Την περασμένη εβδομάδα συνεδρίασε στο Μέγαρο Μαξίμου, υπό την προεδρία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, το Κυβερνητικό Συμβούλιο Οικονομικής Πολιτικής, προκειμένου να επικαιροποιήσει και να επανεπιβεβαιώσει τις προτεραιότητες της κυβέρνησης στη διάρκεια του προεκλογικού 2026.
Οι τόνοι ήταν σχεδόν πανηγυρικοί, οι πολιτικές όμως προαποφασισμένες και τα βλέμματα όλων στραμμένα στις επερχόμενες κάλπες, καθώς σε κάθε περίπτωση απομένουν το πολύ 12 μήνες μέχρι να στηθούν. Ετσι καμία μεγάλη αλλαγή δεν προέκυψε, όλες οι αποφάσεις κινήθηκαν στην αυτή γραμμή, στον ίδιο δρόμο, ωσάν τα πάντα να είναι καλώς καμωμένα.
Το ανώτατο κυβερνητικό συμβούλιο, το οποίο παρεμπιπτόντως ο κ. Μητσοτάκης συνέστησε το 2019 αλλά σπάνια συνεδρίασε τα προηγούμενα επτά χρόνια, ενέκρινε ένα πλάνο ενεργειών και δραστηριοτήτων χαμηλής πολιτικής χωρίς ξεχωριστές και δυναμικές προβλέψεις. Η κυβέρνηση μοιάζει συμβιβασμένη με ρυθμούς ανάπτυξης 2% έως 2,5%, απολαμβάνει τη δημοσιονομική δυναμική που προσφέρουν η κατανάλωση και ο τουρισμός και δεν αναλαμβάνει ρίσκο, παρότι το διεκδικεί από τις επιχειρήσεις.
Το ίδιο μοτίβο
Ο Πρωθυπουργός επέμεινε στο ίδιο μοτίβο οικονομικής πολιτικής, κεντρικά στοιχεία του οποίου παραμένουν τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, οι πρόωρες αποπληρωμές του δημοσίου χρέους, η διατήρηση των ρυθμών ανάπτυξης στα αυτά επίπεδα των τελευταίων ετών, η αύξηση του κατώτατου μισθού κοντά στα 950 ευρώ την 1η Απριλίου και ο μετριασμός του βάρους της συσσωρευμένης στον χρόνο ακρίβειας.
Ο κ. Μητσοτάκης προφανώς δεν θέλει να διακινδυνεύσει το παραμικρό σε τούτους τους αβέβαιους καιρούς. Αντιθέτως επιδιώκει να κινηθεί με σχετική ασφάλεια στην εδώ και χρόνια διαμορφωμένη πεπατημένη οδό, η οποία του επιτρέπει να διατηρεί ελεγχόμενο και ως έναν βαθμό μειούμενο το ρίσκο της χώρας και μαζί τού εξασφαλίζει χωρίς πολλά-πολλά τους πόρους προς κάλυψη των κρίσιμων για τις εκλογικές στοχεύσεις κοινωνικών δαπανών και παροχών. Ας είναι καλά οι υψηλοί συντελεστές του ΦΠΑ, του φόρου εισοδήματος και των ειδικών φόρων κατανάλωσης.
Προεκλογικά «δώρα»
Ηδη τα πρώτα δημοσιονομικά στοιχεία του διμήνου Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου του 2026 παραπέμπουν και πάλι σε επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξης των 8 και 10 δισ. ευρώ, που μπορούν να εγγυηθούν τη δημιουργία σημαντικού δημοσιονομικού χώρου ικανού να υποστηρίξει τα προεκλογικά «δώρα» του προσεχούς Σεπτεμβρίου, τα οποία κατά τα φαινόμενα θα κατευθύνονται προς κοινωνικά και εκλογικά ευαίσθητες ζώνες, όπως αυτές των νέων, με πρόνοιες κυρίως για το πρόβλημα της στέγασης και των ελεύθερων επαγγελματιών και των μικρών επιχειρήσεων με μειώσεις της προκαταβολής φόρου και άλλες φορολογικού περιεχομένου ρυθμίσεις. «Επίτιμοι καλεσμένοι της εφετινής Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης θα είναι οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι επιχειρήσεις» είπε χαρακτηριστικά ο αντιπρόεδρος Κωστής Χατζηδάκης στη συνεδρίαση του κυβερνητικού συμβουλίου.
Σύμφωνα με την κυβερνητική αντίληψη, οι μεγαλύτερες των επιχειρήσεων κερδίζουν από τον έλεγχο του ρίσκου της χώρας, που τις επιτρέπει να απολαμβάνουν χαμηλότερα επιτόκια και ανετότερη πρόσβαση για τις ομολογιακές τους εκδόσεις στις διεθνείς αγορές.
