Ενώ ο πορτογαλικός όμιλος BA Glass, ο τέταρτος μεγαλύτερος παραγωγός γυάλινων συσκευασιών στον κόσμο, επενδύει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ από το Μεξικό μέχρι την Πολωνία και τη Ρουμανία, στην Ελλάδα βάζει λουκέτο στο ιστορικό εργοστάσιο της υαλουργίας Γιούλα στο Αιγάλεω. Μόλις οκτώ χρόνια από την εξαγορά της τελευταίας εν λειτουργία υαλουργίας στη χώρα μας, οι Πορτογάλοι επικαλούνται συσσωρευμένες ζημιές, οδηγώντας το μοναδικό εργοστάσιο που κατέχουν επί ελληνικού εδάφους στη λήθη, με αποτέλεσμα περίπου 300 οικογένειες να μείνουν χωρίς εισόδημα.

«Μάλιστα, για να προχωρήσει γρήγορα στην εκκαθάριση, πρότεινε στους εργαζομένους τη διπλάσια αποζημίωση από τη νόμιμη, ώστε να υπογράψουν οικειοθελείς αποχωρήσεις, μένοντας όμως εκτός ταμείου ανεργίας» αναφέρεται στην ανακοίνωση της ΓΣΕΕ.

Η «σημαντική βελτίωση»

Το παράδοξο με την ξαφνική απόφαση του μητρικού ομίλου είναι ότι στο τελευταίο δημοσιευμένο οικονομικό report επισημαίνεται πως το 2022 υπήρξε «σημαντική βελτίωση» στη λειτουργία του ελληνικού εργοστασίου, ενώ δεν γίνεται καμιά αναφορά σε ζημιές. Με βάση τον ισολογισμό της Γιούλα, επισήμως ΒΑ Υαλουργία Ελλάδας Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία, η εταιρεία είχε το 2022 κύκλο εργασιών 60,795 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 45,5% σε σχέση το 2021 (41,768 εκατ. ευρώ), ενώ στην τελευταία γραμμή «έγραψε» ζημιές προ φόρων 239 χιλ. ευρώ, από ζημιές 2,163 εκατ. ευρώ. Οι συσσωρευμένες της ζημιές στις 7 χρήσεις από τη σύστασή της, δηλαδή από το 2016 που άλλαξε χέρια, είχαν φτάσει τα 7,47 εκατ. ευρώ. Παράλληλα η εταιρεία εμφάνιζε αρνητικά ίδια κεφάλαια ύψους 562 χιλ. ευρώ. Κάτι που επισημαίνει και ο ορκωτός ελεγκτής (ΕΥ).

Ωστόσο, σύμφωνα πάντα με όσα αναφέρονται στις οικονομικές καταστάσεις, η διοίκηση της ΒΑ Υαλουργία Ελλάδας διαβεβαίωνε ότι είχε λάβει δέσμευση από τον μητρικό για οικονομική ενίσχυση μέσα στους επόμενους 12 μήνες, ενώ δήλωνε συγκρατημένα αισιόδοξη για το 2023.

Εκ του αποτελέσματος είναι προφανές ότι ο πορτογαλικός όμιλος με τζίρο 1,43 δισ. ευρώ το 2022 και τα καθαρά κέρδη 176,4 εκατ. ευρώ επέλεξε το stop loss.

Από το ζενίθ στο ναδίρ

Ενας μικρός φούρνος και η παραδοσιακή «μαστοριά» δύο αδελφών, του Κυριάκου και του Γιάννη Βουλγαράκη, αυτό ήταν η Γιούλα πριν από 77 χρόνια όταν ιδρύθηκε στη Νίκαια, παίρνοντας το όνομα της μητέρας των δύο ιδιοκτητών.

Τότε η Γιούλα ήταν μια από τις 50 συνολικά επιχειρήσεις που ασχολούνταν με την παραγωγή χειροποίητου φυσητού γυαλιού στην Ελλάδα. Για να εξελιχθεί σε ένα από τα βαριά ονόματα της παραδοσιακής ελληνικής βιομηχανίας χρειάστηκαν περίπου 40 χρόνια και αρκετές επενδύσεις σε τεχνολογικό εξοπλισμό. Ακριβώς μισό αιώνα από την ίδρυση της εταιρείας και αφού η οικογένεια Βουλγαράκη είχε εξαγοράσει την υαλουργία Κρόνος, γνωστή για τα ποτήρια και τα τασάκια της, η Γιούλα επεκτείνεται στα Βαλκάνια. Πρώτα εξαγοράζει τη βουλγαρική εταιρεία STIND AD το 1997 και έναν χρόνο μετά το εργοστάσιο DRUJBA AD που εδρεύει στη Φιλιππούπολη.

Το 2000 στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας εισέρχεται η Global Finance, ενώ το 2003 πραγματοποιείται η εξαγορά της STIROM SA στη Ρουμανία, με ένα από τα μεγαλύτερα εργοστάσια παραγωγής γυαλιού στην περιοχή.

