι σε θέση να εξηγήσουν από τι έχει αντικατασταθεί το παλιό, μεταπολεμικό σύστημα που κρατούσε τις κοινωνίες σε μια βασική σταθερότητα, και προς τα πού οδηγούμαστε.

Ερχεται λοιπόν το «μετά», προστιθέμενο ως πρώτο συνθετικό σε μία λέξη που κάποτε περιέγραφε με ακρίβεια ένα δεδομένο επιστητό, να δηλώσει ετούτη ακριβώς την απορία: το γεγονός δηλαδή πως γνωρίζουμε ότι έχουμε μετακινηθεί, ότι έχουμε αποχωρήσει από την πρότερη κατάσταση, δίχως να ξέρουμε ωστόσο προς τα πού, ή ποιοι είμαστε τώρα. Ενας τρόπος ουσιαστικά να ορίσεις περισσότερο τι δεν είναι πια κάτι («όχι πια αμιγώς νεωτερικό», «όχι πια αμιγώς πολιτικό», «όχι πια αμιγώς δημοκρατικό», «όχι πια αμιγώς βιολογικά ανθρώπινο») δίχως ωστόσο να μπορεί να προσδιοριστεί εκείνο στο οποίο έχει μετατραπεί.

Ωστόσο, ίσως η πιο ανησυχητική προοπτική είναι ότι ο χώρος του μετανεωτερικού κατακερματισμού δεν έχει πια ως γήπεδό του κάτι υλικό και χωρικά προσδιορισμένο, μια πόλη, μια πλατεία, ένα κτίριο Βουλής ή ένα εργοστάσιο, αλλά μια αδιανόητη διασπορά στον χώρο των ανθρώπινων αισθήσεων και υποκειμενικοτήτων, που τελικά καταλήγει να βυθίζεται στο ίδιο το σώμα.

Ποιες είναι οι προοπτικές αντίδρασης σε ένα πολυδιασπασμένο πρίσμα σκέψης και θέασης της πραγματικότητας, όταν εκατομμύρια ανθρώπων το έχουν ήδη αποδεχθεί ασμένως (χρήση κινητού, social media) και όταν σε μερικά χρόνια αναμένεται να το ενσωματώσουν και ως προέκταση της βιολογικής τους ύπαρξης ακόμα; Πώς θα τίθεται θέμα αμφισβήτησης ή έστω και μιας «υποψιασμένης χρήσης» ενός τέτοιου πρίσματος, όταν θα έχει ενσωματωθεί στον αμφιβληστροειδή μας ή θα ανασαίνει κάτω απ’ το δέρμα μας, καταγράφοντας τους παλμούς μας;

Το «μετα-» είναι λοιπόν εκείνο που ολοένα έρχεται, δίχως ποτέ του να φτάνει. Δίχως ποτέ να καθίσταται ορισμένο και οριστικό. Είναι η αυξανόμενη επιτάχυνση του κόσμου μας στην οποία συμμετέχουμε αγκομαχώντας οι πάντες. Χωρίς να ξέρουμε ακριβώς ποιος ορίζει τους κανόνες ή πού σταματάει το παιχνίδι. Το ζήτημα βέβαια είναι πού θα βρισκόμαστε όταν η επιτάχυνση αυτή σταματήσει.

Ο κύριος Νίκος Α. Μάντης είναι συγγραφέας.

Η αμήχανη φιλοσοφική μετα-τόπιση

Γράφει ο Παναγιώτης Θανασάς

Στη σκηνή του δημόσιου λόγου, το πρόθημα «μετα-» γνωρίζει μεγάλη απήχηση. Μετά τη μετανεωτερικότητα που εδραιώνεται φιλοσοφικά τη δεκαετία του 1980 και τη μετα-αλήθεια (post-truth) που ανακηρύσσεται διεθνής «λέξη της χρονιάς» το 2016, βρισκόμαστε πλέον αντιμέτωποι με τη μετα-ιδεολογία, τη μετα-θεωρία, τη μετα-μεταπολίτευση, εσχάτως δε και με τη μετα-πολιτική. Είναι προφανές ότι το νεοελληνικό «μετα-» αποδίδει δύο προθήματα που στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες διακρίνονται: το post- και το meta-.

Αμφότερα έλκουν την καταγωγή από το αρχαιοελληνικό μετά, του οποίου τον νοηματικό πυρήνα συγκροτεί η έννοια της μεταβολής, της διαδοχής, της μετάβασης. Η έννοια αυτή μπορεί να είναι χρονική, και τότε δηλώνεται με το post-. Μπορεί όμως να λαμβάνει και τη μορφή μιας λογικής ή εννοιολογικής μετάβασης σε ένα άλλο επίπεδο ανάλυσης, οπότε και δηλώνεται με το meta-.

Σε όρους όπως η μετανεωτερικότητα και η μετα-αλήθεια, το χρονικό «μετα-»/post- δηλώνει τη μετάβαση σε μια νέα κατάσταση (ή και εποχή), τον χαρακτήρα της οποίας προφανώς δεν μπορούμε να συλλάβουμε (ακόμη), και γι’ αυτό αναγκαζόμαστε να την ετεροπροσδιορίσουμε με αναφορά στην εποχή που εκλείπει. Στον πυρήνα του, έτσι, το post- αποτελεί αναγνώριση μιας θεμελιώδους αμηχανίας – η οποία, πάντως, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Ο Χέγκελ το έχει ήδη επισημάνει: «η γλαύκα της Αθηνάς αρχίζει το πέταγμά της μόνο την ώρα που απλώνεται το λυκόφως». Ο ρόλος της φιλοσοφίας είναι να κατανοεί ό,τι έχει ήδη συντελεστεί και όχι να προλέγει τα μελλούμενα. Με έναν παράδοξο τρόπο, ο φιλόσοφος του απολύτου μάς έχει ήδη προσγειώσει στην ανθρώπινη περατότητα.