Από εκεί και πέρα οι πρωτοβουλίες για τον έλεγχο της ακρίβειας δεν δείχνουν σπουδαίες. Οι αναφορές για τη νέα ανεξάρτητη αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή, που θα παρακολουθεί τις τάσεις των τιμών που διαμορφώνονται στην αγορά και θα προετοιμάζει επιμέρους παρεμβάσεις σε ομάδες συγκεκριμένων αγαθών, όπως το μοσχαρίσιο κρέας, οι σοκολάτες και ο καφές, μοιάζουν περισσότερο με ευχολόγια παρά με οτιδήποτε άλλο.
Το κρίσιμο στοιχείο
Αντιστοίχως, οι διακηρύξεις για φιλικότερο κράτος προς τους πολίτες, για απλούστευση και απλοποίηση διαδικασιών, αδειοδοτήσεων και οικονομικών δραστηριοτήτων, ολοκλήρωση του Κτηματολογίου, παράδοση σε κυκλοφορία του Ε65, η παραχώρηση του αεροδρομίου της Καλαμάτας, η έναρξη διαδικασιών ιδιωτικοποίησης για τα εναπομείναντα στο ελληνικό κράτος 22 μικρά περιφερειακά αεροδρόμια και πλήθος άλλων μικρότερων παρεμβάσεων μοιάζουν με οδηγό προεκλογικών δράσεων παρά για μεγάλες πολιτικές.
Πολλοί είναι αυτοί που εκτιμούν ότι η οικονομική πολιτική είναι εγκλωβισμένη στη γραμμή των μικρών βημάτων και δεν μπορεί να ελευθερωθεί.
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που επισημαίνουν ότι απουσιάζει μια γενναία αναπτυξιακή και επενδυτική πολιτική, την οποία θεωρούν επιβεβλημένη σε τούτους τους μεταβατικούς καιρούς ανασύνταξης όλων των οικονομιών.
Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν το προηγούμενο διάστημα υπήρξαν διακεκριμένες και επιτυχημένες προσπάθειες από την πλευρά του ιδιωτικού τομέα. Πολιτική βιομηχανικής ανασύνταξης, για παράδειγμα, δεν υπάρχει. Το ενεργειακό ζήτημα της βιομηχανίας δεν αντιμετωπίζεται, παρότι όλοι αναγνωρίζουν και αποδέχονται ότι επείγει και αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας.
Δεν επιταχύνει
Οπως λένε χαρακτηριστικά πολλοί επιχειρηματίες, η κυβέρνηση επαίρεται ότι διαθέτει 3,5 δισ. ευρώ στους αγρότες, αλλά δεν καλύπτει τα 300 εκατ. ελάφρυνσης που διεκδικούν οι ενεργοβόρες βιομηχανίες. Και το χειρότερο, δεν επιταχύνει τα έργα διασύνδεσης και ανάπτυξης των ηλεκτρικών δικτύων που θα επέτρεπαν στις βιομηχανικές μονάδες να αναπτύξουν μονάδες αυτοπαραγωγής και έτσι να περιορίσουν το κόστος. Ο αρμόδιος υφυπουργός Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, σύμφωνα με αναφορές παραγωγών, «αντιμετωπίζει τις μεγάλες επιχειρήσεις με σκαιό τρόπο, παραβλέποντας ότι παντού στην Ευρώπη οικοδομούνται σχετικές πολιτικές αντιμετώπισης του ενεργειακού κόστους».
Η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου του ΑΔΜΗΕ κατά 1 δισ. ευρώ επίσης έχει κολλήσει στη συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου, την ώρα που κατατίθενται προτάσεις για κάλυψή της μέσω της επερχόμενης αναθεώρησης των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης και αγνοούνται, παρότι είναι δεδομένη η αδυναμία απορρόφησης των πόρων του.
Επικρατούν άλλα
Στην αυτή λογική το οικονομικό επιτελεί αδρανεί, μοιάζει να θεωρεί νομοτελειακή την απώλεια των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και αποφεύγει πρωτοβουλίες ικανές να αλλάξουν την πορεία των πραγμάτων. Ούτε αυτό καθεαυτό το πρόγραμμα των επιδοτούμενων δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης δεν ενισχύεται.
Θα μπορούσε η κυβέρνηση σε τούτη τη φάση των μειωμένων επιτοκίων να μηδενίσει π.χ. το επιτόκιο των επενδυτικών δανείων για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και να το περιορίσει στο 0,35% για τις μεγαλύτερες και μαζί να πιέσει τις τράπεζες να ενδιαφερθούν πραγματικά για την απορρόφηση των φθηνών ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών πόρων για τις ιδιωτικές επενδύσεις. Και αυτό, όταν όλοι γνωρίζουν ότι ο πολλαπλασιαστής των παραγωγικών επενδύσεων κινείται μεταξύ 3 και 4, ασκώντας ισχυρή επίδραση στο σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας. Αλλά σε τούτους τους προεκλογικούς καιρούς άλλα επικρατούν και άλλα ορίζουν τις επιλογές των υπευθύνων. Με τη διαφορά όμως ότι έτσι δεν χτίζονται δυναμικές πολιτικές ανάπτυξης και επενδύσεων, που έχει ανάγκη ο τόπος.