Το 2005 εξαγοράζεται η ουκρανική BIOMEDSKLO που ειδικεύεται στην παραγωγή γυάλινων περιεκτών αλλά και φαρμακευτικού γυαλιού, ενώ λίγους μήνες μετά αποκτάται η επίσης ουκρανική BUCHA GLASSWORKS. Λίγο πριν από την πώλησή της το 2016 στους Πορτογάλους, η Γιούλα διέθετε 6 εταιρείες σε Ελλάδα, Βουλγαρία, Ρουμανία και Ουκρανία, 7 μονάδες παραγωγής με 15 κλιβάνους τήξεως γυαλιού και 49 γραμμές σχηματοδότησης προϊόντων οι οποίες παρήγαγαν ετησίως πάνω από 2 δισ. τεμάχια προϊόντων συσκευασίας, 125 εκατ. τεμάχια επιτραπέζιων προϊόντων, 52.000 τόνους φαρμακευτικό γυαλί και 650.000 τ.μ. διακοσμητικό γυαλί.

Ράγισε το… γυαλί

Ωστόσο, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 2000 το γυαλί… είχε ραγίσει, με την εταιρεία να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα εξαιτίας του υψηλού ενεργειακού κόστους, όντας μια από τις πιο ενεργοβόρες εταιρείες του μεταποιητικού κλάδου, αλλά και εξαιτίας των δανείων που είχε λάβει στο πλαίσιο της στρατηγικής επέκτασης της προηγούμενης δεκαετίας.

Κάπως έτσι πάρθηκε η απόφαση της πώλησης του μεγαλύτερου μέρους του ομίλου με αντάλλαγμα τα χρέη, με τα αδέλφια Βουλγαράκη να υποστηρίζουν ότι χρήματα από την πώληση πήραν οι μέτοχοι μειοψηφίας και όχι οι ίδιοι. Εκείνοι κέρδισαν την ευκαιρία για μια νέα αρχή με το εργοστάσιο της Ουκρανίας. Δεν συνέβη καθώς φαίνεται το ίδιο και για το εργοστάσιο στο Αιγάλεω…

Συμφωνία με αλυσίδα λιανικής στην Κύπρο

Στα 70ά γενέθλια ο όμιλος Σκλαβενίτης θα πραγματοποιήσει την πρώτη εξαγορά εκτός συνόρων, βάζοντας τις βάσεις για τη διεθνοποίηση του πιο αγαπημένου σουπερμάρκετ των ελλήνων καταναλωτών.

Συγκεκριμένα, μέσα στο επόμενο τρίμηνο ο κορυφαίος λιανέμπορος θα υπογράψει, εκτός απροόπτου, συμφωνία για εξαγορά αλυσίδας λιανικής στην Κύπρο, επιχειρώντας να επαναλάβει το ελληνικό success story και στη Μεγαλόνησο, όπου βρέθηκε από καραμπόλα το 2017, μετά την εξαγορά της πτωχευμένης Μαρινόπουλος, στο μεγαλύτερο deal διάσωσης που έχει καταγραφεί στο εγχώριο retail.

Ενας διαφορετικός «γάμος»

Η νέα εξαγορά του Σκλαβενίτη, η 13η στη σειρά, έχει όμως διαφορετικά χαρακτηριστικά από όσα έχει συνηθίσει ή περιμένει η αγορά. Και ο λόγος είναι ότι οι διαπραγματεύσεις αφορούν δύο μέτωπα, ενώ με βάση ασφαλείς πληροφορίες ο επικείμενος «γάμος» μπορεί να μη γίνει με αλυσίδα σουπερμάρκετ, αλλά γενικότερα με αλυσίδα λιανικής.

Υπενθυμίζεται ότι ο όμιλος Σκλαβενίτης διαθέτει στην Κύπρο 18 καταστήματα, ενώ αποτελεί αυτή τη στιγμή τον τρίτο παίκτη στην εν λόγω αγορά πίσω από την κυπριακή Αλφα Μέγα και τη Lidl.

Διεθνοποίηση

Βεβαίως, ένας οργανισμός τα έσοδα του οποίου ξεπέρασαν τα 5 δισ. ευρώ το 2023, όσο δηλαδή οι εισπράξεις από τον ΕΝΦΙΑ για δύο συνεχόμενα έτη συν κάτι ψιλά, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά το απόλυτο imperium που κατέχει στην εγχώρια αγορά, οφείλει να σκέφτεται (και) με όρους παγκοσμιοποίησης.

Ωστόσο, σύμφωνα με πηγές κοντά στον όμιλο, η όποια διεθνής επέκταση για να έχει σοβαρότητα, διάρκεια και αποτελεσματικότητα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί «αύριο το πρωί» και «σίγουρα όχι τα επόμενα δύο-τρία χρόνια».

Σημειώνεται ότι ο όμιλος τρέχει επίσης μεγάλη επένδυση, ύψους 30 εκατομμυρίων ευρώ, για την ανάπτυξη μονάδας κάθετης παραγωγής με χώρους αποθήκευσης και διανομής σε ακίνητο 42.000 τ.μ. στη Μαγούλα, που παραδίδεται μέσα στο 2024. Εκεί αναμένεται να δημιουργηθεί το παρασκευαστήριο έτοιμων γευμάτων του ομίλου. Ο όμιλος αποδίδει μεγάλη σημασία στον τομέα των έτοιμων γευμάτων με στόχο τη διεύρυνση της γκάμας των προϊόντων.