Το νεοελληνικό «μετα-» αποδίδει δύο προθήματα που στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες διακρίνονται: το post- και το meta

Πώς έχουν όμως τα πράγματα με το μετα-/meta- που δηλώνει τη μετάβαση σε ένα δεύτερο (μετα-)επίπεδο ανάλυσης; Η μετα-φιλοσοφία φερειπείν, σε αντίστιξη προς την «κοινή» φιλοσοφία, φέρεται να στρέφεται προς αυτήν εξεταστικά και να ασχολείται με το επιστημικό της status, με το αντικείμενο και τη μέθοδό της, με το ερώτημα της προόδου της. Είναι όμως προφανές ότι αυτό το δεύτερο μετα-επίπεδο, αν πρέπει να διακριθεί, είναι όχι απλώς άρρηκτα δεμένο με το πρώτο, αλλά και απαράγραπτο συστατικό της όλης φιλοσοφίας. Κατά κάποιον τρόπο, το ερώτημα «τι είναι η φιλοσοφία;» συμπύκνωνε ανέκαθεν την πιο καίρια φιλοσοφική διερώτηση.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τη μετα-ηθική: Δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε μια φιλοσοφική ηθική που θα εξαντλείται στο λεγόμενο κανονιστικό επίπεδο (τι είναι σωστό/αγαθό; τι οφείλουμε να πράττουμε;) χωρίς να θέτει τα «μετα-ηθικά» ερωτήματα: Τι σημαίνει «σωστό/αγαθό», ποιος είναι ο χαρακτήρας των ηθικών κρίσεων, τι τύπου αλήθεια εμπεριέχουν;

Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι αυτή η αμηχανία που προκαλούν η μετατόπιση σε ένα δεύτερο μετα-επίπεδο εννοιολογικής ανάλυσης και η σχέση του με το πρώτο επίπεδο, εκείνο του «αντικειμένου», απαντά ήδη στην ιστορικά πρώτη βαρύνουσα χρήση του meta-, στον όρο μεταφυσική. Ο τίτλος Μετά τα Φυσικά αποδόθηκε σε μια σειρά άτιτλων πραγματειών του Αριστοτέλη οι οποίες προσπαθούσαν να συγκροτήσουν αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε «ζητουμένη επιστήμη».

Δόθηκε άραγε ο τίτλος επειδή οι πραγματείες αυτές, τοποθετημένες σε ένα νοητό κλασέρ χειρογράφων, βρίσκονταν απλώς «δίπλα» (μία ακόμη σημασία τού «μετά»!) στις πραγματείες με τον τίτλο Φυσικά; Ή μήπως ήδη ο τίτλος Μετά τα Φυσικά προτυπώνει το «μεταφυσικό» εγχείρημα υπέρβασης της φυσικής πραγματικότητας; Και αν ναι, με ποιον τρόπο επιτελείται αυτή η υπέρβαση; Ο Χάιντεγκερ το έχει επισημάνει εδώ και έναν αιώνα: «Το μετά τα φυσικά είναι ο τίτλος μιας βαθιάς φιλοσοφικής αμηχανίας».

Αυτή η αμηχανία, πάντως, μεταπίπτει σε έκπληξη όταν οι έννοιες χρησιμοποιούνται πληθωριστικά και καταχρηστικά, με κίνδυνο τη σημασιολογική τους διάβρωση. Τέτοια υπήρξε εσχάτως η εισαγωγή, από εξέχοντα πολιτικό, του όρου μετα-πολιτική ως «ενασχόληση με τα μεγάλα διακυβεύματα» και ως «το αντίθετο της μικροπολιτικής ευτέλειας». Επισημάνθηκε ήδη (Βάσω Κιντή) ότι ο νεολογισμός αυτός επιτείνει την εννοιολογική σύγχυση, καθώς το «μετα-» εδώ απλώς υποκαθιστά το πρόθημα «μέγα-».

Σε έναν κόσμο επωδύνως και επικινδύνως ενδιαφέροντα, ο ρόλος που μπορεί να διεκδικήσει η φιλοσοφία δεν είναι αυτός της ηθικής ή πολιτικής καθοδήγησης, αλλά της διασφάλισης των δυνατοτήτων συνεννόησης και διαλόγου – τουλάχιστον μεταξύ όσων συμμερίζονται τούτη την ανάγκη. Φιλοσοφία είναι (μετα-φιλοσοφικά…) η μέριμνα για τη χρήση των εννοιών. Η διευκρίνιση της πολυσημίας τού «μετα-» αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα τούτης της μέριμνας – ακόμη και αν δεν αίρει την αμηχανία που προκαλεί η πολύσημη μετατόπιση την οποία δηλώνει ήδη ο αρχαιοελληνικός όρος.

Ο κύριος Παναγιώτης Θανασάς είναι καθηγητής Φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ και διευθυντής του The Athens MA in Ancient Philosophy.